Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2006

Ο Θωμάς Πετρόχειλος Απαντά 3/06

Από κ. anixneftis

Δύσκολο Σέττερ

Μου έδωσαν πρόσφατα ένα Σέττερ θηλυκό 4 ετών το οποίο ενώ είναι σπίτι είναι πολύ ήσυχη και υπάκουη. Στο κυνήγι όμως γίνεται πολύ ξεροκέφαλη και κυνηγά σχεδόν μόνο για τον εαυτό της. Το σκυλί είναι ανοιχτής έρευνας. Τι μπορώ να κάνω για να το μαζέψω λίγο και φυσικά να την κάνω να με ακούει και να μην φωνάζω. Να σημειώσω ότι όταν πλέον κουραστεί μόνο τότε μαζεύεται.

Ο Francini έλεγε ότι όταν ένα ζώο είναι ήσυχο στο σπίτι ή ήρεμο στα χέρια όταν είναι κουτάβι, είναι δυνατό στο βουνό.

Η εκπαίδευση την οποία έχετε κάνει, αρκεί για να ελέγξετε τον σκύλο σας στις συνθήκες του σπιτιού και της αυλής σας, αλλά δεν αρκεί για να το ελέγξετε την ώρα που κυνηγάει και όσο εσείς το μαλώνετε όταν γυρνάει, τόσο αυτό θα μεγαλώνει την απόσταση η οποία σας χωρίζει και θα μεγαλώνει και το χρονικό διάστημα στο οποίο θα επιστρέφει.

Εκείνο το οποίο θα πρέπει να κάνετε είναι να βελτιώσετε σταδιακά το επίπεδο εκπαίδευσης του σκύλους σας.

Από κ. Argonayths

Απόρτ

Αγαπητέ κ. Πετρόχειλε έχω ένα Κούρτσχααρ 3 ετών το οποίο κάνει πολύ καλό κυνήγι και μου γεμίζει το ταγάρι ανεξαρτήτως θηράματος. Το πρόβλημα είναι στο απόρτ ενώ πάει και βρίσκει το θήραμα όπου και να έχει πέσει το φέρνει 5-10 μέτρα και το παρατάει. Μπορώ να κάνω κάτι;

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνετε, είναι να βελτιώσετε την σχέση που έχετε με τον σκύλο σας και να του δείξετε ότι συναινείτε στο να πιάνει τι θήραμα και να το κρατάει. Αυτό μπορεί να γίνει ως εξής: Να παίζεται με ένα θήραμα παροτρύνοντας τον σκύλο σας να το κυνηγήσει και να του το πετάξετε σε απόσταση 2-3 μέτρων κρατώντας τον με ένα ελαφρύ σχοινί. Όταν αυτός το πιάσει θα το φέρετε απαλά προς το μέρος σας και θα τον χαϊδέψετε πριν προλάβει να το αφήσει. Εφόσον η άσκηση πετύχει, θα την επαναλάβετε την επόμενη και την μεθεπόμενη ημέρα, σε λίγο μεγαλύτερη απόσταση. Θα αυξάνετε την απόσταση μέτρο μέτρο κάθε μέρα χαϊδεύοντας τον σκύλο κάθε φόρα που κρατάει το θήραμα και σας το φέρνει και εφόσον φτάσετε στα 20 μέτρα, τότε μπορείτε να λύσετε το ζώο από το σκοινάκι. Εάν η μέθοδος δεν πετύχει, τότε πρέπει να κάνει ο σκύλος κατευθυνόμενο απόρτ, πράγμα το οποίο πρέπει να κάνει κάποιος επαγγελματίας.

Από κ. Νίκο

Φέρμες σε κοτσύφια

Αγαπητέ κύριε Πετρόχειλε θα ήθελα την βοήθεια σας σε ένα πρόβλημα που έχω με τον σκύλο μου. Είναι ένα Σέττερ 3 ετών το οποίο έχει μια έντονη επιμονή να φερμάρει κοτσύφια. Ενώ δεν του δίνω σημασία ούτε πυροβολώ εννοείτε, αυτός επιμένει. Η υπακοή του είναι άριστη. Δεν ξέρω πλέον πώς να το αντιμετωπίσω. Υπάρχει κάποια ενδεδειγμένη λύση;

Ευχαριστώ για τον χρόνο σας Νίκος

Δεν φτάνει μόνο να μην πυροβολούμε τις τσίχλες και τα κοτσύφια, αλλά πρέπει παράλληλα ο σκύλος να βρίσκει μπεκάτσες, πέρδικες και ορτύκια, τα οποία εσείς θα σκοτώνετε και αυτός θα απορτάρει, για να μπορέσει να καταλάβει ότι το κοτσύφι και η τσίχλα δεν μας ενδιαφέρει, ενώ αντίθετα μας ενδιαφέρουν τα ορτύκια οι πέρδικες και οι μπεκάτσες. Υπάρχουν σκυλιά που αυτό το καταλαβαίνουν εύκολα, ενώ υπάρχουν άλλα τα οποία το καταλαβαίνουν πολύ δυσκολότερα. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν θα σας προέτρεπα να τιμωρήσετε τον σκύλο σας σε σχέση με τα κοτσύφια και τις τσίχλες, διότι μπορεί να κάνει άσχημο συνειρμό και για τα άλλα θηράματα.

Ο Θανάσης Κυριτσάκας Απαντά 3/06

Από κ. Νίκος

Κούρτσχααρ με Πόιντερ

Καλησπέρα σας κύριε Κυριτσάκα. Ένα σκυλί από μάνα καθαρή Κούρτσχααρ και πατέρα καθαρό Πόιντερ τι αποτέλεσμα θα μπορούσε να έχει στο κυνήγι του λαγού. Βρίσκομε στο Ηράκλειο Κρήτης και εδώ και μια δεκαετία ασχολούμαι μόνο με το κυνήγι του λαγού.

Ευχαριστώ Νίκος Ρηγάκης

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Το Κούρτσχααρ και το Πόιντερ κ. Ρηγάκη είναι πουλόσκυλα και δημιουργήθηκαν αποκλειστικά για το κυνήγι των πουλιών. Όμως σχεδόν όλα τα σκυλιά φέρμας, φερμάρουν και ξεσηκώνουν το λαγό, το ζαρκάδι, ακόμα και το αγριογούρουνο όταν βρεθούν κοντά στο γιατάκι. Με την ίδια έννοια πολλοί ιχνηλάτες ξεσηκώνουν πέρδικες όταν βρεθούν στο «δρόμο» τους, αλλά αυτά τα περιστατικά είναι τυχαία και έκτακτα στις κυνηγετικές εξορμήσεις και δεν χαρακτηρίζουν κυνηγετικά τη ράτσα.

Ο λαγός κυνηγιέται με ιχνηλάτες και τα πουλιά με πουλόσκυλα, αυτός είναι ο κανόνας του σωστού και ορθολογικού κυνηγιού και μάλιστα από άποψη κυνολογική, δηλαδή το κατάλληλο σκυλί για το ανάλογο θήραμα, γι αυτό άλλωστε υπάρχουν εκατοντάδες καθαρόαιμες ράτσες για όλα τα είδη θηραμάτων.

Για να έρθουμε στην ουσία του θέματος, πρέπει να καταλάβετε ότι καμία τυχαία διασταύρωση δεν φέρνει καλά αποτελέσματα, μόνο αρνητικά σε επίπεδο γενετικό, κυνολογικό και κυνηγετικό. Αν η διασταύρωση του Πόιντερ και του Κούρτσχααρ θα μας έδινε ένα ανώτερο σκυλί από τα δυο, τότε να είσθε σίγουρος ότι θα είχε γίνει από τους ειδικούς κυνοτέχνες και εκτροφείς της Ευρώπης εδώ και πολλά χρόνια και θα είχαμε μια νέα ράτσα, αλλά όπως είναι φανερό δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα.

Από δυο καθαρόαιμες ράτσες για να δημιουργηθεί μια νέα καθαρόαιμη ράτσα χρειάζονται 30-40 χρόνια συνεχούς έρευνας και μελέτης.

Για τη διασταύρωση του Πόιντερ και του Κούρτσχααρ, η απάντηση λοιπόν είναι «μηδέν» αποτέλεσμα στο λαγό και «μηδέν» αποτέλεσμα στα πουλιά, γιατί είναι δυο ολοκληρωμένες και ισορροπημένες ράτσες και δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα η μια από την άλλη, είναι και οι δυο εξαιρετικές ράτσες και δεν χρειάζονται «μπασταρδάκια».

Γνωρίζω ότι στην Κρήτη λόγω των πολλών κοπαδιών που κυκλοφορούν στα βουνά, πολλοί κυνηγοί του λαγού δεν θέλουν τα σκυλιά τους να κάνουν μεγάλη καταδίωξη για να μην ενοχλούν τα πρόβατα και μαλώνουν με τους κτηνοτρόφους, αλλά και να μην κλέβονται και «χάνονται» τα σκυλιά τους. Αναγκαίο κακό!!!

Ίσως να συμβαίνει το ίδιο και με σας, οπότε για καθαρά πρακτικούς λόγους χρησιμοποιείτε τα πουλόσκυλα και καλά κάνετε αν σας ικανοποιεί αυτός ο τρόπος.

Αλλά πάλι θα μπορούσατε να χρησιμοποιήσετε τον «Κρητικό Ιχνηλάτη», που δεν κάνει μεγάλη καταδίωξη και δεν θα είχατε πρόβλημα. Επίσης υπάρχουν τα «Μπασέ», που κυνηγούν πολύ κοντά στον κυνηγό και δεν κάνουν γρήγορες σε ταχύτητα καταδιώξεις του λαγού.

Αν συνεχίσετε έτσι, το σίγουρο είναι ότι δεν θα νοιώσετε ποτέ το πραγματικό κυνήγι του λαγού, που γίνεται με ιχνηλάτες, γιατί η ομορφιά στο λαγό είναι η προσπάθεια των ιχνηλατών, να τον πλησιάσουν στο γιατάκι, να τον ξεσηκώσουν, να τον καταδιώξουν ώρες πολλές φορές και να τον «φέρουν» κοντά στο καρτέρι.

Το κυνήγι του λαγού απαιτεί υψηλού επιπέδου ιχνηλασία και χρειάζεται υψηλού επιπέδου ιχνηλάτες, που μας προσφέρουν το ωραιότερο κυνήγι στα τριχωτά.

Από κ. Γιάννη

Άγνωστες φυλές

Θέλω να συγχαρώ τον Κυνηγότοπο για την εξαιρετική δουλειά που κάνει γύρω από τα θέματα ιχνηλατών, αλλά και εσάς για τις εξαιρετικές και τεκμηριωμένες απαντήσεις που κάθε μήνα μέσα από αυτή την στήλη μας δίνετε. Θέλω να παρατηρήσω ότι αν δεν υπήρχε αυτή η παρουσίαση από την σελίδα σας, πολλές φυλές ιχνηλατών δεν θα τις ξέραμε καν. Προσωπικά έχω να πω ότι πολλές από τις φυλές που κάθε μηνά η σελίδα παρουσιάζει δεν τις γνώριζα και πάνω σε αυτό θα ήθελα να σας ρωτήσω. Πως μπορούμε να επιλέξουμε μια φυλή η οποία μπορεί να μην υπάρχει καν στην χώρα μας ή να υπάρχουν πολύ λίγα ζώα; Και θα πρέπει να το έχουμε αυτό στο μυαλό μας ως παράγοντα για την επιλογή ενός ζώου;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια και χαίρομαι ιδιαίτερα που ο «Κυνηγότοπος», ανεβαίνει στην εκτίμηση των χρηστών, γιατί πραγματικά προσφέρει πλήρη κυνηγετική και κυνολογική ενημέρωση με γνώμονα την παιδεία του Έλληνα κυνηγού, που έχει τόσο ανάγκη.

Σ’ όλη την Ευρώπη οι καθαρόαιμες ράτσες των ιχνηλατών, αντιπροσωπεύονται από αντίστοιχα Club εδώ και αιώνες πριν, με κύριο σκοπό την επιλεκτική εκτροφή, τη βελτίωση, την ανάπτυξη και τη διατήρηση των φυλών στα μορφολογικά και κυνηγετικά πρότυπα. Όλα τα Club, παίρνουν μέρος σε εκθέσεις μορφολογίας και οργανώνουν υποχρεωτικά επίσημους αγώνες πρακτικού κυνηγιού στο λαγό, στο αγριοκούνελο, στο ζαρκάδι και στο αγριογούρουνο.

Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα έχουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο ιχνηλάτες υψηλού κυνηγετικού επιπέδου που μπορούν να ικανοποιήσουν όλα τα γούστα των κυνηγών.

Πριν μια δεκαετία για τα δεδομένα της χώρας μας, θα ήταν δύσκολο να μιλάμε για επιλογή μιας ράτσας ιχνηλατών, γιατί απλούστατα δεν υπήρχαν πολλές και διαφορετικές ράτσες, έτσι ώστε ο κυνηγός να έχει τη δυνατότητα να προσανατολιστεί σε ιχνηλάτη του προσωπικού του γούστου, ανάλογα με το είδος του θηράματος που κυνηγάει και πολλούς άλλους σημαντικούς παράγοντες.

Πως ήταν η κυνολογική κατάσταση των ιχνηλατών πριν χρόνια;

Χιλιάδες ημίαιμα «γκέκικα», ελάχιστοι καθαρόαιμοι «Ελληνικοί Ιχνηλάτες» και ελάχιστα Σεγκούτσιο, Γιούρα και Μπηγκλ, που ήρθαν στην Ελλάδα από μερικούς, αλλά οι οποίοι δεν φρόντισαν να διατηρήσουν αυτές τις ράτσες αμιγείς.

Έτσι έχουμε το φαινόμενο της «Βαβέλ». Ξεφυτρώνουν τα «γκεκογιούρα», τα «γκεκοσεγκούτσι», τα «γκεκομπηγκλ» και χίλιες άλλες διασταυρώσεις με πουλόσκυλα, με τσοπανόσκυλα, με καθαρόαιμα, που δημιούργησαν το μεγαλύτερο κυνολογικό έγκλημα στην Ευρώπη.

Έτσι ο καθένας έπαιρνε ένα σκύλο-λαχείο και αν ήταν τυχερός να του κάτσει καλός, έχει καλώς, διαφορετικά τον ξαπόστελνε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αυξάνοντας τις αγέλες των αδέσποτων.

Σήμερα τα κυνολογικά πράγματα σχετικώς με τους ιχνηλάτες είναι καλύτερα από πριν, αλλά χρειάζεται χρόνος και συνείδηση για να κάνουμε μια κυνολογική αναγέννηση.

Οι περισσότεροι κυνηγοί έχουν καταλάβει ότι δεν γίνεται τίποτα με τα «γκέκικα», υπάρχει μια αυξανόμενη τάση για απόκτηση καθαρόαιμης ράτσας και όσοι θέλουν, έχουν τη δυνατότητα να διαλέξουν, γιατί υπάρχουν πολλές καθαρόαιμες φυλές πλέον.

Επιγραμματικά σας αναφέρω μερικές καθαρόαιμες Γαλλικές ράτσες, μεγάλης κυνηγετικής αξίας, που έχουν εισαχθεί στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.

· Σκύλος του Αρτουά

· Πορσελέν

· Αριέγης

· Μικρός Γασκώνης Σαιντόνζης

· Μικρός Μπλε της Γασκώνης

· Γκριφόν Μπλε της Γασκώνης

· Αγγλογαλλικός Πετίτ Βενιερί

· Μπρούνο Γιούρα γαλλικής εκτροφής

· Μπηγκλ Χάριερ

· Πουατεβέν

· Αρτεσιανό Νορμανδικό Μπασέ

Όπως είναι φανερό έχουμε μια μεγάλη λίστα καθαρόαιμων ιχνηλατών πλέον, προσθέτοντας και τον Ελληνικό Ιχνηλάτη, το Σεγκούτσιο, το Μπρούνο Γιούρα ελβετικής εκτροφής , το Λουκέρνης, το Σβυτς και το Μπηγκλ.

Τώρα μπορούμε να διαλέξουμε τον ιχνηλάτη που μας ικανοποιεί στο είδος κυνηγιού που κάνουμε , εύκολα και απλά. Δεν χρειάζεται να είμαστε ειδικοί γιατί όλες οι ράτσες έχουν βιογραφικό, όπου αναφέρονται όλα τα μορφολογικά, και κυνηγετικά χαρακτηριστικά τους με κάθε λεπτομέρεια.

Μελετώντας όλες τις προδιαγραφές θα καταλήξετε σίγουρα στον ιχνηλάτη που σας ταιριάζει πιο πολύ, ακόμα και στην παραμικρή λεπτομέρεια.

Το τελευταίο και σημαντικότερο στοιχείο, που πρέπει να εξετάσουμε στην αγορά καθαρόαιμου ιχνηλάτη, είναι η σοβαρότητα και το επίπεδο του «εκτροφέα-κυνηγού».

Είναι θέμα εμπιστοσύνης γενικά. Προσωπικά έχω εισάγει ιχνηλάτες από Γαλλία, μαθημένους και κουτάβια, μέσω e-mail ή τηλεφώνου και έχω εκπλαγεί απ’ την ειλικρίνεια αυτών των ανθρώπων.

Το ίδιο θα έκανα και με έναν Άγγλο, Γερμανό, Ελβετό κ.λ.π. γιατί γνωρίζω ότι το κυνολογικό επίπεδο της Ευρώπης γενικώς είναι πολύ ανεβασμένο και τηρούνται αυστηρά οι κανόνες διατήρησης των φυλών στα πρότυπα μορφολογίας και εργασίας με όλα τα επίσημα γενεαλογικά στοιχεία του σκύλου, καθώς επίσης και τις διακρίσεις σε εκθέσεις μορφολογίας και σε αγώνες πρακτικού κυνηγιού, που όλα αυτά μαζί δίνουν τελικώς και τη βαθμολογία των γεννητόρων για να πάρουν το «πράσινο φως» για αναπαραγωγή.

Από κ. Jim

Φυλές για ξεφώλιασμα

Κύριε Κυριτσάκα γεια σας. Θα ήθελα να μου πείτε αν υπάρχουν φυλές ιχνηλατών οι οποίες είναι καλύτερες στο ξεφώλιασμα και στο να σε πάνε κοντά στον λαγό απ’ ότι στην δίωξη. Το ρωτώ αυτό γιατί κυνηγώ μόνος μου και μου αρέσει να πάω κοντά στα σκυλιά μου.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Το «πλησίασμα» και το «ξεφώλιασμα» αγαπητέ Jim είναι το ζητούμενο για όλους τους ιχνηλάτες. Ο λαγός στη βραδινή βοσκή για δέκα ώρες περίπου, σε αντίθεση με τα άλλα ζώα δημιουργεί ένα λαβύρινθο χναριών με διακλαδώσεις και πισωγυρίσματα, μέχρι να καταλήξει στο γιατάκι.

Έτσι ο ιχνηλάτης μέσα σ’ αυτό το λαβύρινθο πρέπει να βρει τον πιο φρέσκο ντορό που οδηγεί στο πρωινό γιατάκι. Είναι η πιο δύσκολη εργασία κάθε ιχνηλάτη και σαφώς χρειαζόμαστε ένα σκύλο με άριστα κυνηγετικά προτερήματα, δηλαδή λεπτή όσφρηση (δυνατή μύτη), πάθος, εξυπνάδα, επιμονή, υπομονή, εργατικότητα και τέλος το σημαντικότερο, μεγάλη εμπειρία, που αποκτάται φυσικά σε μια ηλικία 4-5 ετών.

Ο σκύλος τελειοποιείται όσο μεγαλώνει και αποκτά εμπειρίες, γιατί δεν είναι η μυρωδιά του ζώου που τον οδηγεί, αλλά οι «οσφρητικές εντυπώσεις» (δηλαδή η μυρωδιά σε απόλυτη σχέση με το είδος του εδάφους που κινήθηκε ο λαγός) που προκάλεσε αυτό με το πέρασμά του και είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για ένα ιχνηλάτη. Τέτοιες «οσφρητικές εντυπώσεις» είναι το χνάρι του λαγού στο καθαρό ή πατημένο χορτάρι, στο ξερό ή βρεγμένο χώμα, στο βράχο, στην πέτρα, στην άμμο, επίσης το χορτάρι που έφαγε, το σπασμένο κλαδάκι, τα κόπρανα, οι τρίχες και οποιαδήποτε άλλη εντύπωση π ου δείχνει ότι πέρασε ο λαγός.

Οι εντυπώσεις αυτές καταγράφονται στο μυαλό του σκύλου με μια πρωτόγονη μορφή σκέψης και δημιουργούν μια βάση δεδομένων οσφρητικών εντυπώσεων σε μεγάλη ποσότητα και ποικιλία όσο ο σκύλος μεγαλώνει.

Έτσι λέμε πως ένας σκύλος είναι άριστος στο λαγό, όταν έχει καταγράψει όλη την ποικιλία των «οσφρητικών εντυπώσεων» που αφήνει ο λαγός στο πέρασμά του και είναι αυτές η αιτία που βρίσκει το λαγό γρήγορα και αλάνθαστα και όχι η μυρωδιά μόνο.

Επίσης έχουμε και τη μυρωδιά που εκπέμπει ο λαγός στον αέρα όταν κάθεται στο γιατάκι. Αυτή η μυρωδιά είναι σε σχήμα κώνου, με όγκο και πλάτος όσο είναι το ρεύμα του αέρα, που έχει «ποτιστεί» με τη μυρωδιά του λαγού, η οποία είναι σταθερή και δεν διακόπτεται. Το θήραμα, όποιο και αν είναι, όπου και αν κάθεται, διοχετεύει τη μυρωδιά του στο περιβάλλον με την αναπνοή και τον ιδρώτα. Το «ξάπλωμα» της μυρωδιάς στο χώρο γύρω απ’ το γιατάκι, παίρνει το σχήμα του κώνου, του οποίου η μεν κορυφή είναι το θήραμα και η βάση όλη η έκταση μέχρι του τελικού σημείου, όπου φτάνει η μυρωδιά ανάλογα με την ένταση και τη διεύθυνση του αέρα που φυσάει. Τα έμπειρα και έξυπνα λαγόσκυλα εκμεταλλεύονται πάντα τον κώνο οσμής του αέρα, όταν φτάνουν κοντά στο γιατάκι και ξεφωλιάζουν το λαγό με «όρθιο κεφάλι».

Όλες οι καθαρόαιμες ράτσες είναι καλές στο πλησίασμα, στο ξεφώλιασμα και στην καταδίωξη, όταν τα άτομα της καθεμιάς εκπαιδευτούν σωστά και αποκτήσουν την αναγκαία εμπειρία στην ηλικία που προανέφερα. Απλώς η κάθε ράτσα έχει διαφορετικό τρόπο εργασίας.

Εσείς θέλετε να κυνηγάτε κοντά στους ιχνηλάτες, οπότε πρέπει να επιλέξετε μια ράτσα τύπου «Μπασέ», τα οποία γενικώς είναι αργά και άνετα μπορείτε να κυνηγάτε μαζί τους τουλάχιστον μέχρι τη φάση του ξεσηκώματος. Φυσικά και τα Μπασέ κάνουν καταδίωξη του λαγού, αργή μεν αλλά σταθερή με μεγάλη αντοχή και διάρκεια. Η μόνη διαφορά των Μπασέ με τα πιο ψηλά σκυλιά είναι το ύψος τους, όλα τα υπόλοιπα κυνηγετικά προτερήματα είναι τα ίδια.

Σας αναφέρω μερικά Μπασέ, άριστα στο κυνήγι του λαγού και του αγριοκούνελου, αλλά και μερικά στο αγριογούρουνο και στο ζαρκάδι.

· Μπασέ Χάουντ

· Αρτεσιανό Νορμανδικό Μπασέ

· Μπασέ Μπλε της Γασκώνης

· Μπασέ Γκριφόν της Βανδέας (Μεγάλο και Μικρό)

· Μπασέ Γκριφόν της Βρετάνης (πολύ σκληροτράχηλο)

· Ελβετικό Μπασέ Μπρούνο Γιούρα

· Ελβετικό Μπασέ Λουκέρνης

· Ελβετικό Μπασέ Βέρνης

· Ελβετικό Μπασέ Σβυτς.

Αφροδίτη Καρύδα

Μια «Αφροδίτη» στο

Δ.Σ. του Ομίλου Κούρτσχααρ Ελλάδος

Συνέντευξη στη συνεργάτιδα μας κα Μαίρη Βαρνάβα

Την πρώτη γυναίκα στο διοικητικό του ομίλου Kurzhaar και μάλιστα από στην πλέον νευραλγική θέση της Γενικής Γραμματέως του Ομίλου, την κα Αφροδίτη Καρύδα, επέλεξε η συνεργάτιδα της σελίδας μας κα Μαίρη Βαρνάβα για να την «ανακρίνει» σε θέματα γύρω από την φυλή, τον όμιλο, αλλά και την γυναικεία κυνηγετικής φύση της.

Πότε ξεκίνησε η κυνηγετική σας δραστηριότητα και από που αντλήσατε τα ερεθίσματα σ’ αυτό το σπορ που λέγεται «κυνήγι»;

Κατάγομαι από αστική οικογένεια, με παππούδες πρόσφυγες από τη Σμύρνη της Μ. Ασίας. Οι παππούδες μου και οι δύο κυνηγοί, όλων των θηραμάτων, και αργότερα και ο πατέρας μου. Ο πατέρας της μητέρας μου, ο Ανδρέας Γιαννίκας, ήταν ο πιο δραστήριος και «παθιασμένος» θα 'λεγα κυνηγός. Πρόεδρος του Κυνηγετικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης για κάποια χρόνια.

Από μικρό παιδί λοιπόν, ακολουθούσα τον παππού και τον πατέρα μου στις κυνηγετικές τους εξορμήσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδος, καθώς και στην εκπαίδευση των σκύλων από τον παππού. Δεν θυμάμαι να μείναμε ποτέ χωρίς σκυλιά (πουλόσκυλα συνήθως).

Από μικρή μου άρεσε να βρίσκομαι στη φύση, να απολαμβάνω την ανατολή του ήλιου, το ηλιοβασίλεμα, την ηρεμία της λίμνης, να παρακολουθώ το ψάξιμο των σκυλιών, τη φέρμα, το απόρτ. Δεν με ενδιέφερε τόσο ο αριθμός των θηραμάτων που θα παίρναμε, όσο όλα αυτά τα υπέροχα για μένα πράγματα. Γύριζα σπίτι χαρούμενη, γεμάτη, ευχαρίστηση από τις εμπειρίες που αποκόμιζα.

Έτσι μόλις έγινα 18 ετών, έδωσα εξετάσεις για την κυνηγετική άδεια, πρώτη γυναίκα κυνηγός στη Θεσσαλονίκη εκείνη την εποχή, και ο μερακλής παππούς, μου αγόρασε το πρώτο Saint Etienne δικανάκι μου, μία που μου άρεσε περισσότερο το κυνήγι των φτερωτών και ιδιαίτερα της μπεκάτσας.

Τι είναι αυτό που σας ώθησε να θέσετε υποψηφιότητα στο Διοικητικό Συμβούλιο του kurzhaar club και να γίνεται ενεργό μέλος;

Η αγάπη μου για το kurzhaar και η διάθεσή μου να βοηθήσω τον Όμιλο με ώθησαν να δηλώσω υποψηφιότητα στο Διοικητικό.

Πιστεύω ότι το να βρίσκεις χρόνο να αφιερώνεις σ’ αυτό που σου αρέσει να κάνεις, στα χόμπι σου δηλαδή, είναι ότι καλύτερο. Σε ικανοποιεί, νοιώθεις όμορφα, ξεφεύγεις από τη ρουτίνα της καθημερινότητας.

Ενεργό μέλος για τον Όμιλο σημαίνει να έχεις στην κατοχή σου σκυλί kurzhaar. Τα ενεργά μέλη του Ομίλου εκλέγουν και εκλέγονται.

Πως αισθάνεστε που είστε η πρώτη γυναίκα στο Διοικητικό και πως σας αντιμετωπίζουν οι υπόλοιποι;

Για να είμαι ειλικρινής δεν περίμενα ότι θα είχα την πλειοψηφία. Χάρηκα για την εκλογή μου αυτή, αλλά αναλογίζομαι και τις ευθύνες που αναλαμβάνω. Υπόσχομαι ότι θα προσπαθήσω να κάνω το καλύτερο για τον πρόοδο του Ομίλου.

Σαν χαρακτήρας είμαι συνήθως ευδιάθετη και ευγενική, γεγονός που με κάνει πάντα ευπρόσδεκτη και αποδεκτή από όλους.

Το ότι είμαι η πρώτη γυναίκα, αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου, άλλωστε έχουμε μάθει τα τελευταία χρόνια οι γυναίκες να «παίρνουμε πρωτιές ...». Παράδειγμα προς μίμηση λοιπόν θα έλεγα!

Πως ξεκίνησε η αγάπη σας για το kurzhaar και τι είναι αυτό που σας έκανε να το ξεχωρίσετε;

Κυνηγώ αρκετά χρόνια με kurzhaar. Θεωρώ ότι υπερτερούν από άλλα σκυλιά λόγω του κοντότριχου της φυλής, ιδιαίτερα με τη ζέστη του καλοκαιριού, αλλά και της προσαρμοστικότητας που έχουν στο νερό που λατρεύουν. Ταιριάζει καλύτερα από τη φύση του στον Έλληνα κυνηγό. Η μορφολογία του εγγυάται δύναμη, αντοχή και ταχύτητα. Μου αρέσει το όλο στήσιμο αυτού του σκυλιού, το άψογο στυλ του. To θεωρώ μοναδικό, για το πως δουλεύει στον αέρα, την ταχύτητά του στην έρευνα, γιατί προσπαθεί πάντα να βρίσκεται σε συνεχή επαφή με το αφεντικό του, για το οποίο κυνηγάει, αρκεί να εισπράττει την αγάπη του. Συνήθως είναι σκυλιά πολύ καλού χαρακτήρα, συνεργάσιμα ακόμη και με άπειρους κυνηγούς. Είναι το σκυλί που συνδυάζει φτερωτό αλλά και τριχωτό θήραμα συγχρόνως.

Προσφάτως επισκεφθήκατε το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα ηπειρωτικών φυλών και το Παγκόσμιο πρωτάθλημα kurzhaar στην Κροατία. Ποιες οι εντυπώσεις σας;

Ήταν η πρώτη φορά που παρακολούθησα ένα τόσο μεγάλο πρωτάθλημα, μία πολύ όμορφη εμπειρία για μένα. Άξιζε τον κόπο, εάν και ταλαιπωρηθήκαμε λιγάκι, διότι πήγαμε με το αυτοκίνητό μου, τον γιο μου Χρήστο κι ένα φίλο και μέλος του Ομίλου μας τον Ανέστη. Στη διαδρομή πάθαμε μία ηλεκτρολογική βλάβη που είχε σαν αποτέλεσμα να μείνουμε περίπου 5 ώρες στο Nice, με πολύ χιόνι και –5ο Κελσίου μέχρι να φτιάξουμε τη βλάβη. Η ατυχία αυτή δεν στάθηκε ικανή να με απογοητεύσει, μια που η επιθυμία μου και η υποχρέωση που είχα να εκπροσωπήσω τον Όμιλο και την Ελλάδα στην Κροατία ήταν μεγάλη. Συνεχίσαμε απτόητοι το ταξίδι μας, εάν και ξέραμε ότι θα φτάναμε στο Zadar μετά τα μεσάνυχτα, όπου μας περίμενε με ανυπομονησία ο Γιάννης Λιάπης, ο οποίος είχε πάει νωρίτερα με τα σκυλιά. Οι τέσσερίς μας λοιπόν ήμασταν η ελληνική ομάδα στην Κροατία. Η όλη εκδήλωση ήταν πολύ καλά οργανωμένη, εάν και οι καιρικές συνθήκες ήταν άσχημες. Τα τερέν γεμάτα λάσπες με πάρα πολύ νερό, και δυνατό παγωμένο αέρα. Είδα πολύ αξιόλογα σκυλιά, γνώρισα ανθρώπους έμπειρους με πολλά χρόνια στην κυνοφιλία. Βγήκαμε 4η σαν χώρα, με 2ο σκύλο C.A.C.T. τον «Μπράουν» των Αφών Λιάπη και κυναγωγό τον Γιάννη Λιάπη.

Ευελπιστώ και εύχομαι την επόμενη φορά να έχουμε περισσότερες συμμετοχές από Ελληνικής πλευράς και διακρίσεις.

Ποια είναι η άποψή σας για τους εαρινούς αγώνες και ποια για τους αγώνες SOLMS και KLEEMANN;

Οι εαρινοί αγώνες γίνονται για να διαπιστωθεί η μορφολογία του σκύλου, η οσφρητική ικανότητα, η φέρμα. Δεν είναι οι αγώνες από τους οποίους βγάζουμε πρωταθλητές, αλλά γίνονται για αναπαραγωγικούς λόγους κυρίως.

Οι αγώνες ΚLEEMANN διαρκούν 3 ημέρες και ξεκίνησαν το 1939. Είναι αγώνες όμως που δεν γίνονται στην Ελλάδα, απ’ ότι ξέρω τουλάχιστον. Σε αυτούς μπορούν να λάβουν μέρος σκυλιά που έχουν αξιολογηθεί μορφολογικά με το βαθμό «πολύ καλός» έως «εξαίρετος». Ο σκύλος που θα πάρει το 1ο βραβείο σε αγώνες ΝΤΕΡΜΠΙ (όπου όπως ξέρουμε εξετάζεται η φέρμα, η υπακοή και η οσφρητική ικανότητα του σκύλου) αποκτά αμέσως το δικαίωμα – βαθμό για τη συμμετοχή του στους αγώνες αυτούς. Οι δοκιμασίες των αγώνων αυτών αφορούν, εκτός από την έρευνα όπου βαθμολογείται και η ποιότητα της όσφρησης ξεχωριστά, τη φέρμα, την υπακοή, εργασία στο νερό με θήραμα, εργασία στο νερό χωρίς θήραμα, υπακοή έξω από το νερό και τέλος τη μορφολογία. Κάθε δοκιμασία βαθμολογείται ξεχωριστά.

Καλό θα ήταν πιστεύω οι αγώνες αυτοί να αρχίσουν να γίνονται και στην Ελλάδα.

Σαν Γενική Γραμματέας ποιους στόχους θέσατε ώστε να βοηθήσετε στην προβολή αλλά και στην εξέλιξη του Ομίλου;

Αυτό που θέλω να πω είναι, ότι από τώρα και στο εξής, πάνω από όλα θα πρέπει όλα τα μέλη του Ομίλου να είμαστε ενωμένοι και αγαπημένοι, ξεχνώντας τις προσωπικές μας ίντριγκες, για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε σωστά προς τον κοινό μας σκοπό που είναι η άνοδος του Ομίλου που προσπαθεί για τη βελτίωση, την αύξηση και τη διάδοση των kurzhaar σε όλη την Ελλάδα.

Πρέπει να ενημερώνουμε όλους τους Κυνηγετικούς Συλλόγους και τον τύπο για τις δραστηριότητές μας, ώστε να παρακινήσουμε τον κάθε κυνηγό παλιό ή νέο, να έρθει στον Όμιλο να μας γνωρίσει, να τον βοηθήσουμε σε ότι έχει σχέση με το σκυλί του, να λάβει μέρος στους αγώνες κυνηγετικών ικανοτήτων που κάνουμε, που σκοπό έχουν τη βελτίωση των σκύλων για την ανάδειξη των καλύτερων εκπροσώπων της ράτσας, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως γεννήτορες, να ανταλλάσσουμε απόψεις, να αυξηθούν τα μέλη μας και φυσικά τα σκυλιά.

Να προτείνουμε και να διοργανώνουμε σεμινάρια με εξειδικευμένους εκπαιδευτές Έλληνες ή ξένους, για την καλύτερη εκπαίδευση των κυναγωγών, ώστε να μπορέσουμε σαν χώρα να έχουμε σκυλιά δικής μας εκτροφής και εκπαίδευσης. Σίγουρα δεν είναι εύκολη υπόθεση... Χρειάζεται αγώνας, αγάπη και συνεχής ενημέρωση.

Παρακολουθείτε το ηλεκτρονικό περιοδικό «Κυνηγότοπος» και τη γυναικεία στήλη «η σύγχρονη Αρτέμιδα»;

Ναι, εδώ κι ένα χρόνο σχεδόν και το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Με την ευκαιρία αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω με την σημερινή μου ιδιότητα, για τη βοήθεια που παρέχετε στον Όμιλο μας με τη δημοσίευση των δελτίων τύπου ή άλλου υλικού που σας στέλνει ο Όμιλος.

Πείτε μας λίγα λόγια για σας ;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Έχω 2 παιδιά, τον Χρήστο 26 χρόνων και την Ιωάννα 22. Είναι και τα δύο παιδιά μου κυνηγοί, και μέλη του Ομίλου μας. Εργάζομαι στην Εγνατία Τράπεζα από το 1991 που ιδρύθηκε. Είμαι μέλος διαφόρων ομίλων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Κλείνοντας θα ήθελα να προτρέψω τις γυναίκες, να μην γκρινιάζουν όταν οι σύντροφοί τους φεύγουν για το αγαπημένο τους σπορ, αλλά να αποφασίσουν κι αυτές έστω και μία μόνο φορά να πάνε μαζί τους, να ετοιμάσουν τα καφεδάκια τους, τα σαντουϊτσάκια τους, και να βρεθούν ξημέρωμα στο βουνό με τον αγαπημένο τους, να ζήσουν κι αυτές τις εμπειρίες του, να τις αγαπήσουν και γιατί όχι, να ξαναερωτευτούν στη φύση...

Τι καλύτερο !!

Θα ήθελα να ευχαριστήσω και προσωπικά την κα Καρύδα για την συνέντευξη που μου παραχώρησε και να της ευχηθώ καλή σταδιοδρομία στα καθήκοντα που έχει αναλάβει.

Τέλος θα ήθελα να υπενθυμίσω στις φίλες του κυνηγότοπου ότι μπορούν να επικοινωνούν μαζί μου για οποιοδήποτε θέμα στο mail mary@kynigotopos.gr έτσι ώστε η παρουσία μας να αρχίσει να γίνεται αισθητή και δυναμική.

Φιλικά

Βαρνάβα Μαίρη

Σκοποβολή με αποσυρμένα στρατιωτικά τυφέκια.

Ο απαγορευμένος καρπός

Ξαναδιαβάζοντας το σχεδόν μόνιμο αίτημα των κυνηγετικών οργανώσεων μας για ελεύθερη χρήση των ραβδωτών όπλων, εύλογα και για πολλοστή φορά αναρωτιέμαι αν είμαστε σε θέση να χρησιμοποιήσουμε με ΑΣΦΑΛΕΙΑ αυτά τα τόσο υψηλών απαιτήσεων εκπαίδευσης, αλλά και δυνατοτήτων όπλα. Για να σας τεκμηριώσω το κατά την προσωπική μου άποψη εκπαιδευτικό κενό που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε γύρω από τα συγκεκριμένα όπλα, σας καλώ να ρίξετε μια μάτια στο άρθρο του Γιώργου Καραμήτρου, ο οποίος ζει και εργάζεται στην Γερμανία. Και στο οποίο πραγματεύεται την ιστορία του αθλήματος της σκοποβολής με αποσυρμένα στρατιωτικά τυφέκια, αλλά και τους αγώνες και το πώς αυτοί διεξάγονται μέσω των τεσσάρων επισήμων ομοσπονδιών στην Γερμανία.

Θα ήθελα και μέσα από τον πρόλογο μου αυτόν να ευχαριστήσω τον Γιώργο Καραμήτρο για το πολύ καλό και εμπεριστατωμένο άρθρο του.

Ο υπεύθυνος ύλης

Τσομώκος Διομήδης

Άρθρο του Γιώργου Καραμήτρου (Γερμανία)

Θα αναρωτηθεί κανείς ποιοι τρελοί ασχολούνται και κάνουν ακόμα και αγώνες με αποσυρμένα στρατιωτικά τουφέκια; Αλλά και τι σχέση έχει αυτό με την Άθληση;

Σίγουρα πολλοί θα είναι αυτοί στην ιδιαίτερα στην χωρά μας που θα έκαναν τις παραπάνω ερωτήσεις, πολλοί ακόμη και σκοπευτές οι οποίοι αθλούνται μόνο με αεροβόλο τουφέκι ή στο καραμπινάκι των 22.lr. Κι όμως φίλοι μου με το συγκεκριμένο άθλημα ασχολούνται πολλοί περισσότεροι από ότι θα μπορούσατε να φανταστείτε.

Στο εξωτερικό και σε χώρες όπως η Γερμανία, οι αγώνες με στρατιωτικά τουφέκια έχουν πολύ μεγαλύτερη παράδοση απ’ ότι η σχετικά η νέα αθλητική δραστηριότητα των αεροβόλων και μικρών διαμετρημάτων όπλα.

Για παράδειγμα ομοσπονδίες όπως η αμερικανική ή η βρετανική σκοπευτική ομοσπονδία (Nation Rifle Association), ξεκινούν τις δραστηριότητες τους στα μέσα του 19ου αιώνα με τα τελευταίου τύπου στρατιωτικά τουφέκια τις εποχής. Το ίδιο στην Ελβετία αλλά και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες.

Στη Γερμανία η σκοπευτική παράδοση μας πηγαίνει πίσω στον 14ο αιώνα, εκεί όπου τα μέλη των σκοπευτικών οργανώσεων ασκούνταν στην σκοποβολή με βαλλίστρες, ώστε να είναι σε ετοιμότητα να προστατέψουν την πόλη τους κατά τις επιδρομές των διαφορών φεουδαρχών της εποχής. Στην συνέχεια και μετά την εμφάνιση των πρώτων εμπροσθογεμών, ασκούνταν με τα εμπροσθογεμή «μολυβδόβολα» όπως τα ονομάζανε όπλα, τα οποία ήταν γνωστά και στο Βυζάντιο πριν απ’ την άλωση της Πόλης. Εννοώ τα εμπροσθογεμή «τουφέκια» η οποία ρίζα της λέξης «τουφέκια» έρχεται από την τούρκικη γλώσσα και απλώς την ελληνοποιήσαμε.

Περνώντας στα τέλη του προπερασμένου αιώνα και στους πρώτους μοντέρνους ολυμπιακούς αγώνες, δηλαδή στο1896μχ στην Αθήνα, θέλω να υπενθυμίσω πως οι νικητές στα αθλήματα της σκοποβολής ήταν επί το πλείστον Έλληνες. Τα αγωνίσματα σκοποβολής στην πρώτη ολυμπιάδα της νεότερης εποχής ήταν τα 200μ και 300μ με στρατιωτικά ‘τουφέκια’ και τα 25 και 30μ με περίστροφο και πιστόλι. Στα 200μ έχουμε χρυσό για τον Καρασεβδά Παντελή, αργυρό για τον Παυλίδη Παύλο και χάλκινο για τον Τρικούπη Νικόλαο. Στα 300μ χρυσό για τον Ορφανίδη Γεώργιο και αργυρό για τον Φραγκουδή Ιωάννη.

Θα ήθελα τώρα να περάσουμε στο αγώνισμα με επαναληπτικά τουφέκια κινητού ουραίου που κατά το παρελθόν έχουν χρησιμοποιηθεί από κάποιο στρατό ή αστυνομία ανά τον κόσμο.

Στη Γερμανία υπάρχουν τέσσερεις σκοπευτικές ομοσπονδίες οι οποίες είναι:

1.DSB (Γερμανική Σκοπευτών Ομοσπονδία), 2.BDS (Ομοσπονδία Γερμανών Σκοπευτών), 3.DSU (Γερμανική Σκοπευτών Ένωση), 4. BDMP (Ομοσπονδία Σκοπευτών Στρατού και Αστυνομίας). Όλες τους είναι αναγνωρισμένες από τις Γερμανικές αρχές ως αθλητικές ομοσπονδίες, μετά και από την αλλαγή του νόμου περί όπλων που επέφερε το μακελειό της Ερφουρτής.

Στη 1.DSB η οποία είναι και ο σκοπευτικός σύλλογος του οποίου είμαι μέλος, επιτρέπονται όλα τα επαναληπτικά τουφέκια με κινητό ουραίου που χρησιμοποιήθηκαν από τον Στρατό ή την Αστυνομία έως 31.12.1963. Οι Σφαίρες μπορεί να είναι κοινές της αγοράς ή επαναγεμιζόμενες για καλύτερα αποτελέσματα. Το δεκάρι στον στόχο είναι 50χιλιοστα, ενώ οι υπόλοιποι δακτύλιοι απέχουν ο ένας από τον άλλο 25χιλιοστα.

Ο στόχος βρίσκεται σε απόσταση 100μ και γίνονται 40 βολές, δυο σειρές από 10 σφαίρες όρθιος και δυο σειρές από 10 σφαίρες σε πρηνή κατάκλιση. Τα όπλα πρέπει να είναι σε αυθεντική κατάσταση χωρίς μετατροπές όπως διαφορετικά σκοπευτικά ή άλλο διαμέτρημα κτλ

Στη 2.BDS εκτός από τα επαναληπτικά τουφέκια με κινητό ουραίου, επιτρέπονται και τα αυτογεμή στρατιωτικά τουφέκια που χρησιμοποιούνταν έως το 31.12.1965 και με διαμέτρημα από 6,5 έως 8χιλιοστα/.323της ίντσας. Και σε αυτή την ομοσπονδία η απόσταση του στόχου βρίσκεται στα 100μ. Η διαφορά με την DSB είναι ότι σε αυτή την ομοσπονδία υπάρχουν και άλλα αγωνίσματα όπως με κυνηγητικά τουφέκια με ή χωρίς κιάλι, καραμπινάκια καουμπόικου τύπου σε 357.magnum 44.magnum κτλ.

Στη DSU στο αγώνισμα στρατιωτικό τυφέκιο με κινητό ουραίο οι περιορισμοί είναι οι εξής, να είναι σε αυθεντική κατάσταση, ο γεμιστήρας να αποδέχεται τουλάχιστον 5 σφαίρες. Τα σκοπευτικά μπορεί να είναι εκτός από το ύψος και στο πλάι ρυθμιζόμενα. Στους αγώνες έχουμε 20 βολές στο στόχο με 4 σειρές ανά 5 σφαίρες όλες σε πρηνή κατάκλιση. Βεβαία υπάρχουν και σε αυτή την ομοσπονδία διάφορα άλλα αγωνίσματα με αυτογεμή αλλά και κυνηγητικά όπλα.

Στη BDMP δηλαδή στη ομοσπονδία των Σκοπευτών του Στρατού και της Αστυνομίας που είναι και η πρώτη που ασχολήθηκε με το αγώνισμα του στρατιωτικού τουφεκιού με κινητό ουραίου, αλλά και με τα αυτογεμή στις αρχές τις δεκαετίας του 80’, έχουμε και της περισσότερες κατηγορίες. Περίπου 12 διαφορετικά αγωνίσματα από επαναληπτικά τουφέκια με κινητό ουραίο, με ανοιχτά σκοπευτικά έως υπηρεσιακά αυτογεμή με ή χωρίς κιάλι. Τα αυτογεμή καραμπινάκια των .30 M1 σε διάφορες αποστάσεις των 25,50,100 και 1500 μέτρων. Κάθε απόσταση αποτελεί και ξεχωριστό αγώνισμα.

Κάπου εδώ θα ήθελα να κλείσω την αναφορά μου αυτή στην αγωνιστική σκοποβολή με τουφέκι, χωρίς όμως να παραλείψω να αναφερθώ και στο κόστος για αυτά τα τουφέκια, το οποίο συνήθως κυμαίνεται από 100 ευρώ έως και 500 ευρώ ανάλογα με τη διαθεσιμότητα και την κατάσταση που βρίσκεται το όπλο. Όπως λοιπόν καταλαβαίνετε μπορεί κανείς να αποκτήσει ένα ελβετικό Κ31 σε 7,5x55 swiss -το διαμέτρημα του οποίου θεωρείται ως ένα από τα πιο εύστοχα- με 200 έως 450 ευρώ σε αρίστη κατάσταση. Ή ένα Μαννλιχερ Μ95 του αυστριακού στρατού σε 8x50R η8x56R, το οποίο βρίσκει κανείς με το πολύ 150ευρω σε άριστη κατάσταση, το πρόβλημα είναι όμως η διαθεσιμότητα των φυσιγγιών που ανεβάζει την τιμή. Ενώ αγοράζει κανείς 1000 σφαίρες στα διαμετρήματα των 308 Winchester (γνωστό και ως 7,62x51NATO) ή 8x57(γερμανικό μαουζερ αλλά και στον ελληνικό στρατό με το τυφέκιο Μ1930 μαουζερ κατασκευασμένο στη Βέλγικη Fabrique Nationale) για 200 έως 250ευρω, θα πρέπει να ξοδέψει για το Ελληνικό Μαννλιχερ Σοεναουερ Μ1903 που έχει το διαμέτρημα των 6,5x54MS για 10σφαιρες 40 ευρώ.

Ελπίζω να σας έδωσα μια γενική εικόνα γύρω από το αγώνισμα με επαναληπτικά μολυβδόβολα κινητού ουραίου και να σας ξενάγησα λίγο σε αυτόν τον ξεχωριστό κόσμο των ραβδωτών.

Ο Εκπαιδευμένος και ο Ανεκπαίδευτος σκύλος

Αγαπητοί μας φίλοι, θα θέλαμε να σας ζητήσουμε συγνώμη για αυτή την αναγκαία μικρή αλλαγή της ύλης μας, η οποία αποτελεί το μικρό τίμημα μιας μεγάλης διάκρισης. Λόγω των υποχρεώσεων που προέκυψαν από το Πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα μεγάλης έρευνας, στο οποίο ο κος Πετρόχειλος έτρεξε με τα ελληνικά χρώματα και κατέλαβε, με το πλέον σε όλους μας γνωστό Κόναν του Πετρόχειλου, την δεύτερη θέση. Δεν έφτασαν σε εμάς εγκαίρως οι προγραμματισμένες για αυτόν τον μήνα απαντήσεις των ερωτήσεων σας προς την στήλη «Ο Θωμάς Πετρόχειλος απαντά». Γι’ αυτό σήμερα σας δημοσιεύουμε ένα εξαιρετικό άρθρο του κου Πετρόχειλου για την διαφορά μεταξύ εκπαιδευμένου και ανεκπαιδεύτου σκύλου, με την δέσμευση ότι οι ερωτήσεις σας θα απαιτηθούν στο επόμενο τεύχος μας.

Ζητούμε για ακόμα μια φορά ειλικρινά συγνώμη για αυτή την αλλαγή

Ο υπεύθυνος ύλης

Τσομώκος Διομήδης

Ο Εκπαιδευμένος και ο Ανεκπαίδευτος σκύλος

Διαφορές και πλεονεκτήματα

Του Θωμά Πετρόχειλου, Εκπαιδευτή

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα ποια είναι η διαφορά στο κυνήγι ενός εκπαιδευμένου κυνηγετικού σκύλου από έναν ανεκπαίδευτο, πρέπει πρώτα να καθορίσουμε ποιο σκύλο θεωρούμε εκπαιδευμένο και ποιον ανεκπαίδευτο. Αν θεωρήσουμε λοιπόν ότι το ανεκπαίδευτο είναι εκείνο το οποίο δεν έχει την εμπειρία και την τριβή με το θήραμα και το κυνήγι και το εκπαιδευμένο έχει όχι μόνο την πείρα του άγριου θηράματος αλλά έχει διδαχθεί και τον τρόπο με τον οποίο θα βοηθήσει τον κυνηγό ώστε να το βάλει στην τσάντα, τότε αυτά τα δύο ζώα δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, διότι το ένα βρίσκεται στο ζενίθ και το άλλο στο ναδίρ.

Ο έμπειρος και ανεκπαίδευτος σκύλος

Αν θεωρήσουμε ότι ανεκπαίδευτο είναι ένα ζώο το οποίο έχει μεν την εμπειρία πάνω στο κυνήγι του άγριου θηράματος, αλλά δεν έχει διδαχθεί τον τρόπο ώστε να είναι αποτελεσματικότερο, τότε δεν έχουμε να συγκρίνουμε έναν ανεκπαίδευτο με έναν εκπαιδευμένο κυνηγετικό σκύλο, αλλά ένα μερικώς με ένα πλήρως εκπαιδευμένο ζώο.

Διότι και το γεγονός ότι έχουμε κάνει με το ζώο μας τόσες εξόδους ώστε να ξέρει να πατάει στους κάμπους, στα βουνά και στα δάση και να ανακαλύπτει μπεκάτσες, πέρδικες και ορτύκια, σημαίνει ότι έχουμε διανύσει πολύ δρόμο εκπαιδεύοντάς το, καθώς αυτό είναι και το κυρίως έργο το οποίο κάνει ένας εκπαιδευτής.

Ένας σκύλος αυτής της κατηγορίας μπορεί κάλλιστα να ψάχνει εξαιρετικά εκμεταλλευόμενος τον αέρα και το έδαφος, να έχει αίσθηση θηράματος, να μπορεί να φερμάρει αποτελεσματικά οποιοδήποτε θήραμα, ακόμα να συναινεί και να απορτάρει εκμεταλλευόμενος τα φυσικά του προσόντα. Αν όμως κάποια στιγμή κάνει λάθος, όπως π.χ. να μη συνεργάζεται στην έρευνά του με τον κυνηγό, να μην είναι σταθερό στη φέρμα του, να διεκδικεί για τον εαυτό του το θήραμα και να μην το απορτάρει, να κυνηγάει κότες, πρόβατα και γίδια, δεν έχουμε τον τρόπο να τον διορθώσουμε ώστε να μην επαναλάβει τη λανθασμένη συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να απολαύσουμε το κυνήγι μας και τις απαράμιλλες στιγμές ευτυχίας και πληρότητας, αλλά να μας γεμίζει με άγχος και ανασφάλεια.

Ισορροπώντας τη ζυγαριά

Έχω γράψει και άλλη φορά ότι η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός καλού κυνηγετικού σκύλου, ο οποίος να μπορεί να μας συνδέσει με την κυνηγετική επιτυχία και την ευψυχία που αυτή μας χαρίζει, μπορεί να παρομοιαστεί με έναν ζυγό. Στη μία μεριά θα βρίσκονται οι δυσκολίες της απόκτησης ενός κατάλληλου κυνηγετικού σκύλου και της εκπαίδευσής του και στην άλλη μεριά του ζυγού βρίσκονται τα φυσικά προσόντα και η σωστή δουλειά την οποία προσθέτουμε επάνω του. Τα λάθη της εκπαίδευσης προστίθενται στη μεριά των δυσκολιών και των μειονεκτημάτων, όλο δε αυτό το σύστημα βρίσκεται σε κίνηση και υφίσταται κραδασμούς.

Στην αρχή οι δυσκολίες της εκπαίδευσης είναι τόσες που όποια κίνηση κι αν πάρει το σύστημα, ο ζυγός είναι γυρισμένος προς τη μεριά τους.

Συνεχώς όμως εμείς προσθέτουμε το βάρος της δουλειάς μας στο τάσι των φυσικών προσόντων μέχρι που κάποια στιγμή το τάσι των δυσκολιών σηκώνεται στιγμιαία, αλλά και πάλι ξανακάθεται προς τη μεριά τους.

Εμείς συνεχίζουμε και προσθέτουμε δουλειά μέχρις ότου κάποια στιγμή ο ζυγός ισορροπεί. Αλλά ακόμα και τότε με τους κραδασμούς που υφίσταται το σύστημα, ο ζυγός άλλοτε γέρνει προς τη μεριά των δυσκολιών και άλλοτε προς τη μεριά των φυσικών προσόντων και της δουλειάς.

Εμείς εξακολουθούμε να προσθέτουμε δουλειά μέχρις ότου ο ζυγός να κλίνει προς τη μεριά των προτερημάτων και όσους κραδασμούς κι αν υφίσταται το σύστημα ο ζυγός να δείχνει σταθερά προς τη μεριά των φυσικών προσόντων και της δουλειάς.

Και ένα εκπαιδευμένο ζώο μπορεί να κάνει οποιαδήποτε στιγμή ένα λάθος, αλλά σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να το διορθώσουμε ώστε να μην επαναληφθεί. Όπως θα καταλάβατε, η διαδικασία αυτή απαιτεί γνώσεις, μέθοδο, υπομονή, επιμονή και κυρίως πάθος και αγάπη για το σκύλο, αλλά πιστέψτε με ότι αξίζει τον κόπο.

Φαλαρίδα

Fulica atra

Ένα υδρόβιο για όλους

Βασίλειο: Animalia

Συνομοταξία: Chordata

Υποσυνομοταξία: Vertebrata

Κλάση: Aves

Τάξη: Gruiformes Οικογένεια: Rallidae

Γένος: Fulica

Είδος: atra

Είναι ένα από τα πολυπληθέστερα υδρόβια πουλιά που επισκέπτονται αλλά και διαβιούν στην χώρα μας. Ένα αρκετά έξυπνο και πονηρό πουλί του οποίου το κυνήγι παρουσιάζει αρκετά μεγάλη δυσκολία. Στην χώρα μας απαντάτε με μια σειρά από ονόματα όπως αγριοπουλάδα, καρακούσι, λούφα, μαυρόκοτα, μαυροκοτί, μαυρόπουλο, μπάλιζα, μπάλιτζα, νερόκοτα, φαλαρίδα, φόλεγα, ορισμένα από τα οποία είναι κοινά με την “συγγενή” του Νερόκοτα (Gallinula chloropus).

Γεωγραφική εξάπλωση

Η φαλαρίδα απαντάται σε όλη την Ευρώπη (όχι πέραν του 60ο βορείου μήκους), την βόρεια Αφρική, την Μέση Ανατολή, ως και την Άπω Ανατολή και τις ακτές του Ειρηνικού ωκεανού της Κίνας και της Ιαπωνίας. Βρίσκεται επίσης στην Αυστραλία την Ινδονησία, τη Νέα Γουϊνέα, τη Νοτιοανατολική Ασία, και την Ινδία. Ενώ πρόσφατα το είδος μετά από εισαγωγή του, αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς και στη Νέα Ζηλανδία.

Γενική Περιγραφή

Η φαλαρίδα είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα παρυδάτια πτηνά. Έχει μήκος 36-42ετατ., ενώ το άνοιγμα φτερών της κυμαίνεται από 70 έως 80εκατ.. Το βάρος μιας ενήλικης αρσενικής φαλαρίδας είναι κατά μέσω όρο 845 γραμ (από 740-950 γραμ.) ενώ μιας θηλυκιάς γύρω τα 675 γραμ. (από 600-750 γραμ.)

Οι φαλαρίδες, δεν παρουσιάζουν σεξουαλικό διμορφισμό, δηλαδή δεν υπάρχουν έντονες μορφολογικές διαφορές μεταξύ των αρσενικών και θηλυκών ατόμων.

Ο γενικός χρωματισμός τους είναι από σκούρο γκριζωπό ως μαύρο χρώμα σε όλο το σώμα και στο κεφάλι τους, όπου όμως εκεί το μαύρο διακόπτετε από το λευκό ράμφος της πάνω στο οποίο υπάρχει μια επίσης λευκού χρώματος μετωπιαία ασπίδα. Χαρακτηριστικά είναι και τα μάτια της τα οποία έχουν ένα έντονο κόκκινο χρώμα.

Τα νεαρά άτομα είναι λιγότερο σκούρα και ο γενικότερος χρωματισμός τους πλησιάζει προς το καφετο-γκρι, ενώ έχουν υπόλευκες περιοχές στις πλευρές του κεφαλιού, του στήθους και του πρόσθιου μέρους του λαιμού τους, επίσης παρουσιάζουν και ορισμένα κόκκινα και μπλε σημάδια στο κεφάλι τους.

Βιότοπος

Οι πληθυσμοί της φαλαρίδας είναι συνήθως μεταναστευτικοί, αλλά υπάρχουν και ορισμένοι στατικοί πληθυσμοί, ακόμα και στην χώρα μας.

Ο Βιότοπος της είναι τα διάφορα μόνιμα ύδατα πεδινών κυρίως περιοχών, όπως λίμνες γλυκού νερού, έλη, κ.α. αλλά και υφάλμυρου σε κόλπους κοντά σε ακτές κ.λ.π.. Προτιμά τις περιοχές με την άφθονη βλάστηση γύρω από το νερό και πολύ σπάνια την συναντούμε σε περιοχές με μεγάλα υψόμετρα. Η φαλαρίδα γενικότερα είναι ιδιαίτερα προσαρμόσιμη σε ένα ευρύ φάσμα βιότοπων, συμπεριλαμβανομένων σε πολλές περιπτώσεις και αστικών περιοχών.

Συμπεριφορά

Οι φαλαρίδες είναι αγελαία πουλιά και απαντώνται σε μεγάλα σμήνη σχεδόν καθ' όλη την διάρκεια του χρόνου. Σε γενικές γραμμές και σε περιοχές στις οποίες δεν δέχονται όχληση, παρουσιάζουν μια αρκετά ήρεμη συμπεριφορά και μπορούν ακόμα και να ανεχτούν την ανθρώπινη παρουσία. Μπορούμε να τις δούμε να πλέουν κουνώντας κομψά το κεφάλι τους και βουτώντας αναζητώντας την τροφή τους στους βιοτόπους που παραπάνω αναφέραμε. Ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο συλλέγουν την τροφή τους. Οι φαλαρίδες μπορούν αφού πρώτα αποβάλουν πλήρως τον αέρα που βρίσκετε ανάμεσα στα φτερά τους να βουτήξουν σε βάθος που μπορεί να φτάσει και τα 7 μέτρα και να παραμείνουν κάτω από το νερό για διάστημα μεγαλύτερο από 15 λεπτά για να πιάσουν την τροφή τους. Αφού την πιάσουν με το ράμφος τους αφήνωντε στην δύναμη της άνωσης που το ιδιόμορφο σχήμα του σώματος τους δημιουργεί για να ανέβουν γρήγορα και πολύ εύκολα στην επιφάνεια. Αντίθετα από τις πάπιες, οι φαλαρίδες φέρνουν την τροφή τους στην επιφάνεια πριν την φάνε και αυτό σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί σε αψιμαχίες για την αρπαγή της τροφής από αλλά μέλη του σμήνους. Ακόμα μπορούμε να δούμε τις φαλαρίδες να περπατούν άχαρα σε καλλιέργειες που βρίσκονται κοντά σε νερό αναζητώντας με το ράμφος τους την τροφή τους.

Γενικά εκτός από την εποχή της αναπαραγωγής οι φαλαρίδες παρουσιάζουν μια αρκετά ήπια συμπεριφορά με ελάχιστες έως καθόλου διενέξεις μεταξύ των μελών του σμήνους σε αντίθεση την εποχή του ζευγαρώματος επιδεικνύουν μια έντονη εδαφική και επιθετική συμπεριφορά. Χαρακτηριστικό είναι και ο τρόπος απογείωσης τους από το νερό μιας και λόγω του μεγάλο σώματος τους και των δυσανάλογων φτερούγων τους χρειάζονται αρκετά μέτρα έντονων χτυπημάτων των φτερών και των ποδιών τους για να πετάξουν. Όσο αφόρα στις κλήσεις που οι φαλαρίδες εκπέμπουν υπάρχει μια αρκετά μεγάλη ποικιλία κλήσεων με πλέον χαρακτηριστικές ένα δυνατό 'kowk, kowk' ή ένα ξερό pitts

Διατροφή

Η διατροφή της κυρίως αποτελείται από μικρά καρκινοειδή, μαλάκια, έντομα, και τις προνύμφες τους, καθώς επίσης και σπόρους, μίσχους υδρόβιων φυτών, αλλά και σπόρος και βλαστούς άλλων φυτών. Ακόμα τρέφεται με διαφορά είδη υδρόβιων σκαθαριών μικρά ψαράκια και σαλιγκάρια αλλά δεν θα αρνηθεί να λεηλατήσει και να φάει και τα αυγά άλλων πουλιών.

Όσο αφόρα την σίτιση τους θα πρέπει να τονίσουμε ότι έχει παρατηρηθεί μια εμφανή διαφορά ως προς το διαιτολόγιο πληθυσμών φαλαρίδας μεταξύ του νότιου και βορείου ημισφαίριου. Π.χ. έχει παρατηρηθεί ότι πληθυσμοί φαλαρίδας στην Αυστραλία, τρέφονται σχεδόν εξ ολοκλήρου με φυτικής προέλευσής τροφή η οποία περιστασιακά συμπληρώνεται με λίγα έντομα, σκουλήκια και ψάρια. Σε αντίθεση πουλιά του βόρειου ημισφαιρίου σιτίζονται σε πολύ μεγάλο ποσοστό με ζωικής προέλευσης τροφή.

Αναπαραγωγή

Οι φαλαρίδες μπορούν να αναπαραχθούν οποιαδήποτε εποχή του έτους οι συνθήκες είναι ευνοϊκές, με συνηθέστερές όμως εποχές ανάλογα την περιοχή (βόρειο-νότιο ημισφαίριο) τα μέσα Μαρτίου ή από τον Αύγουστο ως και τον Φεβρουάριο. Συνήθως γεννούν δυο φορές τον χρόνο, αλλά όπου οι συνθήκες είναι ευνοϊκές μπορεί να υπάρξει και μια τρίτη γέννα. Κατά την εποχής αναπαραγωγής το ζευγάρι καταλαμβάνει μια περιοχή την οποία και υπερασπίζει με σθένος. Επιδεικνύουν δε έντονη επιθετικότητά τόσο προς τα υπόλοιπα μέλη του σμήνους, όσο και προς πολλά από τα υδρόβια ή παρυδάτια είδη του βιοτόπου τους. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι φαλαρίδες θα εκδιώξουν ή ακόμα και θα σκοτώσουν τους νεοσσούς άλλων υδροβίων και παρυδάτιων πουλιών από τις φωλιές τους, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουν αυτές. Όταν από μόνες τους αναγκαστούν να φτιάξουν φωλιά αυτή θα είναι ένα βαθούλωμα ανάμεσα στην βλάστηση της γύρω περιοχής, όπως καλαμιώνες, αλμυρίκια κ.α. Εκεί το θηλυκό θα γεννήσει 6 ως και 9 αυγά τα οποία θα επωαστούν και από τα δυο μέλη του ζευγαριού για περίπου 24 ημέρες. Τα αυγά είναι υπόλευκα διάστικτα με σκούρου καφέ ή μαύρου χρώματος στίγματα. Έχουν αρκετές φορές βρεθεί φωλιές ακόμα και με 15 αυγά, εικάζεται όμως ότι πολύ πιθανόν τόσα αυγά να έχουν τοποθετηθεί στην φωλιά από περισσότερα από ένα θηλυκά. Οι νεοσσοί έχουν πολύ απαλό φτέρωμα, μαύρο με λεπτές κίτρινες άκρες. Το κεφάλι είναι πορτοκαλί και το ράμφος κόκκινο με υπόλευκη άκρη.

Και τα δυο φύλα μοιράζονται την ανατροφή των νεοσσών, οι οποίοι αφήνουν τη φωλιά μερικές ημέρες μετά από την εκκόλαψη τους, ενώ η πλήρη ανεξαρτησία τους έρχεται μετά την 8η εβδομάδα της ζωής τους.

Διάφορα

Ø Υπολογίζεται ότι μόνο στην Ευρώπη διαβιούνε περισσότερα από ένα εκατομμύριο ζευγάρια. Γι’ αυτό και περιλαμβάνονται στα πουλιά χαμηλή ανησυχία για τον πληθυσμό τους.

Ø Πολλές φορές από μακριά μπορεί να μπερδέψουμε την φαλαρίδα με την σχεδόν παρόμοια σε μεγέθους, αλλά και σε εμφάνιση νεροκοτσέλα μιας και δεν είναι λίγες οι φορές που αυτά τα δυο είδη βρίσκονται μαζί. Βασική όμως μορφολογική διαφορά τους είναι ότι η νεροκοτσέλα έχει μια πορτοκαλο-κόκκινη μετωπιαία ασπίδα και ράμφος με κιτρινωπή άκρη.

Ø Πολλές φορές σε δύσκολες συνθήκες και όταν η τροφή λιγοστεύει οι γονείς σκοτώνουν τους νεοσσούς τους.

Εχθροί

Το είδος αυτό όχι μόνο δεν απειλείται αλλά στην πραγματικότητα ο πληθυσμός του έχει αυξηθεί από τη δεκαετία του 70΄.

Εχθροί των φαλαριδών είναι τα περισσότερα από τα φτερωτά αρπακτικά όπως τα γεράκια, οι κουκουβάγιες, οι μπούφοι και οι αετοί. Βασικότερος όμως όλων, είναι η σχεδόν δραματική συρρίκνωση των πρωταρχικών βιοτόπων της.

Θα πρέπει για ακόμα μια φόρα να τονίσουμε ότι στην μέχρι τώρα βιβλιογραφία, πουθενά δεν αναφέρεται το κυνήγι ως λόγος μείωσης του πληθυσμού τους.