Δευτέρα, 1 Μαΐου 2006

Κίσσα

Κίσσα

Garrulus glandarius

Η κραυγή του δάσους

Βασίλειο: Animalia

Συνομοταξία: Chordata

Υποσυνομοταξία: Vertebrata

Κλάση: Aves

Τάξη: Passeriformes Οικογένεια: Corvidae

Γένος: Garrulus

Είδος: G. glandarius

Αν και η Κίσσα είναι ένα από τα πιο «πολυχρόνα» μέλη της οικογένειας των κορακοειδών, είναι αρκετά δύσκολο να την δει. Είναι ένα ντροπαλό δασόβιο πουλί, το οποίο πολύ σπάνια θα κινηθεί μακριά από την κάλυψη των φυλλωμάτων. Η πολύ χαρακτηριστική κραυγή της και μια αχνή κίνηση ανάμεσα στις πυκνές φυλλωσιές, είναι αυτά που δηλώνουν ότι κάπου εκεί κοντά βρίσκετε μια κίσσα. Στην χωρά μας απαντάται με μια σειρά από ονόματα όπως, γάρρουλος, χαλκοκουρούνα, βαλανίδα, μελάνη, μπλάβη, πρασινοπούλι κ.α.

Γεωγραφική εξάπλωση

Η Κίσσα απαντάται σε όλη σχεδόν την εύκρατη ευρωπαϊκή ήπειρο, στην οποία οι πληθυσμοί της είναι γηγενείς. Μονό οι βορειότεροι πληθυσμοί αναγκάζονται σε μερική μετανάστευση όταν οι καιρικές συνθήκες είναι εξαιρετικά δυσμενείς. Σε γενικές γραμμές η διασπορά των πληθυσμών της Κίσσας από βορά προς νότο και από ανατολικά προς δυτικά αντίστοιχα θα λέγαμε ότι είναι, όλη σχεδόν η Ευρώπη ως την βόρια Αφρική και από την Σιβηρία ως τα Ιμαλάϊα

Γενική Περιγραφή

Η Κίσσα είναι ένα μικρού μεγέθους πουλί, του οποίου το μήκος κυμαίνεται από 32 ως 35 εκ. ενώ το βάρος του κυμαίνεται από 125 ως και 200 γραμ. Ξεκινώντας από το κεφάλι, ο χρωματισμός του είναι λευκός με μαύρες ραβδώσεις στο επάνω μέρος του. Δεξιά, αριστερά και κάτω από το μαύρου χρώματος ράμφους της, υπάρχει ένα επίσης μαύρου χρώματος φτέρωμα σαν μουστάκι και ακριβώς κάτω από αυτό, στην περιοχή του λαιμού, ένα υπόλευκου χρώματος μπάλωμα. Η κοιλία, το στήθος της, όπως και όλο τα επάνω μέρος του σώματος της από τον αυχένα, την πλάτη και ως τους γλουτούς έχει ένα ανοιχτό καφέ-κόκκινο χρωματισμό. Οι γλουτοί της είναι χρώματος υπόλευκου και ιδιαίτερα εμφανή κατά την πτήση της. Ενώ η ουρά της είναι μαύρου χρώματος. Τα φτερά της, το άνοιγμα των οποίων κυμαίνεται από 54-58 εκατ., στην βάση τους ακολουθούν και αυτά το γενικότερο καφέ-κόκκινο χρωματισμός του σώματος της, εκτός από το χαμηλότερο μέρος τους στο οποίο υπάρχουν μαύρα φτερά τα οποία καταλαμβάνουν σχεδόν το μισό κάτω μέρος της φτερούγας. Στα μισά από αυτά το επάνω μέρος τους είναι λευκό. Ενώ τα φτερά του εξωτερικού μέρους της κάθε φτερούγας έχουν χρώμα γκριζωπό με λευκές ραβδώσεις στο εσωτερικό τους. Τα εξωτερικά αυτά γκρίζα φτερά, διακόπτονται από το καφέ-κόκκινο εσωτερικό μέρος τους από μια γαλαζωπή με λευκά στίγματα έντονα ορατή ράβδωση.

Τα πόδια της κίσσας ακολουθούν τον γενικό καφέ-κόκκινο χρωματισμό της, ενώ στις νεαρές κίσσες ο χρωματισμός τους είναι περισσότερο σκούρο-κόκκινος απ’ ότι στης ενήλικες.

Βιότοπος

Η Κίσσα είναι ένα κατ’ εξοχήν δασόβιο πουλί. Την βρίσκουμε κυρίως σε δασώδεις περιοχές κωνοφόρων και πλατύφυλλων δέντρων και ιδιαίτερα σε περιοχές όπου υπάρχουν αρκετές βαλανιδιές κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι. Κατά το διάστημα του χειμώνα μπορούμε να την συναντήσουμε σε μεγάλα δασώδη πάρκα, σε οπωρώνες, διαχωριστικούς φράχτες και προαστιακούς κήπους, σπάνια όμως θα την δούμε μακριά από δέντρα.

Συμπεριφορά

Οι Κίσσες είναι αρκετά ντροπαλά πουλιά καις συνήθως βρίσκονται καλά κρυμμένα στα δέντρα. Είναι εξαιρετικά προσεκτικά και ανήσυχα και πολύ σπάνια θα δούμε μια Κίσσα να κάθετε για αρκετή ώρα σε ένα κλαδί. Αντίθετα πέτα με έναν αρκετά ιδιαίτερο τρόπο και με μεγάλη επιδεξιότητα, ακόμα και ανάμεσα από τα πλέον πυκνά κλαδιά των δέντρων. Η πτήση της είναι κυματοειδής, με αργά χτυπήματα των φτερών και σύντομες διακοπές, ακριβώς εξαιτίας αυτού του κυματοειδούς φτερουγίσματος δίνει την εντύπωση μια βαριάς και κοπιαστικής πτήσης. Κατά την πτήση της οι άσπροι γλουτοί της όπως και ο μπλε χρωματισμός των φτερών της είναι έντονα ορατά.

Περιστασιακά θα κατέβουν στο έδαφος για να αναζητήσουν την τροφή τους, αν όμως αντιληφθούν κίνδυνο μαζεύουν το κεφάλι τους κοντά στις φτερούγες τους και δίνουν την εκτύπωση ενός μαζεμένου ελατηρίου έτοιμο να εκτιναχθεί.

Την άνοιξη και ιδιαίτερα κατά το διάστημα της αναπαραγωγής γύρω στον Μάρτιο, οι Κίσσες γίνονται αρκετά κοινωνικές και συναθροίζονται σε μικρές ομάδες μέχρι 30 άτομα. Αυτές οι ομάδες συνήθως αποτελούνται από τα αζευγάρωτα πουλιά τα οποία αναζητούν το ταίρι τους. Δημιουργούνται βεβαία και μικρότερες ομάδες, οι οποίες συνήθως αποτελούνται από ένα αζευγάρωτο θηλυκό και από κάποια αρσενικά που το φλερτάρουν.

Αυτό ακριβώς το διάστημα θα τις δούμε η μία να ακολουθεί της άλλη και να επιδεικνύουν τα πολύχρωμα φτερά τους, ενώ τα αρσενικά επιδίδονται σε μια μεγάλη ποικιλία κελαηδισμάτων σε αυτό το αέναο παιχνίδι ερωτοτροπίας με τα θηλυκά. Αποκορύφωμα του παιχνιδιού αυτού είναι ένα γρήγορο κυνηγητό του θηλυκού από το αρσενικό, μέσα από τα πλέον πυκνά κλαδιά των δέντρων.

Το υπόλοιπο διάστημα εκτός του διαστήματος της αναπαραγωγής οι Κίσσες απαντώνται σε ζευγάρια ή σε μικρές ομάδες.

Όπως και παραπάνω είπαμε οι κίσσες σπανίως μεταναστεύουν. Όταν όμως υποχρεώνονται κυρίως για κλιματολογικούς λόγους να μεταναστεύσουν, πετούνε αρκετά γρήγορα, κυρίως από φόβο επίθεσης διαφόρων φτερωτών αρπακτικών, ενώ πετούνε η μια πίσω από την άλλη σε ένα αρκετά πρωτότυπο και μοναδικό σχηματισμό.

Η Κίσσα έχει μια πολύ ιδιαίτερη φωνή ικανή να την ξεχωρίσουμε από μεγάλη απόσταση. Η φωνή της μοιάζει με ένα σκληρό κράξιμο αποτελούμενο από τις συλλαβές "γραακ γραακ ", ή "σκααργκ- σκααργκ ". Θα πρέπεί ακόμα να σημειώσουμε ότι οι κίσσες είναι μεγάλοι μίμοι και μπορούν εύκολα να μιμηθούν την φωνή ενός αρνιού, μιας γάτας ή διαφόρων πουλιών και πρωτίστως των «κυνηγών» τους.

Μια εξαιρετικά ιδιόμορφη συμπεριφορά την οποία επιδεικνύουν οι κίσσες, είναι να πάνε κοντά σε φωλιές μυρμηγκιών και να προσπαθούν απλώνοντας στο έδαφός τα φτερά και την ουρά τους, να ανεβάσουν τα μυρμηγκιά μέσα στο φτέρωμα τους. Αν και είναι μια αρκετά παράξενη συμπεριφορά, έχει παρατηρηθεί ότι την ιδία συμπεριφορά σε αρκετές περιπτώσεις έχουν και οι κότσυφες και τα ψαρόνια. Ως μια λογική εξήγηση σε αυτή την συμπεριφορά αναφέρετε ότι, τα μυρμηγκιά καθαρίζουν τα πουλιά από τις παρασιτικές ψείρες που συνήθως έχουν στο φτέρωμα τους.

Διατροφή

Η Κίσσα ανήκει στα σχεδόν παμφάγα είδη και μπορεί να σιτιστεί με μια αρκετά μεγάλη ποικιλία τροφής. Βασικότερο όμως μέρος της διατροφής της αποτελούν τα βελανίδια, τα οποία συλλέγει και αποθηκεύει ως αποθέματα τροφής για τους δύσκολους χειμωνιάτικους μήνες. Χαρακτηριστικό είναι ότι η κίσσα μπορεί να μεταφέρει κάθε φορά ως και 5 βελανίδια, 1 στο ράμφος της και τα υπόλοιπα στο λαιμό και τον οισοφάγο της, σε αποστάσεις από 100 μέτρα ως και αρκετά χιλιόμετρα. Έχει δε την ικανότητα να θυμάται ακριβώς το μέρος στο οποίο θα θάψει τα βελανίδια, αλλά και την ικανότητα να τα οσφραίνεται ακόμα και όταν αυτά είναι θαμμένα κάτω από 30 πόντους χιόνι.

Ακόμα μέσα στα είδη διατροφής της Κίσσα περιλαμβάνονται διάφορα είδη καρπών όπως σιτάρι, κάστανα, μπιζέλια, μούρα, βατόμουρα, πατάτες κλπ.

Σε μικρότερη έκταση, οι Κίσσες θα αναζητήσουν μικρά θηλαστικά όπως μικρά φίδια και ποντίκια, αλλά και μικρά ασπόνδυλα όπως, γαιοσκώληκες, αράχνες, σαρανταποδαρούσες, σκώρους, διάφορα έντομα, κάμπιες, σαύρες κπλ. Από τις αγαπημένες της όμως τροφές αποτελούν τα αυγά κυρίως, αλλά και οι νεοσσοί διαφόρων άλλων πουλιών που θα ανακαλύψουν σε αφύλαχτες φωλιές.

Αναπαραγωγή

Οι κίσσες ενηλικιώνονται και είναι σε θέση να συμμετέχουν στην αναπαραγωγική διαδικασία μετά την ηλικία των 3 ετών. Η αναπαραγωγική τους περίοδο ξεκινά την άνοιξη (Απρίλιο - Ιούνιο), οπού μέσα από μια διαδικασία όπως αυτή που παραπάνω περιγράψαμε, τα «ανύπαντρα» πουλιά θα βρουν σύντροφο. Γύρω στο τέλος Απριλίου το ζευγάρι θα επιλέξει το μέρος στο οποίο θα κατασκευάσει την φωλιά του και το οποίο συνήθως είναι ένα μέρος σε κάποιο δέντρο ή θάμνο όχι υψηλότερο από 7 ως 9 μέτρα από το έδαφος και μερικές φορές χαμηλότερο από 1,2, με αρκετή φυσική κάλυψη. Εκεί θα φτιάξου την φωλιά η οποία δεν είναι μεγαλύτερη από 30 εκατοστά στο σύνολο της και αποτελείται από κλαδιά, ξερόχορτα και ρίζες, που μαζεύουν από το έδαφος, μαζί με φυλλώματα και πούπουλα.

Μετά το ζευγάρωμα το θηλυκό θα γεννήσει από 3 και 7 αυγά τα οποία είναι στιλπνά, ανοιχτό γαλαζοπράσινου ή πρασινωπού ή κρινόλευκου χρώματος. Διάστικτα με καφέ στίγματα και με δύο λαδί ή κοκκινωπές σκιές. Έχουν ακόμα συνήθως μια ή δύο μικρές μαύρες ραβδώσεις και ένα σκουρόχρωμο δακτύλιο κοντά στο μεγαλύτερο άκρο τους και σπανίως προς το μικρότερο. Ποικίλλουν δε ως προς το μέγεθος τους όπως και ως προς τον βαθμό στιλπνότητας τους. Η επώαση των αυγών θα διαρκέσει γύρω στις 16-19 ήμερες και οι περισσότεροι διατείνονται ότι γίνετε μόνο από το θηλυκό, αν και άλλες πήγες αναφέρουν ότι η επώαση γίνεται και από τα δυο μέλη του ζευγαριού εκ περιτροπής.

Μετά την εκκόλαψη και οι δυο γονείς φροντίζουν για την ανατροφή και σίτιση των νεοσσών, η οποία θα διαρκέσει γύρω στις 20-23 ήμερες. Και μετά όμως το διάστημα τον 23 ημερών αλλά και της ανεξαρτητοποίηση των 8 εβδομάδων όπου οι νεοσσοί θα αφήνουν τη φωλιά, ένας στενός δεσμός παραμένει με τους γονείς, οι οποίοι συνεχίζουν να τους ταΐζουν και να μένουν μαζί τους καθ' όλη τη διάρκεια του φθινοπώρου.

Διάφορα

· Οι κίσσες είναι σχετικά μακρόβια πουλιά με διάρκεια ζωής που ξεπέρνα τα 15 χρόνια

· Οι κίσσες όπως και τα ψαρόνια σε αιχμαλωσία μπορούν να εκπαιδευθούν για να μιμηθούν ανθρώπινους ήχους.

· Έχει υπολογιστεί ότι 5-10 εκατομμύρια ζευγάρια αναπαράγονται στην Ευρώπη.

· Οι κίσσες κατατάσσονται παγκοσμίως στα πουλιά χαμηλή ανησυχία μιας και δεν εμφανίζεται μείωση του πληθυσμού τους.

· Οι κίσσες θεωρείται ότι μέσω της τροφής τους διαδραματίζουν έναν κρίσιμο ρόλο στη διάδοση των δρύινων δασωδών περιοχών, εξαιτίας της συνηθείας τους να θάβουν τα βελανιδιά.

  • Έχει υπολογιστεί ότι μια και μόνο κίσσα θα μπορούσε "να φυτέψει" μέχρι και 3000 βελανίδια σε έναν μόνο μήνα.

· Μια από τις μεγαλύτερες σε έκταση μεταναστεύσεις μεγάλων πληθυσμών κίσσας, παρατηρήθηκε στα βρετανικά νησιά το 1983, όταν λόγω έλλειψης βελανιδιών παρατηρηθήκαν πολύ μεγάλη πληθυσμοί κίσσας να εισβάλουν στα βρετανικά νησιά από τις βόρειες σκανδιναβικές χώρες.

Εχθροί

Όπως και παραπάνω αναφέραμε οι πληθυσμοί της κίσσα βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα. Οι Βιολογικοί εχθροί της κίσσας είναι λίγοι και κυρίως τα μεγάλα νυχτόβια φτερωτά αρπακτικά όπως οι κουκουβάγιες και κυρίως ένα είδος κουκουβάγιας με την ονομασία καστανόξανθη κουκουβάγια.

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι το κυνήγι, μόνο ως απαραίτητος ρυθμιστικός παράγοντας μπορεί να λειτουργήσει ειδικά σε περιοχές με μεγάλους πληθυσμούς κίσσας.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.