Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2006

Τα Αεροβόλα CO2

Θα κλείσουμε σήμερα το αφιέρωμα μας στους τρεις βασικούς τύπους αεροβόλων όπλων, με την τρίτη και τελευταία κατηγορία τους, η οποία δεν είναι άλλη από τα αεροβόλα διοξειδίου του άνθρακα (CO2).

Όπως το όνομά τους δηλώνει, η βασική πηγή ενέργειας των αεροβόλων αυτών είναι το CO2 το οποίο και αποτελεί μια από τις πλέον εύκολες και εύχρηστες επιλογές τροφοδοσίας για αρκετούς τύπους αεροβόλων μικρών αποστάσεων. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγω και χρησιμοποιείται από τα πολύ χαμηλού κόστους και ποιότητας αεροβόλα, ως και ορισμένα από τα πλέων αξιόλογα και ακριβά μοντέλα για αποστάσεις 10 μ.

Το CO2 είναι ένα αέριο το οποίο συνήθως βρίσκεται αποθηκευμένο σε πεπιεσμένη υγρή μορφή σε μιας χρήσης μεταλλικές αμπούλες. Ένα από τα ελάχιστα αρνητικά του συστήματος αυτού τροφοδοσίας, πέρα από την περιορισμένη του ισχύ, είναι ότι το CO2 είναι ένα αρκετά επηρεασμό από την εξωτερική θερμοκρασία υλικό. Σε θερμοκρασία δωματίου, το CO2 δίνει περίπου τις 900-1000 psi δύναμη, κάτι που μπορεί να θεωρηθεί από πολύ ως και παρά πολύ ικανοποιητικό για ένα αεροβόλο μικρών αποστάσεων. Δυστυχώς όμως όπως και παραπάνω είπαμε η εύκολη μεταβολή του στην θερμοκρασία μεταβάλει αντίστοιχα και τις αποδώσεις του αεροβόλου.

Το μειονέκτημα όμως αυτό εύκολα ξεπερνιέται από την εξαιρετικά εύκολη χρήση ενός αεροβόλου CO2. Η τροφοδοσία με την αμπούλα CO2 είναι αρκετά εύκολη και γρήγορη, όπως και οι συνεχόμενες βολές, αυτό όμως που εντυπωσιάζει είναι οι εξαιρετικές αποδώσεις των αεροβόλων CO2 σε θέματα ακριβείας.

Θα πρέπει ακόμα να σημειώσουμε ότι στο θέμα ισχύς, ότι αν και τα αεροβόλα CO2 θεωρούνται από τα λιγότερο ισχυρά, μπορούν με την τροφοδοσία τους με ορισμένα υψηλής τεχνολογίας βλήματα (για τα οποία θα μιλήσουμε σε επόμενα άρθρα μας) να μας εντυπωσιάσουν και σε αυτόν τον τομέα.

Σε γενικές γραμμές θα λέγαμε ότι τα αεροβόλα CO2 είναι αρκετά εύκολα και εύχρηστα όπλα, χαμηλού κόστους, χωρίς υψηλές απαιτήσεις συντηρήσεις και με ικανοποιητικές αποδώσεις ταχυβολίας και ακριβείας, σε μικρές αποστάσεις. Όλα αυτά τα κάνουν αρκετά προσιτά και διαδεδομένα κυρίως στους κύκλους των ερασιτεχνών σκοπευτών, μιας και ούτε ενδείκνυται αλλά και ούτε επιτρέπεται για κυνηγετική χρήση.

Συνέντευξη με τον πρόεδρο του Ο.Φ.Ε.Π.

Ο Πρόεδρος του Ομίλου Φίλων Ελληνικού Ποιμενικού

μας παρουσιάζει τον όμιλο μιας εκ’ των αρχαιοτέρων ελληνικών φυλών.

Κύριε Δρίβα.

Θα πρέπει να ομολογήσω ότι αν και σε αρκετές κυνοφιλικές εκθέσεις είχα την ευκαιρία να δω Ελληνικούς ποιμενικούς σκύλους, πολύ λίγα γνώριζα για την φυλή όπως και για τον όμιλο. Αργότερα και μέσα στα πλαίσια παρουσίασης από την σελίδα μας των διαφόρων φυλών, ανακάλυψα τα πραγματικά αξιοζήλευτα επιτεύγματα του ομίλου σας, αλλά και το ρωμαλέο αυτό ζώο που η εμφάνιση του και μόνο δεν μπορεί παρά να εντυπωσιάζει. Θα πρέπει δε ακόμα να ομολογήσω ότι τόσο η λειτουργία όσο και η δραστηριοποίηση του ομίλου σας σε τομείς όπως η έκδοση της τρίμηνης εφημερίδας σας της “Φωνής του Ελληνικού Ποιμενικού” αλλά και φυλλαδίων γύρω από την φυλή με εντυπωσίασαν και πραγματικά μου δικαιολόγησαν πλήρως το γεγονός ότι μόνο επαινετικά σχόλια ακούγονται για τον Ο.Φ.Ε.Π. Όπως ήταν λοιπόν φυσικό, δεν θα μπορούσα να αποφύγω τον πειρασμό να ζητήσω από εσάς τον πρόεδρο του ομίλου, να μας παρουσιάσετε τον αρχαίο αυτόν “συμπατριώτη” μας όπως σε πολλά έντυπα του ομίλου σας τον αναφέρετε.

Θα θέλατε να μας κάνετε μια μικρή ιστορική αναδρομή του ομίλου; Πότε, από ποιους και πως ξεκίνησε η όλη προσπάθεια; Αλλά και ποιοι ήταν οι βασικοί στόχοι για την δημιουργία του Ο.Φ.Ε.Π. ;

Χρ. Δρίβας: Η όλη προσπάθεια ξεκίνησε από πολλά χρόνια πριν, όταν άρχισαν σιγά-σιγά ν’ αποκτώνται Ελληνικοί Ποιμενικοί σκύλοι από ιδιώτες για τη φύλαξη των σπιτιών τους και ζητούσαν καθοδήγηση στο έργο της εκτροφής. Θα έλεγα ότι χρονικό σημείο εκκίνησης της συγκεκριμένης προσπάθειας είναι το 1994, όταν αποφάσισα πλέον μετά από επτά χρόνια μελέτης της φυλής στην ύπαιθρο και προβολής κάποιων δειγμάτων στις κυνοφιλικές εκθέσεις του Κ.Ο.Ε. να ασχοληθώ και με την εκτροφή του σκύλου αυτού. Οι σκύλοι που παρήχθησαν από τις επιλογές αυτές αποτέλεσαν τον πρώτο πληθυσμιακό πυρήνα, ο οποίος έπρεπε να συνεχίσει να υπάρχει, δίνοντας απογόνους κατόπιν επιλογών στις συζεύξεις, που θα εξασφαλίζανε τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Οι πρώτοι αυτοί ιδιοκτήτες που συνέχισαν επί χρόνια να έχουν επαφή μαζί μου και κάποιοι άλλοι που είχαν ευαισθητοποιηθεί στην ιδέα της διατήρησης της φυλής αυτών των σκύλων, αποτέλεσαν τα ιδρυτικά μέλη του Ο.Φ.Ε.Π. το 2000. Οι στόχοι δημιουργίας του Ο.Φ.Ε.Π. ήταν να εξασφαλιστεί μακροπρόθεσμα ο συντονισμός στην εκτροφή των σκύλων που απετέλεσαν τον πρώτο εκτροφικό πυρήνα και να ενισχυθεί η προσπάθεια προβολής της συγκεκριμένης εκτροφικής πρότασης του Ελληνικού Ποιμενικού. Αυτό μεταφράζεται σε δράσεις ενός ανθρώπινου δυναμικού με κανόνες, που θα μπορούσαν να εγγυηθούν σε βάθος χρόνου τις απαιτήσεις των ισχυόντων οργανισμών F.C.I. και Κ.Ο.Ε. για την αναγνώριση της φυλής.

Εντύπωση μου έκανε η ονομασία του ομίλου σας, τι ήταν αυτό που σας έκανε να τον αποκαλείται “όμιλο φίλων”; Μήπως αυτό δηλώνει μια διαφορετική διάσταση;

Χρ. Δρίβας: Δηλώνει την διάθεσή μας να αντιμετωπίζουμε τον σκύλο σαν φίλο, μια ιδιότητα που ο σκύλος την κατέκτησε μέσα από την κοινή διαχρονική του πορεία με τον άνθρωπο. Επίσης για να δείξουμε ότι ο σκύλος μαζί μας δεν έχει μόνο την χρηστική του ιδιότητα, εκπληρώνοντας κάποιες εργασιακές απαιτήσεις συμβίωσης, αλλά έχει και το ρόλο του συντρόφου.

Περνώντας σε ερωτήσεις που αφορούν αποκλειστικά την φυλή, θα πρέπει να σας ομολογήσω ότι σε μια μικρή ερευνά που κάναμε για τους ποιμενικούς, διαπιστώσαμε ότι ορισμένοι κτηνοτρόφοι πέρα των μιγάδων έχουν πλέον κοντά στα κοπάδια τους κάποιες ξενόφερτες φυλές ποιμενικών. Ποια εσείς θεωρείται ως βασικά πλεονεκτήματα των Ελληνικών Ποιμενικών έναντι αυτών των φυλών;

Χρ. Δρίβας: Μια ντόπια φυλή πλεονεκτεί ως προς την προσαρμοστικότητά της στο συγκεκριμένο περιβάλλον και σαν τέτοιο δεν εννοούμε μόνο τη φύση που μας περιβάλλει, αλλά και τον τρόπο ζωής που εξασφαλίζει τις καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Ο Ελληνικός Ποιμενικός προήλθε από τις μακροχρόνιες επιλογές των κτηνοτρόφων με βάση την καλύτερη προσαρμοστικότητα στο περιβάλλον αυτό και την καλύτερη ανταπόκριση σε συγκεκριμένα καθήκοντα προστασίας της κτηνοτροφίας. Σε αυτό τον τομέα πλεονεκτεί έναντι των ξενικών φυλών. Ο χαρακτήρας του, ο οποίος αποτελεί ισχυρό στοιχείο προσαρμοστικότητας, είναι προσανατολισμένος στην καλή συμβίωση με τα παραγωγικά ζώα. Το σωματικό του μέγεθος, τον καθιστά ικανό να επιβιώνει σε συνθήκες λιτότητας, ενώ δεν υστερεί σε ισχύ. Είναι ικανός και για δίωξη του αγριμιού και για εμπλοκή. Αντίθετα οι ξενικές φυλές έχουν ένα διαφορετικό ιστορικό επιλογών των ατόμων τους, το οποίο σχετίζεται με την προσαρμοστικότητα σε διαφορετικά εδάφη και κλιματολογικές συνθήκες και διαφορετικές συνθήκες διαχείρισης. Επειδή αυτές οι φυλές έγιναν γνωστές στη χώρα μας μέσα από μια διαδικασία προβολής και μάρκετιγκ που δεν έχει σχέση με την κτηνοτροφία, αλλά με άλλες χρήσεις του σκύλου, πιστεύουμε ότι αυτές οι φυλές σήμερα έχουν σε κάποιο ποσοστό χάσει τις αρχικές τους ιδιότητες. Άλλες απ’ αυτές επιλέγονταν επί χρόνια για τη φύλαξη στρατοπέδων και άλλες για φύλαξη σπιτιών ή για κυνομαχίες. Κυρίαρχο στοιχείο επιλογών τους ήταν το σωματικό μέγεθος και η μαχητικότητα. Αυτά τα σκυλιά δεν είναι εύκολο να συμβιώσουν με άλλα σε μεγάλες αγέλες και να εργάζονται αρμονικά μεταξύ τους για την αντιμετώπιση των αγριμιών και δεν είναι δυνατόν να διατηρούν τη σωματική τους ρώμη σε συνθήκες στέρησης που επιβάλλει το Ελληνικό περιβάλλον της κτηνοτροφίας.

Ο Ελληνικός ποιμενικός όπως και το όνομα του δηλώνει είναι ένα ζώο το οποίο κατά βάση δημιουργήθηκε για την προστασία των κοπαδιών. Από όσα όμως είμαι σε θέση να γνωρίζω αρκετά από τα μέλη σας δεν είναι κτηνοτρόφοι και ίσως πολλοί από αυτούς να μένουν ακόμα και σε πόλεις. Μήπως το γεγονός αυτό επηρεάσει αρνητικά την εκτροφή; Και κάνω αυτή την ερώτηση μεταφέροντας σας την δυσπιστία ορισμένων κτηνοτρόφων για την πλήρη μετάβαση των έμφυτων ενστίκτων φύλαξης των ζώων από έναν σκύλο ο οποίος γεννιέται σε ένα περιβάλλον τελείως διαφορετικό από αυτό του βουνού και του κοπαδιού. Τι εσείς θα τους απαντούσατε;

Χρ. Δρίβας: Θα τους απαντούσα ότι η συστηματική εκτροφή που στοχεύει στη διατήρηση της μορφής του σκύλου, δηλαδή του φαινοτύπου, απαιτεί ένα ελεγχόμενο και ασφαλές περιβάλλον για να επιτύχει στο σκοπό της. Το περιβάλλον της κτηνοτροφίας σήμερα, με τις τόσες βλαπτικές επιρροές στη βιωσιμότητα των πληθυσμών, δεν είναι ικανό να διατηρήσει τη μορφή του σκύλου. Προσωπικά αμφιβάλλω αν μπορεί να κρατήσει και τις εργασιακές ικανότητες του σκύλου, αφού αυτές εκδηλώνονται μέσα από συγκεκριμένη διαδικασία, που οι σημερινές συνθήκες διαχείρισης των κτηνοτρόφων τις έχουν αλλάξει. Παράδειγμα οι μεταφορές των προβάτων από τα χειμαδιά στις θερινές βοσκές που στο παρελθόν γίνονταν με τα πόδια και διαρκούσαν εβδομάδες, σήμερα γίνονται με αυτοκίνητα σε χρόνο μιας μέρας. Οι βοσκοί πλέον δεν είναι οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι, αλλά μισθωμένοι εποχικοί αλλοδαποί, που δεν διατηρούν την ίδια σχέση του παλαιού κτηνοτρόφου με τα σκυλιά του. Η βόσκηση σήμερα γίνεται σε ασφαλέστερες συνθήκες και οι σκύλοι έχουν απωλέσει τις ευκαιρίες επαφής με τα αγρίμια, άρα και την εμπειρία της συμπλοκής με αυτά. Είναι γεγονός ότι σε μακροπρόθεσμη βάση, η ενασχόληση με ένα αντικείμενο θα αλλάξει συνθήκες και περιβάλλον και αυτό θα επηρεάσει τις ιδιότητες. Αυτό όμως δεν είναι δυνατόν να συμβεί σε μικρά χρονικά διαστήματα π.χ. των πενήντα ετών, αλλά σε πολύ μεγαλύτερα. Οι ποιμενικές ιδιότητες του σκύλου μας είναι εμπεδωμένες στο DNA του αιώνες τώρα και δεν αλλάζουν ριζικά στα μικρά χρονικά διαστήματα που ενεργοποιείται η δική μας παρέμβαση. Εάν όμως συμβεί αυτό μακροπρόθεσμα, τουλάχιστον θα έχουμε περισώσει την μορφή του σκύλου μας σε μεγάλο βαθμό και αυτό θα είναι μια ικανοποίηση για τον πρακτικό ζωοτέχνη, ένας “χρυσός συμβιβασμός” στην εξελικτική πορεία του σκύλου και του ανθρώπου, αφού όλα τελικά μεταβάλλονται.

Μια “εντύπωση” που από πολλούς αναφέρεται όσο αφορά τις Ελληνικές φυλές, είναι ένα γενικότερο “αλισβερήσι” μεταξύ εκτροφέων και ορισμένων “κριτών” μιας και δυστυχώς και η κυνοφιλία πλέον έχει περάσει σε ένα πιο “επαγγελματικό” επίπεδο. Είμαι σε θέση επίσης να γνωρίζω ότι μέχρι στιγμής έχετε καταφέρει να κρατήσετε μακριά από τον όμιλο ανθρώπους που θα ήθελαν να εκμεταλλευτούν οικονομικά την φυλή. Θα ήθελα τις δικές σας θέσεις πάνω σ’ αυτό το θέμα και αν τελικώς πιστεύετε ότι θα μπορέσετε και πως να αποφύγετε τέτοιου είδος σκοπέλους;

Χρ. Δρίβας: Η γνώμη μας είναι ότι η εμπορευματοποίηση του σκύλου αφορά περισσότερο τις ξενικές φυλές, οι οποίες περιβάλλονται από μια αίγλη λόγω της μακρόχρονης διαφήμισής τους και της σύνδεσής τους με συγκεκριμένες ιδιότητες. Η ομοιομορφία του φαινοτύπου που αντανακλά μια γονιδιακή συγκέντρωση και μια προβλεψιμότητα ιδιοτήτων, κάνει τις ξενικές φυλές ένα “προϊόν” ικανό να διακινηθεί εύκολα μεταξύ των κυνοφίλων. Αντίθετα οι ντόπιες φυλές έχουν ακόμη μπροστά τους πολύ δρόμο για να συνδέσουν την εμπορική τους αξία με την ζωοτεχνική τους αξία, κατά τρόπο που να πείθει το κοινό που ενδιαφέρεται ν’ αποκτήσει σκύλο με συγκεκριμένες ιδιότητες. Έτσι ο σκύλος μιας ντόπιας φυλής διαθέτει προσόντα πιο λεπτής υφής, που έχουν να κάνουν με την ανθεκτικότητά του, την μακροβιότητά του, την εξυπνάδα του, την εφευρετικότητά του στο εργασιακό επίπεδο, την ποικιλότητά του και την ιστορία του που κεντρίζει τις μνήμες και τον συναισθηματισμό μας. Η αξία ενός αυθεντικού σκύλου μιας ντόπιας φυλής είναι πολύ μεγάλη για τον ζωοτέχνη γιατί μόνο με ένα πρωτογενές υλικό μπορείς να εξελίξεις την μορφή και να επηρεάσεις την γονιδιακή έκφραση αισθητά, ώστε να διαμορφώσεις μακροπρόθεσμα τον πληθυσμό. Όμως η εμπορική αξία συνδέεται περισσότερο με το ζωοτεχνικό έργο και τον χρόνο που επενδύεται για να παρέμβουμε στις ιδιότητες των σκύλων. Έτσι θεωρήσαμε δίκαιο και απαραίτητο να αποστασιοποιηθούμε από το κλίμα της εμπορευματοποίησης, μέχρι το ζωοτεχνικό μας έργο να μπορεί χειροπιαστά ν’ αποδείξει ότι ταιριάζει με ένα υψηλότερο χρηματικό τίμημα. Προς το παρόν διατηρούμε τις αρχές διαχείρισης εκείνες που συμπορεύονται με αυτή τη φιλοσοφία και συνεργαζόμαστε με τους ανθρώπους εκείνους που πιστεύουν στις ίδιες αρχές. Αυτή η τακτική έχει και ένα πρακτικό όφελος, ότι κάνει τον Ελληνικό Ποιμενικό προσιτό και σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, σε όσα βεβαίως έχουν τις προϋποθέσεις του χρόνου και του χώρου να διατηρούν τέτοιους σκύλους. Οι κριτές των Ελληνικών Ποιμενικών με τις παρεμβάσεις τους στις κυνοφιλικές εκθέσεις, πολύ λίγο έχουν επηρεάσει τις επιλογές των σκύλων στην αναπαραγωγή σε επίπεδο εκτροφέων και δεν γνωρίζω εάν μπορούν να καθορίζουν την εμπορική αξία σκύλων που δεν έχουν ποιότητα και ζωοτεχνική αξία, χωρίς να εκτεθούν ανεπανόρθωτα στο κοινό και να εκπέσουν του ρόλου τους.

Ο Ελληνικός Ποιμενικός μαζί με τις υπόλοιπες δυο φυλές του Ελληνικού και Κρητικού ιχνηλάτη για όλους εμάς θα πρέπει να θεωρούνται ως η μέγιστη εθνική κυνοφιλική μας κληρονομιά. Θεωρείται ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της φυλής στην χώρα μας με δεδομένο τόσο την συρρίκνωση αλλά και την διαφοροποίηση από τους παραδοσιακούς τρόπους της κτηνοτροφίας; Επίσης στο σημείο αυτό θα ήθελα να σχολιάσουμε την πρόσφατη επίσημη πλέον συνεργασία σας με το υπουργείο γεωργίας πάνω στον ελληνικό ποιμενικό.

Χρ. Δρίβας: Αναφερθήκαμε και προηγουμένως ότι η αλλαγή του τρόπου διαχείρισης των ποιμνίων έχει ήδη επηρεάσει την ανάπτυξη του Ελληνικού Ποιμενικού, μαζί βεβαίως με άλλους ισχυρούς βλαπτικούς παράγοντες που έχουν να κάνουν με την εξέλιξη των μέσων, την νοσηρή μας νοοτροπία και την έλλειψη παιδείας. Αναφέρομαι φυσικά στις τεράστιες απώλειες σκύλων της υπαίθρου από την χρήση δηλητηρίων υπό μορφή φόλας, την έλλειψη κτηνιατρικής πρόληψης και την παντελή έλλειψη μέριμνας στην αναπαραγωγή των σκύλων στην ύπαιθρο. Η κατάσταση αυτή δεν θα αλλάξει εύκολα γιατί συνδέεται με την νοοτροπία του κόσμου που διαχειρίζεται το περιβάλλον. Όμως η σωστή ενημέρωση από τους Ομίλους και από το κράτος, μπορεί μακροπρόθεσμα να δημιουργήσει καλύτερες συνθήκες και να υπάρξει “ανεφοδιασμός” των κοπαδιών με αξιόλογους σκύλους από την εκτροφή των Ομίλων και των ιδιωτών εκτροφέων που δεν είναι κτηνοτρόφοι και εξασφαλίζουν στους σκύλους τους πιο ασφαλές περιβάλλον. Η συνεργασία μας με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων δεν έχει λάβει ακόμη “σάρκα και οστά”, αλλά βρίσκεται στο επίπεδο της αλληλοενημέρωσης για κάποιες προοπτικές που ανοίγονται, εν όψη βεβαίως και του νέου νομικού πλαισίου που δημιουργήθηκε, που επιτρέπει πλέον στο κράτος να καθορίζει τον πιστοποιητή της ζωοτεχνικής αρτιότητας των Ελληνικών Ποιμενικών σκύλων.

Ποιες θεωρείτε ως τις μεγαλύτερες δυσκολίες που μέχρι τώρα συναντήσατε στην θητεία σας σαν πρόεδρός του Ο.Φ.Ε.Π. και τι φιλοδοξείτε για την πορεία του ομίλου και κατ’ επέκταση και της φυλής;

Χρ. Δρίβας: Στην αρχή της προσπάθειας, μεγάλες δυσκολίες συναντήσαμε να εντοπίσουμε αξιόλογους σκύλους στις εκτροφές των κτηνοτρόφων και να πείσουμε τους τελευταίους να εμπιστευτούν το έργο μας και να μας παραχωρήσουν τους σκύλους αυτούς για αξιοποίηση στην εκτροφή. Αργότερα μεγάλα εμπόδια συναντήσαμε στον συντονισμό της συστηματικής εκτροφής και στο να πείσουμε τον ανθρώπινο παράγοντα να αντιληφθεί τους ζωοτεχνικούς κανόνες και να συνεργαστεί με γνώμονα το κοινό συμφέρον της φυλής του Ελληνικού Ποιμενικού, παραβλέποντας προσωπικές προτιμήσεις. Δυσκολίες αντιμετωπίζουμε ακόμη στη συλλογή των στοιχείων της εκτροφής, που αποδεικνύουν το ζωοτεχνικό μας έργο και επίσης στη συμμετοχικότητα των μελών μας.

Κύριε Δρίβα θα θέλαμε να σας ευχαριστήσουμε για τον χρόνο που μας διαθέσατε και να σας ζητήσουμε να κλείσετε την συζήτηση μας αυτή με μια ευχή σας τόσο για την φυλή όσο και για την κυνοφιλία γενικότερα.

Χρ. Δρίβας: Εύχομαι τα επόμενα χρόνια να κυριαρχήσει στο περιβάλλον της κυνοφιλίας πνεύμα συνεργασίας, αξιοκρατίας και παραμερισμού προσωπικών παθών, ώστε οι κυνοφιλικοί οργανισμοί να προσελκύσουν κάθε φίλο του σκύλου που σήμερα διστάζει να συμμετάσχει στα δρώμενα. Για τον Ελληνικό Ποιμενικό εύχομαι ν’ ανοίξουν οι δρόμοι της επικοινωνίας των φίλων του και να παραμείνει σταθερό το ενδιαφέρον του κόσμου για τη φυλή.

Υ.Γ. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τα μέλη του Δ.Σ. του Ο.Φ.Ε.Π. και ιδιαιτέρως τον Γραμματέα του ομίλου κ. Κώστα Βασιλείου για την πολύτιμη βοήθεια του.

Ο υπεύθυνος ύλης

Τσομώκος Διομήδης

αγ+ γεράκια, τα ξεφτέρια κ.α.

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι το κυνήγι τους, μόνο ως απαραίτητος ρυθμιστικός παράγοντας μπορεί να λειτουργήσει.

Ψαρόνι

Sturnus vulgaris

Ένα θήραμα για όλους

Βασίλειο: Animalia

Συνομοταξία: Chordata

Υποσυνομοταξία: Vertebrata

Κλάση: Aves

Τάξη: Passeriformes Οικογένεια: Sturnidae

Γένος: Sturnus

Είδος: Sturnus vulgaris

Είναι ένα από τα αφθονότερα πουλιά στην οικογένεια Sturnidae και είναι ένα από τα πιο κοινά πουλιά στον κόσμο. Στην χωρά μας το συναντούμε με διάφορες ονομασίες όπως γκαραβέλι, γκάργκουλο, ζαραβέλι, ζουρζούρι, καραβέλι, κουρκουβέλι, μαυροπούλι, σβορίγγι, σβορίκι, τσιβικάδα, τσιρκόνι, τσιρόνι, χειμώνι κ.α.

Έρχεται σε πολύ μεγάλους αριθμούς στα μέσα του χειμώνα και αν και βρίσκεται στις χαμηλότερες βαθμίδες θηρευτικής αξίας, δεν είναι λίγες οι φορές ειδικά σε «φτωχές» περιόδους, που αρκετοί θα στραφούμε στο κυνήγι του.

Γεωγραφική εξάπλωση

Το ψαρόνι είναι αποδημητικό είδος και απαντάται σε όλη σχεδόν την ευρωπαϊκή ήπειρο, στην οποία και οι πληθυσμοί του είναι γηγενείς. Κατά τους φθινοπωρινούς μήνες μεγάλο μέρος των βόρειων πληθυσμών του, όπως και τα περισσότερα αποδημητικά, μεταναστεύει σε μεγάλα σμήνη από τους βόρειους τόπους αναπαραγωγής του, προς τις νοτιότερες περιοχές της νότιας κεντρικής Ευρώπης και της βόρειο-κεντρικής Αφρικής. Σε γενικές γραμμές θα λέγαμε ότι το συναντάμε ανατολικά από την κεντρική Σιβηρία ως τις Αζόρες δυτικά και βόρεια από την Νορβηγία ως τη Μεσόγειο στο νότο.

Το 1890 στην Βόρεια Αμερική και συγκεκριμένα στην Νέα Υόρκη, απελευθερώθηκαν 100 ψαρόνια από τα οποία μόνο δεκαπέντε ζευγάρια επέζησαν. Στην διάρκεια της επόμενης εκατονταετίας, ο πληθυσμός τους αυξήθηκε σε αρκετά εκατομμύρια και σήμερα τα ψαρόνια βρίσκονται ξαπλωμένα από τον Ατλαντικό ως τον Ειρηνικό (ανατολή - δύση) και από το νότιο Καναδά ως το βόρειο Μεξικό ( Βορράς - νότος).

Γενική Περιγραφή

Το ψαρόνι είναι ένα μικρού μεγέθους πουλί, του οποίου το μήκος κυμαίνεται από 19 (7,5 ιν.) ως 21,5 εκ. (8,5 ιν.) από τα οποία τα 6-7 είναι η ουρά του. Το άνοιγμα των φτερών του κατά μέσω όρο είναι γύρω στα 40 εκ. (12-16 εκ. η φτερούγα) ενώ το βάρος του κυμαίνεται από 70 ως και 100 γραμ. Ο χρωματισμός και των δυο φύλων είναι παρόμοιος, με ιριδίζοντα σκούρα πράσινα γυαλιστερά φτερά που καλύπτουν την πλάτη, τον αυχένα, και το στήθος, ενώ τα μαύρα φτερά φαίνονται περιστασιακά σε έναν πράσινο-πορφυρός φόντο. Το χειμώνα κάποια υπόλευκα στίγματα εμφανίζεται στο φτέρωμα του, ξεκινώντας από το στήθος. Και τα δύο φύλα έχουν καφέ-κόκκινο χρώμα ποδιών, το οποίο ανάλογα με την εποχή μεταβάλλεται ως και σκούρο ιριδίζων καφέ, όπως και ο χρωματισμός του ράμφους του, το οποίο είναι μήκους περίπου 2,5 εκ. μαύρο, εκτός από την εποχή του ζευγαρώματος όπου γίνετε κιτρινωπό.

Αν και με την πρώτη μάτια δεν φαίνεται να υπάρχει σεξουαλικός διμορφισμός στα δυο φύλα, με μια προσεκτικότερη μάτια θα δούμε ότι τα αρσενικά έχουν μακρύτερο φτέρωμα στο στήθος, ενώ τα θηλυκά παρουσιάζουν μικρά λοφία. Επίσης τα αρσενικά έχουν ένα γαλαζωπό σημάδι στη βάση του ράμφους τους, σε αντίθεση με τα θηλυκά στα οποία το σημάδι αυτό είναι κοκκινωπού χρώματος.

Στα νεαρά άτομα, η γυαλάδα δεν είναι ιδιαίτερα έντονη, έχουν περισσότερο στρογγυλεμένες άκρες στα φτερά τους και σε αντίθεση με τα ενήλικα το ράμφος τους δεν είναι κίτρινο, αλλά σκούρο καφέ.

Βιότοπος

Ο κατ’ εξοχήν βιότοπος του ψαρονιού, είναι κυρίως οι πεδινές και χαμηλού υψομέτρου περιοχές, κατά το διάστημα όμως της αναπαραγωγής του, το συναντούμε κυρίως σε βιότοπους καλλιεργειών οι οποίοι είναι ικανοί να του παρέχουν αφθονία τροφής. Τον υπόλοιπο χρόνο, χρησιμοποιεί μια μεγαλύτερη ποικιλία βιότοπων, από ανοικτές άγονες εκτάσεις, ως και παρόχθιες περιοχές ελών, ποταμών, θαλασσών, ακόμα και σε ερήμους. Πολύ συχνά θα δούμε μεγάλους πληθυσμούς ψαρονιών γύρω από τα προάστια πόλεων και στα λιβάδια έξω από αυτές ή ακόμα και μέσα στους κήπους, τα πάρκα και τα αλσύλλια μεγάλων αστικών περιοχών.

Συμπεριφορά

Τα ψαρόνια είναι αρκετά κοινωνικά πουλιά, τα συναντούμε συνήθως σε πολύ μεγάλα κοπάδια που πολλές φορές μοιάζουν με σύννεφο. Χαρακτηριστικό της μεγάλης κοινωνικότητας αυτού του είδους είναι ότι, στις περισσότερες και βασικότερες συνήθειες τους τα ψαρόνια λειτουργούν ομαδικά, όπως στην μετανάστευση, στην αναπαραγωγή, αλλά και στης τροφή.

Μπορούμε να τα δούμε σε εντυπωσιακούς σχηματισμούς να πετούν σε μεγάλα κοπάδια, ιδιαίτερα στην προσπάθεια τους να αποτρέψουν ή να αποφύγουν την επίθεση κάποιου αρπακτικού. Ακόμα τα βλέπουμε να ψάχνουν την τροφή τους με το χαρακτηριστικό «πηδηχτό» περπάτημα τους ή να ξεκουράζονται σε εντυπωσιακούς αριθμούς σε διάφορα εναέρια καλώδια.

Είναι ιδιαιτέρα προσεκτικά και επιφυλακτικά πουλιά, αλλά και επιθετικά απέναντι τόσο στο είδος τους όσο και σε άλλα συναφή είδη.

Κατά την περίοδο της αναπαραγωγής τα αρσενικά χρησιμοποιούν μια αρκετά ιδιόμορφη τεχνική χτυπήματος των φτερών τους για να προσελκύσουν τα θηλυκά. Ακόμα θα προσπαθήσουν να τα δελεάσουν με το τραγούδι τους ή με τις περίτεχνα διακοσμημένες φωλιές τους. Όταν το θηλυκό είναι έτοιμο για αναπαραγωγή, ο αρσενικός γίνεται ιδιαιτέρα προσεκτικός ως και επιθετικός με τα υπόλοιπα αρσενικά και ακολουθεί το θηλυκό σε κάθε δραστηριότητα του. Μια άλλη ξεχωριστή πτυχή η συμπεριφορά των ψαρονιών είναι η σχέση της με τους ανθρώπους, τους οποίους δεν φοβούνται πάντα και ειδικά σε αστικές περιοχές μπορούν άνετα να ανεχτούν την ανθρώπινη παρουσία.

Τα ψαρόνια είναι είδος με ιδιαίτερη έφεση στο τραγούδι σχεδόν καθ’ όλη την διάρκεια του έτους. Οι ήχοι που τα αρσενικά βγάζουν είναι πολύ και ποικίλοι. Άλλοτε σφυρίζουν, τρίζουν, τιτιβίζουν ή δημιουργούν ακόμα και ηχούν παφλασμού. Έχουν ακόμα την ευχέρεια να μιμούνται πολύ καλά ήχους άλλων πουλιών και ζώων, όπως ήχους βατράχων, κατσικών, γάτων κ.α. ακόμα και ήχους διαφορών μηχανών. Οι συνήθεις μορφές κλήσεων τους περιλαμβάνουν ένα "κουερρρρ" το οποίο είναι συνήθως ο ήχος που χρησιμοποιούν κατά την πτήση τους ή ένα μεταλλικό "τσιπ" που χρησιμοποιούν για να ειδοποιήσουν για την παρουσία ενός αρπακτικού, ενώ όταν επιτίθενται στους διαφόρους εισβολείς, παράγουν ένα ιδιόμορφο ήχο σαν γρύλισμα.

Διατροφή

Το ψαρόνι ανήκει στα παμφάγα είδη και μπορεί να σιτιστεί με μια αρκετά μεγάλη ποικιλία τροφής. Μέσα στα είδη διατροφής των ψαρονιών περιλαμβάνονται διάφορα είδη σπόρων, εντόμων, σπονδυλωτών και ασπόνδυλων, αλλά και διάφορες καλλιέργειες, όπως και φρούτα. Ενδεικτικά και ως πιο κοινά είδη διατροφής των ψαρονιών θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τις σαρανταποδαρούσες, τις αράχνες, τους σκώρους αλλά και διάφορα είδη γαιοσκωλήκων, αλλά και διαφόρους σπόρους, μούρα, μήλα, αχλάδια, δαμάσκηνα, κεράσια και ελιές. Έχει δε αναπτύξει εξαιρετικές τεχνικές στο να μπορεί να ανοίγει με το ράμφος του σαλιγκάρια και κοχύλια.

Αναπαραγωγή

Η αναπαραγωγική περίοδο των ψαρονιών ξεκινά ανάλογα πάντα με την περιοχή, την άνοιξη και διαρκεί ως και τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού (Μάρτιο ως Ιούλιο). Αυτό το διάστημα είτε το αρσενικό από μόνο του, είτε το ζευγάρι από κοινού, θα κατασκευάσει σε κάποια κοιλότητα ή τρύπα δέντρων ή σε οποιαδήποτε άλλη φυσική ή τεχνίτή κοιλότητα, την φωλιά του. Η φωλιά αποτελείται κυρίως από κλαδάκια, ξερόχορτα, φύλλα και πούπουλα. Εκεί η θηλύκια θα γεννήσει ως και 3 φορές (νότιοι πληθυσμοί), από 4 έως και 8 αυγά. Τα αυγά έχουν μέγεθος 3,5 x 2,3 εκατ. και χρώμα ανοιχτό γαλάζιο με άσπρα στίγματα. Η εκκόλαψη τους θα διαρκέσει από 12 έως 15 ήμερες και σε αυτή πολύ λίγο θα συμμετάσχει το αρσενικό. Μετά την εκκόλαψη και οι δυο γονείς φροντίζουν για την ανατροφή και σίτιση των νεοσσών, η οποία θα διαρκέσει από 20 έως 23 ήμερες, αλλά και μετά από αυτό το διάστημα οι νεοσσοί θα συνεχίσουν να ταΐζονται από τους γονείς τους για λίγες ημέρες. Έχει παρατηρηθεί δε το φαινόμενο μετά την ανεξαρτητοποίηση τους, τα νεαρά ψαρόνια να σχηματίζουν καινούργια σμήνη.

Θα πρέπει ακόμα να αναφέρουμε ότι οι Ευρωπαϊκοί πληθυσμοί ψαρονιών, περνούν συνήθως τρεις φάσεις αναπαραγωγής και ωοτοκίας. Κατά την πρώτη φάση γεννά περίπου πέντε αυγά και είναι συνήθως ταυτόχρονη και με τα υπόλοιπα ψαρόνια της περιοχής. Η δεύτερη ή "ενδιάμεση γέννα", είναι αποτέλεσμα της έντονης πολυγαμικής συμπεριφοράς των ψαρονιών. Και τέλος η τρίτη γέννα, η οποία γίνεται συνήθως από τους νοτίους πληθυσμούς, λόγω και του μεγαλύτερου διαστήματος της αναπαραγωγικής περιόδου, εμφανίζεται περίπου σαράντα έως πενήντα ημέρες μετά από την πρώτη.

Διάφορα

· Λόγω των μεγάλων αριθμών τους τα ψαρόνια σε πολλές περιοχές αντιμετωπίζονται ως εισβολείς, οι οποίοι άλλες φορές έχουν θετικές και άλλες φορές αρνητικές συνέπειες, ασκώντας μεγάλη επίδραση τόσο στις συγκομιδές σπόρων και φρούτων, όσο και τους πληθυσμούς εντόμων και παρασίτων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, όπου τα πουλιά αυτά δεν τρώνε παράσιτα, γίνονται τα ίδια παράσιτα.

· Η μακρύτερη γνωστή διάρκεια ζωής ενός άγριου ψαρονιού είναι 15 χρόνια και 3 μήνες, ενώ σε πουλιά σε αιχμαλωσία έχει υπολογιστεί ότι ίσως να είναι και ελαφρώς μεγαλύτερη.

· Τα ψαρόνια σε αιχμαλωσία μπορούν να εκπαιδευθούν για να μιμηθούν ανθρώπινους ήχους.

· Αποτελούν μια σημαντική πηγή τροφής για πολλά μικρά αρπακτικά πτηνά και ζώα.

· Λόγω της εξαιρετικά επιθετικής συμπεριφοράς τους, τα ψαρόνια εκτοπίζουν πολλά εγγενή είδη πουλιών και σαν συνέπεια αυτό έχει σε περιοχές με υπεραφθονία ψαρονιών, να υπάρχει έλλειψη ποικιλομορφίας πτηνών.

· Δυστυχώς τα ψαρόνια μπορούν να νοσήσουν με ιδιαίτερα επικίνδυνες για τον άνθρωπο ασθένειες, όπως της βλαστομυκώσης και της ιστοπλασμάτωσης.

· Ακόμα λόγω των μεγάλων πληθυσμών τους τα ψαρόνια αποτελούν ένα από τους μεγαλύτερους για τα αεροπλάνα κινδύνους, μιας και δεν ήταν λίγες η φορές που αναγκάσαν αρκετά αεροπλάνα σε αναγκαστική προσγείωση.

· Έχει υπολογιστεί ότι 35-50 εκατομμύριο ζευγάρια αναπαράγονται στην Ευρώπη, χωρίς να υπολογίζονται οι πληθυσμοί της Ισπανίας, της νότιας Ιταλίας και την Ελλάδας.

Εχθροί

Βιολογικοί εχθροί των ψαρονιών είναι όλα τα μικρά αρπακτικά είτε αυτά είναι αγρία, είτε όχι, όπως οι γάτες στις αστικές και προαστιακές περιοχές ή στους πρωταρχικούς βιότοπους της, οι νυφίτσες, οι αλεπούδες, ακόμη και οι σκαντζόχοιροι, άλλα και άρπαγες όπως τα γεράκια, τα ξεφτέρια κ.α.

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι το κυνήγι τους, μόνο ως απαραίτητος ρυθμιστικός παράγοντας μπορεί να λειτουργήσει.

SEGUGIO

Ο αρχαίος μεσόγειος

Έχουμε δυο ποικιλίες Σεγκούτσιο, το ένα με κοντό τρίχωμα (FCI - Standard No 337) και το άλλο με σκληρό τρίχωμα (F.C.I. - Standard Νο 198). Η διαφορά τους είναι μόνο στο τρίχωμα, τα σωματικά και κυνηγετικά χαρακτηριστικά είναι τα ίδια.

Μεσογειακός ιχνηλάτης, με κορμό τετράγωνο σε αρμονία με το γενικό σχήμα του σώματος. Σχετικά ζωηρός χαρακτήρας και όχι πολύ εκδηλωτικός.

Προέρχεται από το Αιγυπτιακό Λεβριέ, που έφεραν οι Φοίνικες πριν 2000 χρόνια στην Ελλάδα, την Ιταλία και σ' όλες τις περιοχές της Μεσογείου.

Όμως πολύ κοντινός πρόγονος είναι και το Ελληνικό Λεβριέ (Λαγωνικό), που ήταν κοινό στην Ελλάδα και την Νοτιοκεντρική Ιταλία μέχρι και την εποχή της Αναγέννησης. Με διασταυρώσεις των ντόπιων σκύλων τύπου Μπρακ, που υπήρχαν εκείνη την εποχή, οι Ιταλοί δημιούργησαν το Σεγκούτσιο.

Ο «Ελληνικός Ιχνηλάτης», που είναι και αυτός απόγονος του Αιγυπτιακού και του Ελληνικού Λεβριέ έχει κοινή καταγωγή με το Σεγκούτσιο.

Η ράτσα στο πέρασμα των χρόνων έχει διατηρηθεί καθαρή από επιμιξίες με άλλα σκυλιά και γι' αυτό το λόγο τη συναντάμε και σήμερα με τον αρχικό τύπο που δημιουργήθηκε (λαγωνικοειδής τύπος).

Θεωρείται σκύλος με τέλεια κατασκευή σκελετού. Έχει πολύ καλή όσφρηση, θετικός στο ξεκαθάρισμα του τελικού ντορού, με ωραία καθαρή και δυνατή φωνή.

Λόγω του τετραγωνισμένου σκελετού έχει μεγάλες αναρριχητικές ικανότητες στις πλαγιές των βουνών και είναι ικανός να ακολουθεί και να καταδιώκει το θήραμα πολλές ώρες με σταθερό ρυθμό. Χρησιμοποιείται σ' όλα τα εδάφη με άριστα αποτελέσματα. Έχει μεγάλη αντοχή, πάθος και ζήλο ιδιαίτερα στο λαγό, αλλά κυνηγάει επίσης όλα τα θηράματα με το ίδιο πάθος, όμως το κοντότριχο παραμένει τυπικά και ουσιαστικά εξειδικευμένο λαγόσκυλο.

Στην Ιταλία, όπως και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες διοργανώνονται επίσημοι αγώνες λαγού σε εθνικό επίπεδο και λαμβάνουν μέρος πολλές ομάδες ιχνηλατών. Τα κοντότριχα Σεγκούτσιο έχουν πρωταγωνιστικές θέσεις στους αγώνες και μάλιστα το 2004, στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα λαγού που έγινε στην Περούτζια πήραν την 1η θέση ανάμεσα σε οχτώ χώρες.

Στους αγώνες οι ιχνηλάτες κρίνονται πολύ αυστηρά σε επίπεδο μορφολογικό, κυνηγετικό και τρόπου εργασίας, από επίσημους και αντικειμενικούς κριτές. Είναι φανερό ότι οι ομάδες ιχνηλατών που παίρνουν μέρος είναι οι άριστοι και η αφρόκρεμα των σκύλων κυριολεκτικά και προσφέρουν υψηλού επιπέδου κυνήγι λαγού.

Ας ελπίσουμε να φτάσουμε κι εμείς σ' αυτό το επίπεδο, αλλά χρειάζεται πριν απ' όλα ολοκληρωτική στροφή στις καθαρόαιμες ράτσες, αν συνεχιστεί η «παραγωγή ημίαιμων γκέκικων» δεν πρόκειται να δούμε προκοπή κυνολογική.

Πολλά Σεγκούτσιο ήρθαν στη χώρα μας, αλλά λίγα έμειναν «αλώβητα» από την εγκληματική συνήθεια της επιμιξείας με τα ημίαιμα γκέκικα. Τα Σεγκούτσιο και τα Γιούρα είναι οι πιο «αποδεκατισμένες και ξεκληρισμένες» ράτσες στην Ελλάδα, γιατί χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρο στις διασταυρώσεις. Ακόμα και σήμερα στις αγγελίες διαβάζουμε για «Γιούρα-Γκέκας» και «Σεγκούτσιο-Γκέκας». Είναι κρίμα και πολύ υποτιμητικό γι αυτές τις φημισμένες ανά τον κόσμο ράτσες, να διασύρονται απερίσκεπτα.

Αναλογιστείτε τι μπορεί να δώσει ένα «γκέκικο» φάντασμα με πλείστα ελαττώματα, σ' ένα ολοκληρωμένο καθαρόαιμο Σεγκούτσιο, που διατηρείτε στα πρότυπα της ράτσας εδώ και αιώνες, μέσα από κοπιαστικές προσπάθειες των κυνηγών. Τίποτα φίλοι μου, ότι μπορεί να δώσει μια γάτα σ' ένα λιοντάρι, ένα μηδενικό.

Επιτακτική ανάγκη να σταματήσουν οι παντός είδους διασταυρώσεις, υπάρχουν πάρα πολλές και άριστες καθαρόαιμες ράτσες και για το λαγό και για το αγριογούρουνο, δεν χρειάζονται ημίαιμα. Άλλωστε έχουμε το θετικό παράδειγμα των πουλόσκυλων, όπου η Ελλάδα έφτασε σε υψηλά επίπεδα διάκρισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μπορούμε να κάνουμε την ανατροπή και στους ιχνηλάτες αρκεί να δουλέψουμε προς αυτή την κατεύθυνση με σύνεση και ορθολογισμό.

Θ. Κυριτσάκας

ITALIAN SHORT-HAIRED HOUND

FCI -Standard N° 337 / 11. 05.1993/ GB.

(Segugio italiano a pelo raso)

Ιταλικός κοντότριχος ιχνηλάτης

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Κα Peggy Davis.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ : Στα Ελληνικά Τσομώκος Διομήδης.

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ : Ιταλία.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΧΙΚΩΝ ΕΓΚΥΡΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ: 27.11.1989.

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ: Σκυλί για το κυνήγι ειδικά λαγών και αγριογούρουνων

ΤΑΞΙΝΌΜΗΣΗ FCI: Ομάδα 6 Ιχνηλάτες και συναφής φυλές.

Τμήμα 1.2 μέσου μεγέθους κυνηγόσκυλα

με εξέταση εργασίας.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Η προέλευση του Segugio μας έρχεται από την αρχαιότητα. Τα σκυλιά αυτά είναι σχεδόν σίγουρο ότι είναι απόγονοι των πρωτόγονων σκύλων της αρχαίας Αιγύπτου που χρησιμοποιούνταν για κυνήγι. Εισήχθησαν στη συνέχεια μέσω της μεσογείου από φοίνικες εμπόρους και έφθασαν τελικά στην Ιταλία. Πολυάριθμες απεικονίσεις που έγιναν από τις διάφορες δυναστείες των Αιγυπτίων Φαραώ, ενισχύουν την άποψη της παρουσίας στην Αίγυπτο σκύλων οι οποίοι ομοιάζουν πάρα πολύ με το σημερινό Segugio. Πρέπει να επισημανθεί ιδιαίτερα η παρουσία κρεμαστών αυτιών, αναμφίβολο σημάδι εξημερωμένης εκτροφής. Μπορούμε επομένως να συμπεράνουμε ότι το αρχαίο κυνηγόσκυλο ιχνηλάτης, το οποίο δεν πρέπει να το συγχέουμε με τα κυνηγόσκυλα όρασης (λαγωνίκες), ήρθε στην Ιταλία και από αυτό προήλθαν τα σημερινά Segugio, των οποίων οι γενικές ανατομικές ιδιαιτερότητες διατηρήθηκαν χωρίς αλλαγές όλους αυτούς τους αιώνες. Σκυλιά ίδιου τύπου και παραστήματος με τα σημερινά Segugio που αντιπροσωπεύουν τον ιδανικό τύπο της φυλής, μπορούμε να δούμε σε αγάλματα όπως της "Κυνηγού Άρτεμις" (Diane chasseresse) στο μουσείο της Νάπολης ή αυτό της "Άρτεμις με τόξο και βέλος" (Diane tirant à l'arc) στο μουσείο του Βατικανού, αλλά και σε έναν πίνακες του 1600 στο κάστρο Borso d'Este.

ΓΕΝΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ: Σκυλί γενικά μέσων αναλογιών, με σώμα πλήρως τετραγωνισμένο, γερή κατασκευή, καλά ισορροπημένη, με σωστά αναπτυγμένα οστά, αδύνατη και νευρώδη μορφή, τονιζόμενη από εντόνους μύες χωρίς το παραμικρό ίχνος λίπους, σχετικά μακρύ κεφάλι του οποίου οι ανώτεροι διαμήκεις κρανιακοί και ρινικοί άξονες είναι αποκλίοντες, κοντό τρίχωμα.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΑΝΑΛΟΓΙΕΣ:

· Το μήκος του σώματος να είναι ίσο με το ύψος στο ακρώμιο (τετραγωνισμένη μορφή).

· Το ύψος (ή βάθος) του στήθους είναι ίσο με το μισό από το ύψος των μπροστινών ακρών μετρώντας τα από το έδαφος ως τους αγκώνες.

· Το μήκος του ρύγχους είναι ίσο με το μισό μήκος του κεφαλιού.

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ/ΙΔΙΟΣΥΓΚΡΑΣΙΑ: Ιχνηλάτης που προσαρμόζεται πολύ εύκολα σε όλους σχεδόν τους κυνηγότοπους, προικισμένος με μεγάλη αντοχή και ταχύτητα, εξαιρετικά πρόθυμος, είτε εργαζόμενος μόνος του, είτε σε αγέλη, σκληραγωγημένος και όχι πολύ διαχυτικός, έχει μαλακή έκφραση και δυνατή πολύ ευχάριστη φωνή.

ΚΕΦΑΛΙ

ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΚΡΑΝΙΟΥ:

Κρανίο: Βλέποντας το από επάνω, η μορφή του κρανίου είναι σχεδόν ωοειδής. Από πλάγια όψη, οι άξονες του κρανίου και του ρύγχους είναι αποκλίνωντες, το ανώτερο περίγραμμα του κρανίου είναι ελαφρώς κυρτό, το διζυγωματικό πλάτος είναι λιγότερο από το μισό του μήκους του κεφαλιού, οι υπερβλεφαριδικές αψίδες είναι ελάχιστα αναπτυγμένες, ο μετωπιαίος αύλακας είναι ελαφρώς εμφανής το ινιακό οστό, κοντό, κομψό και προεξέχων χωρίς υπερβολή.

Μετωπιαίο στοπ: Βαθμός προβολής περίπου 140°.

ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ:

Μύτη: Πλησιάζει την μορφή ενός πολυέδρου έξι εδρών, αρκετά μεγάλη, ευλύγιστη με ωραία ανοιχτά ρουθούνια των οποίων οι οπές είναι ελαφρώς προς τα πλάγια και πάντα ο μαύρες.

Ρύγχος: Το μήκος του ρύγχους είναι ίσο με το μισό του μήκους του κεφαλιού, το βάθος του πρέπει να υπερβεί ελάχιστα το μισό του μήκος του, το πλάτος του ρύγχους που μετριέται στο μέσο του μήκος του, πρέπει να είναι λίγο λιγότερο από ένα πέμπτο του μήκους του κεφαλιού, η επάνω πλάγια όψη του ρύγχους είναι ελαφρώς κυρτή (ρωμαϊκή μύτη), οι πλευρικές του ρύγχους συγκλίνουν προς τα εμπρός, τα οστά της κάτω σιαγώνας είναι σχεδόν ίσια σε ολόκληρο το μήκος τους και στο σαγόνι αναπτύσσεται ελαφρώς μόνο στο μπροστινό μέρος του, η πλάγια όψη του κάτω μέρους του ρύγχους καθορίζεται από το επάνω χείλος.

Χείλια: Είναι ωραία και λεπτά, βλέποντας τα από εμπρός όπως και από πλάγια όψη, δεν αναπτύσσονται πολύ σε ύψος (τεντωμένα), σε πλάγια όψη τα επάνω χείλη παρουσιάζουν στη κάτω άκρη τους μικρή καμπύλη. Το περίγραμμα των χειλιών είναι πάντα μαύρο.

Σαγόνια/δόντια: Η μορφή των σαγονιών είναι όπως αυτή ενός περικομμένου κώνου η θέση των κοπτήρων σε σχέση με τις σιαγώνες είναι στη σωστή γωνία δίνοντας δάγκωμα ψαλιδιού. Οδοντοστοιχία πλήρης και άσπρη, κανονικά ευθυγραμμισμένη και σωστά αναπτυγμένη, επιθυμητό είναι το δάγκωμα ψαλιδιού αλλά και το δάγκωμα πένσας επιτρέπεται.

Μάγουλα: Επίπεδα και αδύνατα.

Μάτια: Αμυγδαλωτά, μεγάλα, φωτεινά, στο χρώμα της σκούρας ώχρας, σε ημι-πλευρική θέση, με μαλακή έκφραση, το περίγραμμα των βλέφαρων είναι πάντα μαύρο.

Αυτιά: Τοποθετημένα στο ίδιο επίπεδο με τα ζυγωματικά τόξα ή και ελαφρώς χαμηλότερα, το αυτί πρέπει να είναι κρεμαστό και να παρουσιάζει μια στρέψη που να το οδηγεί προς τα εμπρός, μην επιτρέποντας του να διπλώνει, ή να κατσαρώνει. Το αυτί είναι τριγωνικής μορφής, επίπεδο καθ’ όλο το μήκος του και αρκετά φαρδύ, η άκρη του αυτιού πρέπει να είναι στενή, δεν πρέπει ποτέ να είναι φαρδιά και στρογγυλή, με μια πολύ μικρή εσωτερική σπείρωση. Το μήκος του αυτιού πρέπει να φθάνει περίπου το 70% του μήκους του κεφαλιού και το πλάτος στο ευρύτερο σημείο λίγο περισσότερο από μισό του μήκος του.

ΛΑΙΜΟΣ

Σχεδιάγραμμα: Το επάνω περίγραμμα του σχηματίζει ελαφρώς αψίδα, κατά συνέπεια είναι ελαφρώς κυρτός.

Μήκος: Το μήκος του είναι ίσο ή σχεδόν ίσο με το μήκος του κεφαλιού, επομένως πρέπει να φθάνει στο 4/l0 του ύψους στο ακρώμιο.

Μορφή: Ο λαιμός έχει τη μορφή ενός περικομμένου κώνου, εμφανίζεται πολύ αδύνατος και ελαφρύς, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν είναι ιδιαίτερα μυϊκός (μακριοί μύες).

Δέρμα: Ωραίο, σφιχτό, χωρίς πτυχές ή λωγάνιον (προγούλι), κοντή τρίχα.

ΣΩΜΑ

Ράχη: Ίσια που από τα ακρώμια κατεβαίνει αρμονικά προς τα καπούλια του ζώου με μέτρια κυρτότητα στο επίπεδο της οσφυϊκής χωράς.

Ακρώμια: Ελαφρώς υπερυψωμένα στην ράχη και στενά λόγω της στενότητας των ωμοπλατών, ενώνονται αρμονικά στη βάση του λαιμού.

Πλάτη: Το επάνω περίγραμμα της πλάτης είναι ίσιο χωρίς εντόνους μύες, το μήκος της πλάτης είναι σε σχέση 3 προς 1 με το μήκος της οσφυϊκής χώρας.

Οσφυϊκή χώρα: Το μήκος της οσφυϊκής χώρας πρέπει να είναι λίγο λιγότερο από το ένα πέμπτο του ύψους στο ακρώμιο, το πλάτος της οσφυϊκής χώρας είναι περίπου όσο και το μήκος της, οι μύες της είναι καλά αναπτυγμένοι τόσο στο μήκος, όσο και στο πλάτος της.

Καπούλια: Το επάνω μέρος του καπουλιού παρουσιάζει ελαφρά κυρτότητα με κλίση περίπου 10° προς τα κάτω, το μήκος του φθάνει στο ένα τρίτο του ύψους στο ακρώμιο, ενώ το πλάτος του είναι περίπου το μισό του μήκους του, οι μύες (των καπουλιών) είναι καλά αναπτυγμένοι.

Στήθος : Το ύψος του στήθους ή του θώρακα είναι ίσο ή ελαφρώς λιγότερο από το μισό του ύψους στο ακρώμιο και το πλάτος του (εγκάρσια διάμετρος) που μετριέται στο μέσο του ύψους, είναι ίσο ή περίπου ίσο με το 1/3 του ύψους στο ακρώμιο, το στήθος πρέπει να κατεβαίνει ως ή σχεδόν ως στους αγκώνες. Τα πλευρά δεν εξέχουν ιδιαίτερα και έχουν μια ελαφρά κυρτότητα, η περιφέρεια του στήθους υπερβαίνει το ύψος στο ακρώμιο κατά ένα τέταρτο, το στήθος είναι μέτριου πλάτους.

Κάτω μέρος : Η πλάγια όψη του κάτω μέρους είναι χαρακτηριστική έχοντας την μορφή μιας σχεδόν ευθείας γραμμής σε ολόκληρο το μήκος της, το οποίο ξεκίνα από το στέρνο και φτάνει ως την κοιλιά, κοιλιά αρκετά σφριγηλή, χωρίς έντονες πτυχές.

ΟΥΡΑ: Τοποθετημένη ψηλά στο ίδιο επίπεδο με τα καπούλια. Λεπτή στη βάση της και ομοιόμορφη σε όλο το μήκος της, μοιάζοντας με ένα "grissino" (μικρό ραβδί ψωμιού) εκτός από την άκρη της που είναι πολύ λεπτή. Το μήκος της ουράς είναι τόσο ώστε η άκρη της να αγγίζει ή να φθάνει σχεδόν στο σημείο του ταρσού. Καλυμμένη με την κοντή τρίχα στο ολόκληρο μήκος της. Σε ανάπαυση, η ουρά απλώς κρέμεται, όταν το σκυλί είναι σε ένταση ανεβαίνει πάνω από την πλάτη.

ΑΚΡΑ

ΕΜΠΡΟΣΘΙΑ ΑΚΡΑ: Στο σύνολο τους και βλέποντας τα από πλάγια όψη, η κατακόρυφος πρέπει να αντιστοιχεί σε μια φανταστική κάθετη γραμμή που έρχεται από τη άρθρωση της ωμοπλάτης με τον βραχίονα κάτω στο έδαφος και ελαφρώς αγγίζει την άκρη των δακτύλων και σε μια άλλη φανταστική κάθετη γραμμή, που πηγαίνει από τη άρθρωση βραχίονα κερκίδας και η οποία διαιρεί το αντιβράχιο και τον καρπό σε δύο σχεδόν ίσα μέρη και τελειώνει στα μέσα του μήκος του μετακαρπίου. Βλέποντας τα από εμπρός, τα μπροστινά πόδια πρέπει να αντιστοιχούν σε μια κάθετη γραμμή που πηγαίνει κάτω από το σημείο του ώμου και διαιρεί το αντιβράχιο, την καρπική ένωση, τον μετακάρπιο και το πόδι σε δύο λίγο πολύ ίσα μέρη. Το ύψος από το έδαφος ως τους αγκώνες είναι ίσο με το μισό από το ύψος στο ακρώμιο.

Ώμοι: Το μήκος της ωμοπλάτης φθάνει στο ένα τρίτο του ύψους στο ακρώμιο, η κλίση τους προς τα κάτω είναι από 45° ως 55°, οι μύες είναι μακριοί και νευρώδεις, εμφανείς και ευδιάκριτοι, το άνοιγμα της γωνίας της άρθρωσης ωμοπλάτης – βραχίονα είναι περίπου 110°.

Βραχίονας: Το μήκος του αντιστοιχεί σε περίπου το μισό του ύψους από το έδαφος στον αγκώνα σε σχέση με την κατακόρυφο, είναι τοποθετημένος σε ένα επίπεδο λίγο πολύ παράλληλο στο μέσο επίπεδο του σώματος. Οι μύες των βραχιόνων είναι μακριοί και νευρώδεις.

Αγκώνας: Τοποθετημένος στο επίπεδο ή ελαφρώς κάτω από τη γραμμή του στέρνου και παράλληλος στο μέσο επίπεδο του σώματος, το άκρο του αγκώνα πρέπει να κατεβαίνει κατακόρυφα από την άκρη της ωμοπλάτης. Η γωνίας βραχίονα κερκίδας είναι από 135° ως 145°.

Αντιβράχιο: Τα μήκους του είναι περίπου στο ένα τρίτο του ύψους στο ακρώμιο, είναι κάθετος προς το έδαφος και παρουσιάζει καλά ορατό καρπο-αντιβράχιαιο αύλακα, ο οποίος δίνει την εντύπωση ενός νευρώδες ποδιού, λιπόσαρκο και χωρίς βαριά οστά.

Καρπός: Λιπόσαρκος, επεκτείνει στην ευθεία του αντιβραχίου.

Μετακάρπιο: Το μήκος του δεν πρέπει να είναι λιγότερο από το ένα έκτο του μήκους από το έδαφος ως τον αγκώνα του μπροστινού ποδιού, ευρύτερο από τον καρπό, αλλά επίπεδο και νευρώδες, βλέποντας το από πλάγια το μετακάρπιο είναι ελαφρώς πλάγιο από πίσω προς τα εμπρός.

Εμπρόσθια πέλματα: Ωοειδείς μορφής (πόδι λαγού), δάχτυλα κλειστά που σχηματίζουν αψίδα μαξιλαράκια όχι ιδιαίτερα σαρκώδη, νευρώδη, σκληρά, ανθεκτικά (δερματοειδής) και μαύρα. Νύχια ισχυρά, κυρτά και πάντα μαύρα. Η παρουσία μερικών άσπρων (όχι ροζ) νυχιών δεν είναι ελάττωμα.

ΟΠΙΣΘΙΑ ΑΚΡΑ: Βλέποντας τα από πλάγια, η κατακόρυφος πρέπει να αντιστοιχεί σε μια φανταστική κάθετος, η οποία πηγαίνει από την άκρη του γλουτού στο έδαφος, ακουμπώντας ή σχεδόν ακουμπώντας την άκρη των δακτύλων.

Το άκρο, βλέποντας το από πίσω, πρέπει να αντιστοιχεί σε μια φανταστική κατακόρυφο που, από την άκρη του γλουτού, κατεβαίνει στο έδαφος διαιρώντας το σε δύο ίσα μέρη ως την άκρη του ταρσού και από τον ταρσό ως το πόδι. Το μήκος των πίσω ποδιών φθάνει περίπου στο 93% του ύψους στο ακρώμιο.

Ανώτερος Μηρός: Μακρύς και ευρύς, το μήκος του δεν πρέπει να είναι λιγότερο από ένα τρίτο του ύψους στο ακρώμιο. Το πλάτος του (εξωτερική επιφάνεια) είναι σχεδόν ίσο με το 3/4 του μήκους του, οι μύες είναι προεξέχοντες και σαφώς χωρισμένοι, η πίσω άκρη του μηρού είναι ελαφρώς κυρτή. Η γωνία της ισχίο-μηριαίας άρθρωσης είναι από 90° ως 95°.

Κνήμη: Η κνήμη πρέπει να είναι στην ίδια κατακόρυφο με τα πίσω πόδια, επομένως δεν πρέπει να γυρίσει προς τα έξω ή προς τα μέσα, η γωνία της κνημο-μηριαίας άρθρωσης είναι περίπου 115°.

Κατώτερος μηρός: Το μήκος του κατώτερου μηρού είναι ελαφρώς λιγότερο από αυτό του ανώτερου, η κλίση του προς τα κάτω είναι περίπου 40°. Ο κατώτερος μηρός παρουσιάζει νευρώδεις μύες ακόμη και στο επάνω μέρος του, σφιχτούς και σαφώς διαχωρισμένους ο ένας από τον άλλο, ο αύλακας είναι έντονος και προφανής, η εξωτερική saphenous φλέβα είναι ορατή, η δομή των οστών μάλλον ελαφριά αλλά συμπαγής.

Ταρσός: Το πλάτος της είναι λίγο πολύ ίσο με το ένα δέκατο του ύψους στο ακρώμιο, η απόσταση από το έδαφος στην άκρη του ταρσού δεν πρέπει να υπερβεί το 27% του ύψους στο ακρώμιο (ταρσός χαμηλά), η δομή των οστών είναι συμπαγής με εμφανές και σαφώς ορατό το περίγραμμα τους, το οποίο υπογραμμίζει την ισχνότητα του ποδιού, το άνοιγμα της κνημό-μηριαίας γωνίας είναι περίπου 135°.

Μετατάρσιο: Το μήκος του είναι λιγότερο από το μισό μήκος του μπροστινού ποδιού από το έδαφος ως τον αγκώνα, λιγότερο ευρύ από τον ταρσό, τοποθετημένο σε κάθετη θέση, δηλ. κάθετος προς το έδαφος. Χωρίς παράνυχα.

Οπίσθια πέλματα: Λιγότερο ωοειδής από τα μπροστινά των οποίων έχουν όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά.

ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΣ- ΚΙΝΗΣΗ: Κατά το κυνήγι το σκυλί καλπάζει.

ΔΕΡΜΑ: Ωραίο και λεπτό, εφαρμοστό σε όλο το σώμα. Το χρώμα των βλεννωδών μεμβρανών, των βλέφαρων, των νυχιών, των μαξιλαριών των πελμάτων και των δακτύλων πρέπει να είναι τελείως μαύρο. Μια μαύρη χρώση του ουρανίσκου δεν είναι απαραίτητη, αλλά είναι ιδιαίτερα επιθυμητή.

ΤΡΙΧΩΜΑ

ΤΡΙΧΑ: Κοντή τρίχα σε όλο το σώμα, ίσια υφής ανάλογης με αυτή των αλόγων, πυκνή κοντή και ομοιόμορφα λεία, μπορούν να υπάρξουν μερικές διεσπαρμένες τραχιές τρίχες στο σώμα, στο ρύγχος, επίσης και στα πόδια που δεν αποτελεί όμως ελάττωμα.

ΧΡΩΜΑ : Τα επιτρεπόμενα χρώματα είναι: το αμιγές κιτρινόφαιο σε όλες τις διαβαθμίσεις του από το έντονο κόκκινο-κιτρινόφαιο ως το ξεθωριασμένο (ξεπλυμένο) κιτρινόφαιο, επίσης το μαύρο και το υπόφαιο. Τα υπόφαια σημάδια, όπως σε όλα τα μαύρα και υπόφαιο σκυλιά, πρέπει να βρίσκονται στο ρύγχος, τα φρύδια, το στήθος, στα πόδια, από τον καρπό ως τα πέλματα όπως και από τον ταρσό ως τα πέλματα, επίσης στην περινειακή περιοχή. Τα υπόφαια σκυλιά μπορούν επίσης να έχουν λευκό στο ρύγχος και το κρανίο, (συμμετρική ή όχι μάσκα), ένα άσπρο αστέρι στο στήθος, άσπρο στο λαιμό, στο μετακάρπιο, τον ταρσός, στα πέλματα και στην άκρη της ουράς. Το λευκό εντούτοις δεν είναι επιθυμητό και όσο λιγότερο υπάρχει τόσο καλύτερα. Τα μαύρος και τα υπόφαια μπορούν να παρουσιάσουν άσπρο αστέρι στο στήθος, σε αυτή την περίπτωση το Segugio αποκαλείται τρίχρωμο. Το καφετο-κάστανο όπως και το συκωτί χρώμα δεν είναι αποδεκτά.

ΜΕΓΕΘΟΣ ΚΑΙ ΒΑΡΟΣ:

Ύψος στο ακρώμιο: αρσενικά από 52 έως 58 εκατ.,

θηλυκά από 48 έως 56 εκατ..

Ανοχή: ± 2 εκατ., μόνο για τα εξαίρετα άτομα.

Βάρος: από 18 έως 28 κλ.

ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ: Οποιαδήποτε απόκλιση από τα προηγούμενα σημεία πρέπει να θεωρηθεί ελάττωμα και η σοβαρότητα με την οποία το ελάττωμα αυτό θα πρέπει να αξιολογηθεί, πρέπει να είναι στην ακριβή αναλογία με τον βαθμό απόκλισης του.

Αυτοί οι όροι επίσης διαμορφώνονται καθώς η φυλή αναπτύσσεται συνεχώς.

ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ:

· Κρανιο-ρινικοί άξονες συγκλίνοντες.

· Αποχρωματισμένη στο σύνολο ή σε ένα σημαντικότερου μέρος της, μύτης.

· Κοίλο ρύγχος.

· Υπογνάθισμος.

· Αποχρωματισμός στο σύνολο ή σε ένα σημαντικότερο μέρος του περιγράμματος των βλέφαρων.

· Έλλειψη ή κοντής ουράς, είτε τεχνητά είτε εκ γενετής

· Γκριζογάλανο ή μολύβι χρώμα, πιτσιλωτό καφέ, κάστανο-καφετί, συκώτι ή όταν υπερισχύει το άσπρο

· Μεγέθη που υπερβαίνουν τα ενδεδειγμένα περιθώρια ανοχής.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τα αρσενικά ζώα πρέπει να έχουν δύο εμφανείς κανονικούς όρχεις που κατεβούν πλήρως στο οσχέων.