Σάββατο, 1 Απριλίου 2006

Ο Θανάσης Κυριτσάκας Απαντά 4/06

Από κ. Βαγγέλης

Καιρός για κυνήγι λαγού.

Κύριε Κυριτσάκα κατ’ αρχήν συγχαρητήρια για την στήλη σας. Θα ήθελα να σας ρωτήσω αν υπάρχουν καιροί που βοηθούν περισσότερο στο κυνήγι του λαγού και άλλοι που το δυσκολεύουν και αν ναι, που νομίζετε ότι οφείλεται αυτό;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Εύστοχη η ερώτησή σου αγαπητέ Βαγγέλη, δίνοντας την ευκαιρία να καταλάβουμε πόσο δύσκολο έργο είναι η ιχνηλασία για ένα σκύλο και την υποχρέωση που έχουμε σαν κυνηγοί να μην κρίνουμε βιαστικά τα σκυλιά μας όταν δεν τους έχουμε δώσει την κατάλληλη και σωστή εκπαίδευση. Ευχαριστώ επίσης για τα καλά σου λόγια.

Η μυρωδιά που αφήνει ο λαγός στο έδαφος, για το σκύλο είναι μια «οσφρητική εντύπωση», η οποία είναι διαφορετική σε κάθε είδος εδάφους που περπάτησε ο λαγός το βράδυ. Οι «οσφρητικές εντυπώσεις», εκτός απ’ το έδαφος επηρεάζονται θετικά ή αρνητικά και απ’ τις καιρικές και τις ατμοσφαιρικές συνθήκες της περιοχής και φυσικά απ’ το πέρασμα της ώρας μέσα στην κυνηγετική μέρα. Δηλαδή άλλη «μυρωδιά» έχουμε το πρωί, άλλη το μεσημέρι και άλλη το απόγευμα.

Πολλές «οσφρητικές εντυπώσεις» μπορούν να γίνουν σε μια βραδιά βοσκής, όπως σε καθαρό ή βρόμικο λιβάδι, σε ανακατεμένο χορτάρι, σε χώμα λασπωμένο ή στεγνό, σε πετρώδες έδαφος, σε βράχο. Ακόμα το δαγκωμένο χορτάρι, το σπασμένο κλαδάκι, τα κόπρανα, οι τρίχες και οποιαδήποτε άλλη εντύπωση που δείχνει ότι πέρασε ο λαγός.

Οι εντυπώσεις αυτές καταγράφονται στο μυαλό του σκύλου με μια πρωτόγονη μορφή σκέψης και δημιουργούν μια βάση δεδομένων οσφρητικών εντυπώσεων σε μεγάλη ποσότητα και ποικιλία όσο ο σκύλος μεγαλώνει.

Έτσι λέμε πως ένας σκύλος είναι άριστος στο λαγό, όταν έχει καταγράψει όλη την ποικιλία των «οσφρητικών εντυπώσεων» που αφήνει ο λαγός στο πέρασμά του και είναι αυτές η αιτία που βρίσκει το λαγό γρήγορα και αλάνθαστα και όχι η μυρωδιά μόνο.

Είναι φανερό λοιπόν πως ένας ιχνηλάτης για να καταγράψει στο μυαλό του όλη την ποικιλία των οσφρητικών εντυπώσεων, χρειάζεται πολύ χρόνο μέχρι να τις συναντήσει κάτω από τις διαφορετικές εδαφικές, καιρικές και ατμοσφαιρικές συνθήκες και εξαρτάται απ’ τη συχνότητα των κυνηγετικών και εκπαιδευτικών εξόδων, όταν φυσικά μιλάμε για πρωτάρη σκύλο. Προσωπικά θεωρώ ότι ο αρχάριος ιχνηλάτης θα γίνει πολύ καλός σε ηλικία 3-4 ετών εφ’ όσον βέβαια του δοθεί η δυνατότητα να κυνηγήσει με όλες τις συνθήκες που είπαμε παραπάνω.

Πρέπει δηλαδή να κυνηγήσει σε διαφορετικά εδάφη, διαφορετικές ώρες, δηλαδή πρωί, μεσημέρι, απόγευμα και να συναντήσει διαφορετικές κλιματικές και ατμοσφαιρικές συνθήκες κάθε φορά, αποκτώντας έτσι την εμπειρία των «οσφρητικών εντυπώσεων».

Υπάρχουν βέβαια και μεγάλης ηλικίας ιχνηλάτες, οι οποίοι κυνηγούν μόνο σε μια συγκεκριμένη περιοχή όλη τους τη ζωή και είναι άριστοι στο λαγό. Όταν όμως αυτοί οι σκύλοι αλλάξουν περιοχή με διαφορετικές εδαφικές, καιρικές και ατμοσφαιρικές συνθήκες, που δεν έχουν συναντήσει, τότε έχουν πρόβλημα ιχνηλασίας γενικώς.

Στον παρακάτω πίνακα βλέπουμε τους παράγοντες που επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά την ιχνηλασία, ο συνδυασμός των οποίων δημιουργεί τους δείκτες δυσκολίας ή αντίστροφα ευκολίας στο σκύλο.

Ένα απλό παράδειγμα θετικής επίδρασης είναι το δροσερό βοριαδάκι, που φρεσκάρει τις μυρωδιές στον περιβάλλοντα χώρο και τις κάνει «καθαρές», οπότε ο σκύλος ξεχωρίζει εύκολα τη μυρωδιά του λαγού απ΄ τη μυρωδιά του χώματος ή του γρασιδιού, ενώ αντίθετα με νοτιά θα είχαμε ένα ανακάτεμα οσμών (μούχλα εδάφους) με οσφρητική ασάφεια και δυσκολία για το σκύλο. Παρόμοια περίπτωση είναι και το πιο κρύο έδαφος απ’ την ατμόσφαιρα.

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι ιδιαίτερα για το λαγό χρειαζόμαστε έναν ιχνηλάτη με «λεπτή όσφρηση» για να μπορεί στις αρνητικές συνθήκες να εντοπίσει και την ελάχιστη μυρωδιά όσο το δυνατό εύκολα και σίγουρα, πράγμα που δεν θα καταφέρει ποτέ ένας σκύλος με μέτρια ή καλή μύτη.

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΙΧΝΗΛΑΣΙΑΣ

1. ΕΔΑΦΟΣ

ΕΠΙΔΡΑΣΗ

α) Γυμνό, χωρίς βλάστηση

αρνητική

β) Ξερό, σκόνη, αμμουδιά

αρνητική

γ) Βραχώδες, πετρώδες

αρνητική

δ) Μουχλιασμένο, βρώμικο

αρνητική

ε) Πολύ υγρό, έπειτα από δυνατή βροχή

αρνητική

στ) Έδαφος πιο ζεστό απ’ την ατμόσφαιρα

αρνητική

ζ) Εδαφος με κανονική υγρασία

θετική

η) Εδαφος πιο κρύο απ’ την ατμόσφαιρα

θετική

θ) Εδαφος με κοντή βλάστηση

θετική

ι) Λιβάδια με καθαρό γρασίδι

θετική

2. ΚΑΙΡΟΣ

ΕΠΙΔΡΑΣΗ

α) Ζεστός με μεγάλες θερμοκρασίες

αρνητική

β) Ξηρός, χωρίς υγρασία και βροχές

αρνητική

γ) Πολύ δυνατές βροχές

αρνητική

δ) Παγωνιές, πάχνες, παγωμένο χιόνι

αρνητική

ε) Μόνιμη ομίχλη ή απότομες συννεφιές

αρνητική

στ) Αίθριος, δροσερός με κανονική θερμοκρασία

θετική

ζ) Σιγανές βροχές, χειμωνιάτικες

θετική

η) Παγωνιά και πάχνη που λιώνει

θετική

θ) Ομίχλη ή χιόνι που αρχίζει να πέφτει

θετική

3. ΑΕΡΑΣ

ΕΠΙΔΡΑΣΗ

α) Κρύοι και δυνατοί βοριάδες

αρνητική

β) Δυνατοί άνεμοι γενικώς

αρνητική

γ) Νοτιάδες

αρνητική

δ) Δροσερό βοριαδάκι

θετική

ε) Όλοι οι μέτριοι άνεμοι εκτός του νοτιά

θετική

ζ) Άπνοια

θετική

Από κ. Στάθης

Εκπαιδευτήρια - Εκπαιδευτές

Κύριε Κυριτσάκα γεια σας. Θα ήθελα να μου δώσετε πληροφορίες για το αν και που υπάρχουν εκπαιδευτήρια για λαγόσκυλα αλλά και για κάποιους καλούς εκπαιδευτές.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Αγαπητέ Στάθη, επίσημοι επαγγελματίες εκπαιδευτές ιχνηλατών δεν υπάρχουν, δηλαδή με κύριο επάγγελμα την εκπαίδευση, που προϋποθέτει βέβαια και αντίστοιχο «πτυχίο εκπαιδευτή ιχνηλατών» από σχολές του εξωτερικού ή αντίστοιχη παιδεία μέσω σεμιναρίων και ειδικών προγραμμάτων.

Υπάρχουν ορισμένοι κυνηγοί στην επαρχία που διαθέτουν περιφραγμένους χώρους με λαγούς μέσα και αναλαμβάνουν την εκπαίδευση ιχνηλατών μέσα στους συγκεκριμένους χώρους, αλλά και σε ελεύθερες περιοχές.

Τώρα πόσο καλός εκπαιδευτής είναι κάποιος είναι καθαρά υποκειμενικό θέμα του καθενός και πρέπει να επέλθει μια πρώτη γνωριμία και επαφή, μέσα από την οποία θα βγάλουμε τα συμπεράσματά μας για το επίπεδο του συγκεκριμένου «εκπαιδευτή».

Η εκπαίδευση είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και χρειάζεται γνώσεις κυνολογικές, κυνηγετικές, υπομονή, επιμονή, κατάλληλη τεχνική μέθοδο, ψυχολογία και πάνω από όλα αγάπη για το σκύλο. Με λίγα λόγια η εκπαίδευση είναι τέχνη και το παραμικρό λάθος μπορεί να καταστρέψει ένα σκύλο για όλη του την κυνηγετική ζωή.

Οι περιφραγμένοι χώροι είναι χρήσιμοι για μια συγκεκριμένη μικρή περίοδο της εκπαίδευσης του ιχνηλάτη και μάλιστα στην ηλικία των 10-12 μηνών του κουταβιού.

Σ’ αυτή την ηλικία θα πάμε προσωπικά το σκύλο στη φάρμα με τους λαγούς για να κάνει την πρώτη γνωριμία με το λαγό σε όλα τα επίπεδα. Δηλαδή να δει λαγό οπτικά, να μυρίσει ντορούς, να ξεσηκώσει λαγό και να κάνει καταδίωξη στο μέτρο του χώρου. Μπορούμε να αφήσουμε το σκύλο στη φάρμα 15-20 μέρες, δεν χρειάζεται παραπάνω, με τον όρο να κυνηγάει μόνος του πάντα και εκ περιτροπής πρωί, μεσημέρι, απόγευμα.

Όταν μέσα στο διάστημα των 20 ημερών περίπου το κουτάβι καταφέρνει να ψάχνει το ντορό, να πλησιάζει το γιατάκι του λαγού, ξεσηκώνοντάς τον και καταδιώκοντάς τον, τότε δεν χρειάζεται άλλο η φάρμα, μετά πρέπει να εκπαιδευτεί στο βουνό ελεύθερα

Μέχρι την ηλικία των 10-12 μηνών πρέπει να εκπαιδεύσουμε το κουτάβι μόνοι μας στην υπακοή, στη γνωριμία με το περιβάλλον, στους θορύβους, στα οικόσιτα ζώα και στο κουνέλι. Αυτή η διαδικασία γίνεται εύκολα ακόμα και αν μένουμε σε αστική πόλη, μπορούμε να βρούμε περιμετρικά της πόλης ειδικούς χώρους.

Από κ. Πέτρο

Ημίαιμα

Κύριε Κυριτσάκα παρακολουθώ πολύ προσεκτικά τα άρθρα σας και τις απόψεις σας για τα καθαρόαίμα και σε θεωρητικό επίπεδο συμφωνώ. Αυτό όμως που θα ήθελα να μου απαντήσετε είναι πως γίνεται να υπάρχουν σε όλη σχεδόν την Ελλάδα τόσα ημίαιμα που κυνηγούν για πολλές γενιές τόσο καλά τον λαγό;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας κ. Πέτρο για την πληθώρα των ημίαιμων στη χώρα μας και απορώ γιατί δεν έχουμε πάρει το βραβείο «Γκίνες» ακόμα για την κυνολογική μας «ευρεσιτεχνία». Πράγματι είμαστε οι μοναδικοί στον κόσμο και η Τουρκία επίσης, που έχουμε και διατηρούμε ημίαιμους ιχνηλάτες, όλοι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι και μη εδώ και αιώνες, ασχολούνται με την καθαρόαιμη κυνοφιλία και κυνολογία όχι μόνο στα κυνηγετικά σκυλιά αλλά και στα «εργασίας», «ποιμενικά», «φύλαξης», «σαλονιού», χάνοντας μάλλον το χρόνο τους στη θεωρία. Πρέπει να είναι πολύ βλάκες που δεν έχουν καταλάβει το σωστό και το πρακτικό όπως εμείς τα σαΐνια.

Τα ημίαιμα στην Ελλάδα οφείλονται στην αδιαφορία, στην κυνολογική αμάθεια, την προχειρότητα και την «εξυπνάδα» της φυλής μας. Είναι υπεύθυνα για την μείωση του ντόπιου «Ελληνικού Ιχνηλάτη», ο οποίος έχει διασταυρωθεί με τσοπανόσκυλα, φύλακες, πουλόσκυλα, κοκόνια, ευρωπαϊκά καθαρόαιμα και μόνο με τον εαυτό του δεν ζευγάρωσε όπως ήταν αυστηρά αναγκαίο. Καταφέραμε να τον εξαφανίσουμε σχεδόν και φτάσαμε στις μέρες μας να ψάχνουμε εναγωνίως σε όλη την Ελλάδα να βρούμε «Ελληνικό Ιχνηλάτη», που να ανταποκρίνεται στα πρότυπα της ράτσας για να τον αναγνωρίσουμε, αυτό είναι «κυνολογικό έγκλημα» που γίνεται στη χώρα μας, μακάρι να μέναμε στη θεωρία. Το ίδιο πρόβλημα έχουμε και με τον «Ελληνικό Ποιμενικό» και τον «Κρητικό Ιχνηλάτη».

Αντιθέτως στα πουλόσκυλα η χώρα μας είναι σε μεγάλο κυνολογικό επίπεδο με εξαιρετικές καθαρόαιμες ράτσες και πολλές διεθνείς διακρίσεις.

Μήπως έχετε τη γνώμη ότι ένα ημίαιμο πουλόσκυλο κυνηγάει καλύτερα από ένα καθαρόαιμο Σέττερ, Πόιντερ, Επανιέλ, Κούρτσχααρ κ.λ.π.;

Υπάρχει κυνηγός φτερωτών πλέον που να κυνηγάει με ημίαιμο; Σαφώς όχι κατά κανόνα.

Η μεγάλη διαφορά στον αριθμό των καθαρόαιμων πουλόσκυλων σε σχέση με τους καθαρόαιμους ιχνηλάτες, είναι κυρίως το πνευματικό, το κοινωνικό και το οικονομικό επίπεδο των κυνηγών. Οι κυνηγοί των φτερωτών είναι κυρίως «αστοί» κατά κάποια έννοια, νέοι σε ηλικία, μορφωμένοι γενικώς, με κυνολογική και κυνηγετική παιδεία και πλήρως ενημερωμένοι για τις ράτσες και ανοιχτοί στα οικονομικά.

Αντίθετα οι κυνηγοί των τριχωτών είναι οι περισσότεροι άνθρωποι της επαρχίας και μικρών χωριών, χωρίς γνώσεις κυνολογικές, δεν διαβάζουν κυνηγετικό τύπο, δεν ενημερώνονται γενικώς, δεν σκοτίζονται για καθαροαιμίες, pedigree και «πράσινα άλογα», δεν διαθέτουν χρήματα αλλά προτιμούν ένα ημίαιμο δώρο ή φτηνό και έτσι διαιωνίζεται η κατάσταση.

Τα τελευταία δέκα χρόνια περίπου έχουν εισαχθεί πολλές καθαρόαιμες γαλλικές ράτσες ιχνηλατών στη χώρα μας, οπότε υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία ιχνηλατών, που μπορεί να βρει ο κυνηγός εύκολα. Επίσης ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι η μεταστροφή πολλών νέων κυνηγών και μάλιστα πουλοκυνηγών στο τριχωτό θήραμα, με αποτέλεσμα η ζήτηση των καθαρόαιμων ιχνηλατών να αυξάνεται γρήγορα. Είναι θέμα χρόνου πλέον να γίνει το ξεκαθάρισμα των ημίαιμων ιχνηλατών.

Διαφωνώ βέβαια απόλυτα ότι τα ημίαιμα κυνηγούν πολύ καλά το λαγό, γιατί τα καλά ημίαιμα σπανίζουν και είναι μια διασπορά τυχαίων σκύλων εφ’ όσον αντικειμενικά δεν μπορούν να καταταγούν σε «ράτσα» με κοινά μορφολογικά και κυνηγετικά στοιχεία.

Αν κυνηγούν καλά τα ημίαιμα τότε τι να πούμε για τα καθαρόαιμα που παίρνουν μέρος συχνά και τακτικά σε επίσημους αγώνες λαγού και κρίνονται αυστηρά και αντικειμενικά από επίσημους κριτές διεθνούς επιπέδου.

Κυνηγάω 35 χρόνια με ιχνηλάτες και έχω «δοκιμάσει» κι εγώ πάρα πολλά ημίαιμα στην κυνηγετική μου ζωή και μπορώ να βεβαιώσω ότι στα ημίαιμα βρίσκουμε ένα ποσοστό 5-10% καλό ιχνηλάτη και αυτό τυχαία. Στα καθαρόαιμα το ποσοστό του πολύ καλού ιχνηλάτη, ανέρχεται τουλάχιστον στο 80%, αυτή είναι η μεγάλη διαφορά.

Σέβομαι την άποψη σας και δεν προσπαθώ να σας πείσω για το αντίθετο απ’ αυτό που πιστεύεται, απλώς καταθέτω τις απόψεις μου μέσα απ’ τη μακρόχρονη εμπειρία μου στο κυνήγι και τα κυνηγόσκυλα γενικώς, στα οποία έχω αφιερώσει πολύ χρόνο μελέτης και παρατήρησης και στην πράξη και στην θεωρία, άλλωστε όταν μιλάμε για καθαρόαιμους σκύλους η θεωρία ισοδυναμεί πάντα με την πράξη γιατί οι κυνηγετικές κληρονομικές προδιαγραφές είναι άριστες κατά κανόνα.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.