Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2006

Το γενεαλογικό δέντρο των ιχνηλατών


Έχουμε σήμερα την χαρά να σας δημοσιεύσουμε μια εξαιρετική δουλειά του κου Θανάση Κυριτσάκα, σχετικά με τις αρχέγονες καταβολές των διαφόρων φυλών ιχνηλατών.
Έρευνες όπως αυτή που σήμερα παρουσιάζουμε, καταδεικνύουν αυτούς τους ανθρώπους που προσωπικά εγώ έχω χαρακτηρίσει ως ανθρώπους που έχουν, πρέπει να έχουν και δικαιούνται λόγου.
Άνθρωποι οι οποίοι μέσα από ατέλειωτες ώρες έρευνας και μελέτης, που έχουν ξοδέψει για πράγματα τα οποία αγαπούν και σέβονται, μεταφέρουν σε όλους εμάς πέρα από την αγάπη τους για αυτά με τα οποία ασχολούνται και την παιδεία που όλοι μας σε αυτήν την νέα εποχή έχουμε τόση ανάγκη.
Για ακόμα μια φορά θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κο Κυριτσάκα για τον πνευματικό του κόπο τον οποίο κοινωνεί σε όλους μας μέσω του kinigotopos.gr.

Ο υπεύθυνος ύλης
Διομήδης Τσομώκος


Edward Laverack

Edward Laverack

(1798-1877)

Απόδοση Μ. Βαρνάβα από το βιβλίο ¨THE SETTER¨ (1872)

O Edward Laverack γεννήθηκε το 1798, ορφανός από μικρή ηλικία μεγάλωσε μαζί με τον θειο του έναν βιοτέχνη στο Manchester, αγαπούσε πολύ τα σπορ και σε νεαρή ηλικία είχε ένα πολύ σοβαρό ατύχημα ύστερα από πτώση από ένα πολύ ψηλό δένδρο όπου έσπασε το πόδι του, αυτό το ατύχημα θα τον ενοχλούσε σε ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του.

Ο Laverack σε ηλικία 14 χρόνων άρχισε να πηγαίνει για κυνήγι μαζί με τον θειο του. Ενώ η μεγάλη επιθυμία του ήταν να φύγει στο εξωτερικό για να κυνηγήσει μεγάλα ζώα.

Σε ηλικία 18 ετών έχασε τον θειο του ο οποίος του άφησε μια ικανοποιητική περιουσία όμως εκείνος αποφάσισε να μην ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις του θειου του αλλά να ασχοληθεί με το πάθος του, το κυνήγι. Αγαπώντας πολύ τα ζώα και ιδιαίτερα τα σκυλιά, θα δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα setters και θα διαθέσει όλο του τον χρόνο στο να ψάχνει τα καλύτερα αίματα. Για να φτάσει στον σκοπό του ταξίδευε σε όλη την χώρα και τελικά αγόρασε από τον κληρικό HARISSON ο οποίος είχε δική του κλειστή εκτροφή για 35 χρόνια, τα πρώτα του 2 setters την ΟLD MOLL την οποία όταν πρωτοείδε είπε ότι δεν είχε δει πιο τέλειο είδος και τον PONTO.

Ξεκίνησε διασταυρώνοντας την ράτσα του και έτρεχε παντού όπου άκουγε για κάποιο καλό σκυλί, πήγαινε για να το δει αλλά και για να το δοκιμάσει. Επειδή όμως δεν ήταν τόσο ευχαριστημένος από τα αποτελέσματα αποφάσισε να σταματήσει να εισάγει ξένο αίμα έτσι ώστε να αναπαράγει τα ζώα της δικής του εκτροφής.

Με αυτόν τον τρόπο θα καλυτερέψει την δική του γραμμή φτάνοντας στο σημείο της τελειότητας, στόχο τον οποίο είχε θέση εξαρχής έχοντας σαν οδηγό και μοντέλο την φύση, τόσο ως προς τα ζευγαρώματα που έκανε, με σκοπό να αποκτήσει μια ομοιοτυπία ανάλογη με αυτή ορισμένων ζώων και κυρίως με των αιλουροειδών που ως γνωστό διαθέτουν ελαστικότητα, χάρη και ευχέρεια κινήσεων.

Η μεγάλη του επιθυμία ήταν να διατηρήσει την εκτροφή του με καθαρότητα αιμάτων. Το βιβλίο THE SETTER το έχει αφιερώσει στον Purcel Llewellin αναφέροντας ¨Αυτές οι γραμμές αφιερώνονται από τον ειλικρινά φίλο του Edward Laverack στον R.LI Purcel Llewellin,που προσπαθούσε και συνεχίζει να προσπαθεί να τελειοποιήσει το Setter.

Δυο pedigrees είχαν δημοσιοποιηθεί στο βιβλίο του Laverack το ένα ήταν του Fred II και το άλλο του Dash, που δείχνουν πως ο Laverack έκανε γέννες βάζοντας μαζί αδερφό με αδερφή για τουλάχιστον 4 γενεές και συνέχισε αυτό το κλειστό σύστημα αναπαραγωγής έως το θάνατο του.

Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι ο Ε.Laverack ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε να καταγράφει την εκτροφή του σε ηλικία 26 χρονών το 1825 και να βοηθήσει πολλούς άλλους αργότερα με τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει. Το βιβλίο ΤΗΕ SETTER γράφτηκε το 1872 και θεωρήθηκε ως η βάση του μοντέρνου στάνταρ των Σέττερ.

Πολλοί εκτροφείς στην συνέχεια ακολούθησαν την εκτροφή του LAVERACK αξίζει να πούμε ότι στην Αμερική είχε πάρα πολύ μεγάλο fun club, καθώς και το βιβλίο του μεταφράστηκε από πάρα πολλούς στην συνέχεια.

Επίσης οι σκύλοι του ο Frend I, Belle και ο Jet ήταν οι πρώτοι σκύλοι του που καταχώρισε στο νεοσύστατο τότε Kennel Club και έδειξε στο bench.

O Fred Ι βγήκε πρώτος στο Λονδίνο το 1863 και το 1865 ενώ ο Belle και ο Jet τις ίδιες χρονολογίες κατέλαβαν την 2 και 3 θέση. O Frend II γεννήθηκε το 1862, ήταν πρωταθλητής στο Birmingham το 1866, 1867 και το 1868, όλοι τους ήταν πορτοκαλόχρωμοι.

Ο Dash II γεννήθηκε και αυτός το 1862 αλλά είχε μπλε κηλιδωτό χρώμα ήταν πρωταθλητής στο Birmingham το 1869 και στο Crystal Palace το 1870 ξανάγινε πρωταθλητής στο Crystal Palace σε ηλικία 12 χρονών.

Ο σκύλος αυτός είχε συνεισφέρει παρά πολλά στην αναπαραγωγή των setters και οι εκπαιδευτές είχαν συμβουλευτεί να βγάλουν όσες γέννες μπορούσαν από αυτόν τον σκύλο.

Η μεγάλη επιτυχία είχε στηριχτεί στο σύστημα του Laverack που διάλεγε προσεκτικά τους σκυλούς για δουλεία και αυτό τότε μπορούσε να πραγματοποιηθεί και με μικρό κόστος, μάλιστα ο Laverack είχε νοικιάσει μια τεραστία περιοχή με grouse στα βόρεια, επίσης είχε κυνηγήσει σε ολόκληρη την χώρα και σε όλα τα είδη εδάφους, στην βόρεια Ιρλανδία κυνηγούσε grouse ενώ μπεκάτσες στο Isle Ιslay.

Tο αποτέλεσμα αυτού του ξεχωριστού προγράμματος καθώς και της επίλεκτης αναπαραγωγής, δημιούργησε έναν μακρύ και χαμηλό σκύλο με σχετικά κοντά πόδια, ασυνήθιστα κυρτούς ταρσούς και γόνατα που περιγράφονται να έχουν στάση αιλουροειδούς, με καπούλια που έχουν μεγάλη δύναμη.

Ο Laverack δούλευε με τους σκύλους του από της 9 το πρωί μέχρι στις 7 το απόγευμα καθημερινά για τρεις εβδομάδες, οι σκύλοι του αγοράζονταν από διακεκριμένους κυνηγούς εκείνης της εποχής.

Ο Laverack δημιούργησε το κυνοτροφείο ακριβώς τον σωστό χρόνο, όταν η βιομηχανία αναπτυσσόταν στην Βρετανία, τα κέρδη που προέρχονταν από τις εξαγωγές στις αποικίες χρησιμοποιούνταν για την εξέλιξη των κυνηγετικών οργανώσεων.

Το 1840 ο σιδηρόδρομος έφτασε μέχρι τα βόρεια και περνούσε από τις κυνηγετικές οργανώσεις, το 1844 η βασίλισσα Victoria ταξίδεψε βόρεια και έμεινε στο Ianeraray όπου εκεί είδε σκύλους αναθρεμμένους από τον Laverack και αυτό ήταν αρκετό για να γίνει ακόμα πιο δημοφιλής.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Laverack είχε κυνηγήσει πάνω από 800 ζευγάρια grouse σε διάστημα 4 ημερών με τρεις άλλες παρέες, ένα μόνο όπλο πυροβολούσε την μέρα 127 ζευγάρια με 2 ζευγάρια setters.

Ο Laverack αγαπούσε και το ψάρεμα ιδιαίτερα του σολομού αλλά πάνω απ’ όλα το κυνήγι η μεγαλύτερη του ευχαρίστηση ήταν να βλέπει τα σκυλιά του να δουλεύουν και σταμάταγε το κυνήγι για να θαυμάσει την ικανότητα τους στην φέρμα η στις προσπάθειες που έκαναν για να μπλοκάρουν ένα θήραμα που ποδάρωνε.

Αν και ήταν εξαιρετικός σκοπευτής τίποτα δεν τον ενδιέφερε περισσότερο από την απόδοση των σκύλων του, και πράγματι το να τα βλέπεις τα σκυλιά του ήταν ένα μοναδικό θέαμα

Ο Laverack ήταν άνθρωπος με θερμό ταμπεραμέντο, αλλά λίγο ζωντανός χαρακτήρας, αγαπούσε πολύ την γυναίκα του Mary και δεν σταμάτησε ποτέ να την εκτιμάει αν και πέθανε 15 χρόνια πριν από εκείνον ποτέ δεν έπαψε να λέει ότι κανένας άνθρωπος δεν είχε τόσο αφοσιωμένη σύντροφο και συχνά διασκέδαζε με το να διηγείται τον τρόπο που της ζήτησε να παντρευτούν διότι έμοιαζε με προγαμιαίο συμβόλαιο όπως τα λέγαμε σήμερα.

Της είχε πει «αλήθεια Mary θα είχατε την δύναμη να με ακολουθήσετε στην Σκοτία και να ζήσετε για 4 μήνες ανάμεσα σε θλιβερά έλη;»

Ναι απάντησε εκείνη. Και πράγματι συνήθιζε να φέρνει την γυναίκα του στον τόπο που κυνηγούσε και να διαμένουν εκεί για 4 μήνες όσο διαρκούσε η κυνηγετική περίοδος.

Το μόνο παιδί που απόκτησε ήταν ένα αγοράκι το οποίο πέθανε σε μικρή ηλικία.

Τα ελαττώματα του Laverack ήταν η μεγάλη του καρδιά και η ευθύτητα.

Ο Edward Laverack πέθανε το 1877 και θάφτηκε στο Ash Churchyard δίπλα στο σπίτι του, όλοι οι σκύλοι του πήγαν στον συνεχιστή Purcel Llewellin, οι βιογραφικές σημειώσεις γράφτηκαν από τον φίλο του Laverack τον κ.J-R ROBINSON .-

Σίγουρα το λόμπι τoυ setter club χρωστάει πολλά σε αυτόν τον εκτροφέα ο οποίος αφιέρωσε την ζωή του για την εξέλιξη αυτού του σκύλου.

Καρακάξα

Pica Pica

Οι ληστές των αιθέρων

Βασίλειο: Animalia

Συνομοταξία: Chordata

Υποσυνομοταξία: Vertebrata

Κλάση: Aves

Τάξη: Passeriformes Οικογένεια: Corvidae

Γένος: Pica

Είδος: Pica Pica

Είναι ένα από τα κοινότερα, πολυπληθέστερα, από τα πλέον ευπροσάρμοστα, και εύκολα αναγνωρίσιμα πουλιά στην Ευρώπη. Αν και περιλαμβάνεται στον πίνακα θηρεύσιμων ειδών, πολύ δύσκολα θα μπορούσαμε να το κατατάξουμε στα θηραματικά είδη. Και μάλλον το ότι συμπεριλαμβάνετε στα θηρεύσιμα είδη εξυπηρετεί μόνο λόγους ρύθμισης του πληθυσμού του.

Γεωγραφική εξάπλωση

Η Ευρασιατική Καρακάξα απαντάται σε μια μεγάλη ποικιλία βιοτόπων, από τη βόρεια Αφρική, ολόκληρη την Ευρώπη, στη Νοτιοανατολική Ασία και τη Σιβηρία. Υποείδη της βεβαία απαντώνται σε όλες σχεδόν τις εύκρατες περιοχές της Βόρειας Αμερικανικής ηπείρου ως την Αλάσκα

Οι πληθυσμοί της είναι κυρίως μόνιμοι, αν και μερικά πουλιά μπορούν να κινήσουν προς τον νότο ή προς χαμηλότερου υψομέτρου θέσεις τον χειμώνα και ως την εποχή αναπαραγωγής τους.

Γενική Περιγραφή

Η Καρακάξα είναι ένα μεσαίου μεγέθους πουλί, του οποίου το μήκος κυμαίνεται από 44 ως 60 εκ.. Το βάρος της κυμαίνεται από 145 ως και 210 γραμ. ενώ το άνοιγμα των φτερών της κυμαίνεται από 56 ως 61 εκ. Ξεκινώντας από το κεφάλι του οποίου ο χρωματισμός είναι μαύρος ιριδίζον. Ο μαύρος αυτός χρωματισμός συνεχίζεται και καλύπτει όλη την επιφάνεια του στήθους, αλλά και του επάνω μέρους του σώματος της, την ράχη και το επάνω μέρος των φτερών, στα οποία έχει (σε αντίθεση με το στήθος) μια έντονα ιριδίζουσα απόχρωση. Η κοιλία ως τους μαύρου χρώματος γλουτούς της, είναι λευκού χρώματος ανάλογο με αυτό των ώμων της, αλλά και των κωπταίων φτερών της τα οποία είναι και αυτά λευκού χρώματος. Η ουρά της είναι μαύρη, μακριά με μεγαλύτερα τα κεντρικά φτερά της. Τα πόδια της όπως και το ράμφος της είναι ξεθωριασμένου μαύρου χρώματος. Και τα δυο φύλα είναι παρόμοια, ενώ τα ανήλικα άτομα είναι παρόμοια με τα ενήλικα, αλλά σαφώς πιο θαμπά και λιγότερο ιριδίζοντα.

Βιότοπος

Η Καρακάξα έχει μια αρκετά μεγάλη ποικιλία βιοτόπων. Την συναντούμε κυρίως σε ανοιχτές περιοχές με χαμηλή συνήθως βλάστηση, αραιά δέντρα και χαμηλούς θάμνους όπως οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις, τα λιβάδια, οι άκρες των δασών κ.α. Αποφεύγει τις πυκνές δασώδεις περιοχές όπως και τις άνυδρες και ξέρες. Δεν είναι όμως και λίγες οι φορές που θα την συναντήσουμε σε αστικές περιοχές, σε προαστιακούς κήπους και αλσύλλια, αλλά ακόμα και μέσα στις πόλεις.

Συμπεριφορά

Τις καρακάξες συνήθως τις συναντούμε σε μικρά κοπάδια των 6-10 πουλιών ή και μεγαλύτερα κατά το διάστημα του χειμώνα. Φωλαιωποιούν σε χαλαρές αποικίες, με διεσπαρμένες τις φωλιές σε μια αρκετά εκτεταμένες εκτάσεις. Οι καρακάξες επιδεικνύουν συνήθως μια έντονα κοινωνική (μετά το διάστημα της αναπαραγωγής) αλλά και επιθετική συνάμα συμπεριφορά. Αναζητούν την τροφή τους σχεδόν ομαδικά στο έδαφος, αλλά δεν είναι λίγες οι φορές που θα τις δούμε στις ράχες μεγάλων ζώων όπως βοοειδών κλπ, να τα απαλλάσσουν από διάφορα εξωπαράσιτα, τα οποία αποτελούν εκλεκτή λιχουδιά για τις καρακάξες. Κατά την σίτιση της η καρακάξα επιδεικνύει μια σχεδόν αρπακτική συμπεριφορά κρατώντας την τροφή της με τα δυνατά πόδια της και ραμφίζοντας την με το δυνατό ράμφος της. Οι καρακάξες είναι ικανές να καταστρέψουν τα αυγά άλλων πουλιών ή ακόμα και να θανατώσουν τους νεοσσούς τους προκειμένου να τραφούν. Ακόμα είναι σε θέση να τολμήσουν να επιτεθούν σε ασθενικά ή νεογέννητα πρόβατα ή βοοειδή τα οποία θα θανατώσουν με τα απανωτά ραμφίσματα τους για να τραφούν με αυτά, αλλά και δεν θα διστάσουν να κλέψουν την τροφή από άλλα πουλιά.

Έχει μια αρκετά χαρακτηριστική πτήση, σχεδόν κυματιστή, με γρήγορα κτυπήματα των φτερών και μικρά εναέρια γλιστρήματα.

Η καρακάξα είναι ένα αρκετά θορυβώδεις πουλί αν και δεν φημίζεται για την ωραία φωνή της. Η φωνή της είναι ένα μίγμα από σκληρές κραυγές όπως γοκκ γοκκ ή τσακ τσακ ή κουεγκ κουεγκ γακ γακ γακ. Έχει όμως παρατηρηθεί ότι πουλιά, σε αιχμαλωσία μπορούν να διδαχθούν για να μιμηθούν μικρό αριθμό λέξεων.

Διατροφή

Η Καρακάξα ανήκει στα σχεδόν παμφάγα είδη και μπορεί να σιτιστεί με μια αρκετά μεγάλη ποικιλία τροφής. Προμηθεύετε την τροφή της από το έδαφος, τα δέντρα ή τους θάμνους, όπου αναζήτα διάφορα έντομα, όπως γρύλους, σαλιγκάρια, γυμνοσάλιαγκες και αράχνες. Ακόμα συχνάζει κοντά σε παρόχθιες και παραλίμνιες περιοχές οπού αναζητεί ψάρια, μικρά ερπετά και αμφίβια. Στην ευρύτατη ποικιλία τροφών της καρακάξας συγκαταλέγονται διάφορα άγρια ή καλλιεργήσιμα φρούτα, τα αυγά αλλά και οι μικροί νεοσσοί διαφόρων πουλιών, μικρά θηλαστικά και οποιασδήποτε σχεδόν μορφής ψοφίμια

Αναπαραγωγή

Οι Καρακάξες επιδεικνύουν συνήθως και για αρκετά χρόνια μια σχεδόν μονογαμική συμπεριφορά, μιας και τα ζευγάρια που θα σχηματιστούν θα παραμείνουν για αρκετά χρόνια μαζί. Ενηλικιώνονται και είναι σε θέση να συμμετέχουν στην αναπαραγωγική διαδικασία μετά την ηλικία του ενός έτους. Η αναπαραγωγική τους περίοδο ξεκινά την άνοιξη (Απρίλιο - Μάιο), ενώ γύρω στο τέλος Απριλίου το ζευγάρι θα επιλέξει το μέρος στο οποίο θα κατασκευάσει την φωλιά του. Μερικές φορές βεβαία οι καρακάξες επαναχρησιμοποιούν τις παλαιές φωλιές τους, αν και συνήθως χτίζουν απ’ την αρχή μια νέα κάθε έτος. Η φωλιά χτίζετε συνήθως και από τα δυο μέλη του ζευγαριού σε πυκνά δέντρα και ψηλούς θάμνους, ενώ πολύ σπανιότερα θα επιλέξουν διάφορα κτήρια ή προεξοχές απότομων βράχων για να την χτίσουν. Η φωλιά έχει σχήμα σφαιρικό, είναι δηλαδή σκεπασμένη και στο επάνω μέρος της, είναι αρκετά ογκώδεις, έχει σχεδόν πάντα δυο εισόδους και αποτελείται από μικρούς κλαδίσκους και λάσπη. Μετά το ζευγάρωμα το θηλυκό θα γεννήσει από 5 ως και 9 αυγά τα οποία είναι στιλπνά, ανοιχτού πρασινωπού χρώματος και διάστικτα με ανοιχτού καφέ χρώματος στίγματα. Ποικίλλουν δε ως προς το μέγεθος τους όπως και ως προς τον βαθμό στιλπνότητας τους. Η επώαση των αυγών θα διαρκέσει γύρω στις 16-18 ήμερες και γίνεται αποκλειστικά από το θηλυκό, αν και μελέτες απέδειξαν ότι η συμμετοχή του αρσενικού είναι σχεδόν απαραίτητη για την μετέπειτα επιτυχή εκτροφή των νεοσσών. Μετά την εκκόλαψη και οι δυο γονείς φροντίζουν για την ανατροφή και σίτιση των νεοσσών, η οποία θα διαρκέσει γύρω στις 22-27 ήμερες. Ενώ για τις επόμενες 8 εβδομάδες οι νεοσσοί θα σιτίζονται αποκλειστικά από τους γονείς τους. Μετά το διάστημα των 8 εβδομάδων οι νεοσσοί θα αφήνουν τη φωλιά, αλλά θα παραμείνουν κοντά στους γονείς τους καθ' όλη την διάρκεια του πρώτου τους φθινοπώρου και χειμώνα.

Διάφορα

  • Μέχρι προσφάτως υπήρχε η άποψη ότι όλα τα είδη καρακάξας ήταν ίδια, μετά όμως από σχολαστική μελέτη και παρατήρηση τόσο της συμπεριφοράς τους, όσο και των φωνών τους, διαπιστώθηκε ότι η Ευρασιατική καρακάξα αποτελεί διαφορετικό είδος από την πολύ όμοια της Αμερικάνικη ή άλλα είδη κορεάτικων καρακαξών.
  • Η καρακάξα φτιάχνει μια αρκετά ογκώδεις φωλιά που μπορεί να πάρει μέχρι 40 ημέρες για να την κατασκευάσει.
  • Παρά το ότι απαιτείται αρκετή και επίπονη εργασία για την κατασκευή της φωλιάς, μελέτες απέδειξαν ότι μόνο οι καρακάξες αφιερώνουν μόλις το 1% των καθημερινών δραστηριοτήτων τους σε αυτόν τον τομέα
  • Όπως τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς της, η καρακάξα είναι γνωστή ως αρπακτικό ζώο μιας και συχνά σιτίζεται με τα αυγά και τους νεοσσούς άλλων πουλιών. Έρευνες όμως απέδειξαν ότι τα αυγά και οι νεοσσοί αποτελούν μια πολύ μικρή μερίδα της διατροφής της καρακάξας. Και απόδειξη αυτού το γεγονότος είναι ότι στην Αγγλία, μια μελέτη επιβεβαίωσε ότι ο πληθυσμός ωδικών πτηνών αυξήθηκε συγχρόνως με την αύξηση του πληθυσμού των καρακαξών.

· Σε πολλές περιοχές (και στην χώρα μας) κατά το παρελθόν έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες περιορισμού των πληθυσμών αυτού του πουλιού, με ανεπιτυχή αποτελέσμάτα.

  • Στην Ευρώπη ο πληθυσμός των καρακαξών υπολογίζετε σε περισσότερα από 9.000.000 με μεγάλη αυξητική τάση.

Εχθροί

Όπως και παραπάνω αναφέραμε οι πληθυσμοί της καρακάξας βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα. Οι Βιολογικοί εχθροί της καρακάξας είναι πολύ λίγοι ως ανύπαρκτοι και

θα πρέπει να τονίσουμε ότι το κυνήγι, μόνο ως απαραίτητος ρυθμιστικός παράγοντας μπορεί να λειτουργήσει ειδικά σε περιοχές με μεγάλους πληθυσμούς.

Φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα!!!

Δανείστηκα τον τίτλο ενός πολύ γνωστού τραγουδιού για να ξεκινήσω το σημερινό μου άρθρο και κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι.

Πραγματικά φοβάμαι για όλα αυτά που έχουν γίνει για μένα χωρίς εμένα, αλλά και για όσα θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα. Και πώς να μην φοβάμαι όταν:

Το κράτος βλέπει μόνο την οικονομική υπόσταση του κυνηγίου.

Χρόνια τώρα μας έχουν καταστήσει κατηγορούμενους και συνεχώς απολογούμενους για ότι κακό συμβαίνει στην ύπαιθρο μας.

Οι περισσότερες αποφάσεις για τους κυνηγούς παίρνονται χωρίς τους κυνηγούς.

Όμως εδώ και λίγο καιρό φοβάμαι ακόμα περισσότερο και αυτό γιατί με δικές μας εντολές καλούμαστε να τηρήσουμε αποφάσεις που σχεδόν το σύνολο του κυνηγετικού κόσμου έχει απορρίψει, μιας και η πράξη έχει δείξει ότι πέρα από πρόχειρες και επιπόλαιες, αρκετές φορές είναι και άκρως επικίνδυνες.

Και για να γίνω πιο σαφής μιλώ για τις σε όλους μας γνωστές ζώνες εκπαίδευσης ή καλύτερα εκγύμνασης.

Όπως θα γνωρίζεται εδώ και κάποια χρόνια, υπήρξαν διατάξεις συμφωνά με τις οποίες τα δασαρχεία έπρεπε να ορίσουν συγκεκριμένες περιοχές στις οποίες θα επιτρέπονταν η εκπαίδευση κατά τους «κλειστούς» κυνηγετικά μήνες. Οι ζώνες αυτές θα ορίζονταν από τα κατά τόπους δασαρχεία τα οποία θα ζητούσαν και τις εισηγήσεις των κυνηγετικών συλλόγων χωρίς βεβαία αυτές να είναι για τα δασαρχεία δεσμευτικές. Έτσι λοιπόν άλλοτε με εισήγηση των κυνηγετικών συλλόγων και άλλοτε με αποκλειστική ευθύνη των δασαρχείων ορίστηκαν ζώνες εκπαίδευσης κυνηγετικών σκύλων.

Τα αποτελέσματα του μέτρου αυτού ήταν τα εξής:

Οι περισσότεροι από τους χώρους εκγύμνασης λόγο τις αυξημένης πίεσης που δέχονται έχουν καταντήσει να είναι κρανίου τόπος μιας και κανένα θήραμα δεν θα μπορούσε να δεχθεί την πίεση τόσων κυνηγών σε τόσο περιορισμένους χώρους.

Οι περισσότερες ζώνες επιλέχθηκαν χωρίς ιδιαίτερη θηραματική και περιβαλλοντική μελέτη και πλην ελαχίστων εξαιρέσεων είναι πλήρως ακατάλληλοι.

Από όσα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε καμία ουσιαστική μελέτη δεν εκπονήθηκε από τους υπαλλήλους των δασαρχείων, αλλά ούτε και από τους επιστημονικούς συνεργάτες των κυνηγετικών μας οργανώσεων.

Και τέλος οι ζώνες αυτές όπως σε κάποια γενική συνέλευση μίας Ομοσπονδίας από πρόεδρο συλλόγου είχε αναφερθεί, είναι σκέτα ναρκοπέδια μιας και δεν είναι λίγες οι φορές έχουν υπάρξει ακόμα και ομαδικοί δηλητηριασμοί σκύλων.

Λόγω και τις τέως ιδιότητας μου και ως μέλος Δ.Σ. κυνηγετικού συλλόγου, έχω παρευρεθεί σε αρκετές γενικές συνελεύσεις της ομοσπονδίας που ανήκε σύλλογος και δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι αν όχι όλοι, οι περισσότεροι αντιπρόσωποι των κυνηγετικών συλλόγων ήμασταν ενάντια όλων αυτών των «αμελέτητων» αποφάσεων οι οποίες πάρθηκαν για εμάς χωρίς εμάς.

Παραπάνω σας είπα ότι εδώ και λίγο καιρό φοβάμαι ακόμα περισσότερο και αυτό γιατί βλέπω έναν σχεδόν αδικαιολόγητο ζήλο των συνδικαλιστών μας να εφαρμόσουν μέσω της αποκλείστηκα από εμάς χρηματοδοτούμενης Ομοσπονδιακής θηροφυλακής τις σχεδόν από όλο των κυνηγετικό κόσμο απαράδεκτες διατάξεις περί ζωνών εκπαίδευσης. Όπως και σε έκτακτο άρθρο μας είχα αναφέρει η Κωπαΐδα φυλάσσεται νυχθημερόν από ομοσπονδιακούς θηροφύλακες για να μην ενοχλήσουμε τα ορτύκια. Συμφωνά με πληροφορίες μας ο φετινός Ιούνιος θα είναι από τους πλέον καθοριστικούς μήνες για την ορεινή πέρδικα και δυστυχώς από την καθημερινή επαφή μου με κυνηγούς διαπιστώνω ότι αρκετοί είναι αυτοί που ανέβηκαν στα πλημμελώς λόγο Κωπαΐδα, φυλασσόμενα βουνά μας.

Τέλος θα ήθελα να ρωτήσω η απαγόρευση εκπαιδευτικών στην Κωπαΐδα στηρίζεται στην εφαρμογή των διατάξεων περί ζωνών εκπαίδευση και η είσοδο κυνηγών θα επιτραπεί μόνο με την έναρξη του κυνηγίου; ή από βδομάδα θα ξαναδούμε τα κομβόι κυνηγών να την κατακλύζουν;

Διομήδης Τσομώκος

PORTUGUESE POINTING DOG

FCI-Standard N° 187 / 04. 12. 1998 / GB

PORTUGUESE POINTING DOG

(Perdigueiro Português)

Πορτογαλικός δείκτης

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ : Πορτογαλική κυνολογική λέσχη, κα Peggy Davis.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ : Στα Ελληνικά Τσομώκος Διομήδης.

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ : Πορτογαλία.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΧΙΚΩΝ ΕΓΚΥΡΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ : 19.09.1967.

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ : Είναι ένας σταθερός κυνηγός και ένας πολύ καλός σύντροφος. Αναζήτα στο έδαφος με το πείσμα ενός πεπειραμένου κυνηγού, το θήραμά του, με την προσοχή που απαιτείται από την άριστη, λεπτή μύτη του και τις εξαιρετικές ικανότητές του. Ένας πανούργος εργατικός και πιστός σύντροφος για τον κυνηγό. Επιφυλακτικός και σιωπηλός, με ψηλά το κεφάλι και ανοιχτά τα ρουθούνια κατά την φέρμα του, με το βλέμμα, την στάση της ουράς ή την κίνηση του, δείχνει στον κυνηγό αυτό που αυτός είδη γνωρίζει μέσω της αίσθησης της μυρωδιάς. Ένας καλός πορτογαλικός δείκτης είναι πάντα έτοιμος να βοηθήσει με τη εξυπνάδα του και μερικές φορές ακόμη και με την εκπληκτική πονηριά του. Το σκυλί κατορθώνει να μένει ακίνητο ακόμα και όταν η μυρωδιά του θηράματος διεγείρει τις αισθήσεις του. Φερμάρει σταθερά, σε σχετικά περίεργες στάσεις που συνδέονται άμεσα με τα χαρακτηριστικά νοητικά αντανακλαστικά του: Πρόσωπο ανέκφραστο, σταθερό βλέμμα, στημένα με ένταση αυτιά, ακίνητο κεφάλι, άκαμπτη οριζόντια ουρά, σηκωμένο μπροστινό πόδι, κατά διαστήματα είναι αδιάφορος και πηγαίνει γύρω από το θήραμα εωσότου να εγκλωβίσει με την όσφρηση του, την μυρωδιά του θηράματος. Καθόλου εγωιστής, απολαμβάνει και δείχνει την απόλαυσή του στο να μοιράζεται την ευχαρίστησης του με τον κυναγωγό του, ανεξάρτητα από το πόσο δύσκολες είναι οι κλιματολογικές συνθήκες ή πόσο τραχύ το έδαφος. Το ουσιαστικότερο ενδιαφέρον του το δείχνει στο θήραμα, ενώ η μεγαλύτερη ανταμοιβή του είναι η επαναφορά του (θηράματος) στον κύριό του. Τα οποία και τα δύο τα κάνει εκπληκτικά καλά.

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ F.C.I. : ομάδα 7 σκύλοι δείκτες.

τμήμα 1,1. ηπειρωτικοί δείκτες

σκυλιά, τύπος "Braque".

με εξέταση εργασίας.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Η αρχική προέλευσή του είναι αρκετά συγκεχυμένη, ωστόσο έχουμε ένα λόγω, να υποθέτουμε ότι αρχικά προήλθε από την Ανατολική Ιβηρική χερσόνησο, ενώ η παρουσία του στην Πορτογαλία μπορεί να τοποθετηθεί γύρω στον 14ο αιώνα. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι με τα χρόνια και εξαιτίας διάφορων επιρροών, υπήρχε μερική μετάλλαξη του αρχικού είδους, με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουμε τον σημερινό πορτογαλικό δείκτη. Στην πραγματικότητα πρέπει να θεωρηθεί ως αυτόχθον φυλή, τόσο στη μορφολογία όσο και στα ψυχικά χαρακτηριστικά της.

Ο πορτογαλικός δείκτης βρίσκετε διεσπαρμένος σε όλη την ηπειρωτική Πορτογαλία κυρίως στις πόλεις όπου το κυνήγι αποτελεί μια από τις αγαπημένες δραστηριότητες, μιας και εκτιμάται ιδιαίτερα ως σκυλί κυνηγίου.

ΓΕΝΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ : Μέσων αναλογίων, σκύλος τύπου Μπράκ, με ισορροπημένη και στιβαρή εμφάνιση που συνδυάζετε με μεγάλη άνεση στην κίνησης. (σβελτάδα ευλυγισία).

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ/ΙΔΙΟΣΥΓΚΡΑΣΙΑ : Εξαιρετικά τρυφερός, πολύ υπάκουος, ο πορτογαλικός δείκτης μπορεί να φτάσει στα άκρα της τρυφερότητας, ακόμα και σε σημείο να γίνεται ενοχλητικός, όταν λόγω έλλειψης εκπαίδευσης, αρνήται να υπακούσει οποιεσδήποτε εντολές. Είναι αρκετά κοινωνικός, και μερικές φορές ελαφρώς παιχνιδιάρης με άλλους σκύλους. Έχει χαριτωμένη εμφάνιση και ήρεμη αλλά ζωηρής ιδιοσυγκρασίας με αρκετά μεταβαλλόμενη εκφραστικότητα.

ΚΕΦΑΛΙ : Σε αναλογία με το μέγεθος του σώματος. Δίνει, εντούτοις, εξαιτίας του σχήματος του την εντύπωση ότι είναι μεγάλο. Ελαφρώς βαρύ, αλλά δεν πρέπει να είναι πολύ οστεώδης ή πολύ σαρκώδης. Πρέπει να καλύπτεται με χαλαρό και λεπτό δέρμα χωρίς ρυτίδες εάν υπάρχουν ρυτίδες, πρέπει να είναι πολύ ισχνές. Βλέποντας το από μπροστά, το κεφάλι φαίνεται να είναι τετραγωνισμένο, από πλάγια όψη ευθύγραμμο. Το κεφάλι τίθεται σωστά στο λαιμό, επιτρέποντας να φέρεται με άνεση και ψηλά. Ωραίου σχήματος και σωστών αναλογίων, βλέποντας το από μπροστά, το κεφάλι παρουσιάζει σαφή μετωπιαίο στοπ, μεταξύ του ρινικού καλάμου και του κρανίου, κατά μήκος μιας ιδεατής γραμμής που περνά στο κάτω μέρος των εσωτερικών γωνιών των ματιών.

ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΚΡΑΝΙΑΚΗ:

Κρανίο : Βλέποντας το από μπροστά, το μέτωπο είναι σχεδόν επίπεδο, υψηλό, ευρύ και συμμετρικό, από πλάγια όψη ελαφρώς καμπυλωτό. Ινιακό οστό μόλις και με τα βίας αντιληπτό.

Μετωπιαίο στοπ : Καλά τονισμένο (γωνία κρανίου -προσώπου περίπου 100°), πλησιέστερα στην άκρη της μύτης απ' ότι στο ινιακό οστό.

ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ:

Μύτη : Η μύτη διαμορφώνει μια τέλεια γωνία με τη ρινική κάλαμο και το επάνω χείλι. Τα ρουθούνια πρέπει να είναι μεγάλα, καλά διαμορφωμένα και ανοιχτά. Το δέρμα της μύτης πρέπει να είναι μαύρο ή παρόμοιο με το τρίχωμα κατά προτίμηση ανοικτό καφέ ή σκούρο καφέ στα σκυλιά των καφετί χρωμάτων και πάντοτε ανοιχτότερο από τον χρωματισμό του τριχώματος.

Ρύγχος : Ρινική κάλαμος ίσια, επαρκούς πλάτους σε ολόκληρο στο μήκος της, πρέπει να είναι επίπεδη σε ολόκληρο το μήκος της. Η σύνδεση με το πρόσωπο πρέπει να είναι σωστά τονισμένη.

Χείλια : Μέτριου μεγέθους. Βλεννώδεις μεμβράνες ακανόνιστα χρωματίζομενές. Το ανώτερο χείλι είναι αιωρούμενο (κρεμαστό), αλλά όχι υπερβολικά, ελαφρώς σαρκώδης, τετραγωνισμένο στο περίγραμμα του, πέφτει φυσικά, χωρίς πτυχές και συναντά το κάτω χείλος σε μια χαλαρά αναδιπλουμένη σύνδεση, αποτέλεσμα της οποίας είναι μια ελαφρά γυρτή γωνία στο στόμα.

Σαγόνια/δόντια : Πρέπει πάντα να υπάρχει μια φυσιολογική οδοντοστοιχία όσον αφορά τη θέση, την σύσταση, τη μορφή και την ανάπτυξη των δοντιών. Κάθε φορά που κλείνει το σκυλί το στόμα του, τα καλά αναπτυσσόμενα και προσαρμοζόμενα σαγόνια του, πρέπει να συναντούνται σε ένα σωστό δάγκωμα.

Μάτια : Μάτια που κοιτάνε ίσια, τελείως όμοια και συμμετρικά, μεγάλα, στις διάφορες αποχρώσεις του καφέ, κατά προτίμηση σκούρες. Όβαλ μορφής, οριζόντια, σωστά τοποθετημένα τόσο στο κεφάλι, όσο και στις υποδοχές τους. Λεπτά και καλά ανοιγόμενα βλέφαρα, που κινούνται εύκολα και κλείνουν καλά. Με μαύρο ή καφετί περίγραμμα σύμφωνα με την απόχρωση της μύτης. Φωτεινό, εκφραστικό βλέμμα, ειδικά στους ενηλίκους. Προεξέχουσες υπεροβλεφαρικές αψίδες, χωρίς όμως υπερβολή, η οποία θα έκανε το κεφάλι να φανεί οστεώδες.

Αυτιά : Αυτιά μέσου μήκους (15 εκατ. στο μήκος - 11 εκατ. στο πλάτος) πρέπει να είναι λεπτά, εύπλαστα, καλυμμένα με λεπτή, πυκνή, κοντή τρίχα, αρκετά ευρύτερα στη βάση απ' ότι στην άκρη τους, σε κατά προσέγγιση σε ποσοστό 1:2,5 με στρογγυλευμένες άκρες και να ομοιάζουν, λόγω της μορφής του πτερυγίου, με τρίγωνο που έχει την βάσης του επάνω. Τα αυτιά κρεμούν, σχεδόν επίπεδα, είναι τοποθετημένα ψηλά, πέφτουν ωραία και στο εξωτερικό μέρος τους παρουσιάζουν, όταν το σκυλί δείχνει προσοχή, μια ή δύο κατά μήκος μικρές αυλακώσεις μεταβλητού βάθους και του πλάτους, όχι ιδιαίτερα τονισμένες.

ΛΑΙΜΟΣ : Ευθύς, κατά το ένα τρίτο ελαφρώς κεκλιμένος, όχι πολύ χονδρός, μάλλον μακρύς με κοντό λωγάνιον (προγούλι) κατά μήκος του κάτω μέρους του. Ο λαιμός πρέπει να ενώνεται με το κεφάλι χαριτωμένα με κλίση περίπου 90° πρέπει να ενώνεται με τον θώρακα χωρίς εμφανή σημείο ένωσης, επιτυγχάνοντας κατά συνέπεια μια τέλεια και αρμονική σύνδεση.

ΣΩΜΑ :

Ακρώμια : Συγκροτημένου ύψους και ελαφρώς παχιά.

Πλάτη : Κοντή, ίσια, ευρεία, τελείως οριζόντια ομαλά συνδεδεμένη με την οσφυϊκή χώρα.

Οσφυϊκές χώρες : Κοντές, μάλλον ευθείες, έντονα μυώδες, ελαφρώς κεκλιμένες και συνδεόμενες σωστά με το καπούλι του ζώου.

Καπούλια: Αρμονικής μορφή, σε ανάλογο πλάτος με την οσφυϊκή χώρα. Ο διαμήκης άξονάς τους είναι ελαφρώς κεκλιμένος, δίνοντας τους κατά συνέπεια μια μορφή ελαφράς κλίσης.

Στήθος : Βαθύ και ευρύ, που αποκαλύπτει μια καλή θωρακική χωρητικότητα και το οποίο θα πρέπει να είναι ανεπτυγμένο περισσότερο σε μήκος και βάθος απ’ ότι σε πλάτος και πρέπει να φθάνει χαμηλά ως τους αγκώνες. Πλευρά καλά ανεπτυγμένα και προφανώς ευρέα στο ανώτερο τμήμα τους. Εξετάζοντας την περίμετρο και την έκταση του , το στήθος και η οριοθέτηση του από τα πλευρά εμφανίζονται σαν πέταλο αλόγου, με τη συνάντηση και των δύο ακρών.

Κάτω περίγραμμα και κοιλιά : Από το στέρνο ως την βουβωνική χώρα η γραμμή που ακολουθεί το χαμηλότερο μέρος του θώρακα και της κοιλιάς είναι εμφανώς κεκλιμένη από χαμηλά προς τα επάνω και από μπροστά προς τα πίσω ακολουθεί το φυσικό περίγραμμα της κοιλίας και εκδηλώνει, μαζί με την ανώτερη γραμμή του σώματος, μια σαφής κομψότητα στην οποία συμβάλλει η μέτριου όγκου κοιλιά καθώς επίσης και η σύντομη απόσταση που χωρίζει τα ισχία από τα τελευταία πλευρά, που δίνουν στο λαγόνιο μια κοντή και πλήρης εμφάνιση.

ΟΥΡΑ : Συνήθως ακρωτηριασμένη στο ένα τρίτο της, όταν η ουρά δεν είναι κομμένη, δεν πρέπει να ξεπερνά τον ταρσό και κατά προτίμηση να μην φθάνει καν σε αυτόν. Ίσια, τοποθετημένη σε μέτριο ύψος, χοντρή στην βάση της που εκλεπτύνει βαθμιαία, αλλά όχι πάρα πολύ, προς την άκρη της, καλά συνδεδεμένη, σωστά ανεπτυγμένη, σε τέλεια συνέχεια με τη γραμμή του καπουλιού του ζώου, η γραμμή της ουράς πρέπει να συμβάλει στην κομψότητα του περιγράμματος του σώματος του ζώου. Σε ανάπαυση, το σκυλί φέρει την ουρά του φυσικά κρεμόμενη κατά μήκος των οπισθίων άκρων του αλλά ποτέ ανάμεσα στα ποδιά, σε δράση, η ουρά ανέρχεται οριζόντιος ή ακόμα και λίγο υψηλότερα, αλλά ποτέ κατακόρυφα και ποτέ γυριστή σαν δρεπάνι. Σε έντασης και όταν το σκυλί κυνηγά κινεί την ακρωτηριασμένη ή μη ουρά του, από τη μία πλευρά στην άλλη τέλεια συγχρονιζόμένη με το γενικότερο ρυθμό κίνησης του ζώου.

ΑΚΡΑ : Σε ανάπαυση, τα μπροστινά σκέλη βλέποντας τα από μπροστά είναι κάθετα. Βλέποντας τα από πίσω τα οπίσθια άκρα είναι επίσης κάθετα. Και τα δύο εμπρόσθια και οπίσθια άκρα, είτε βλέποντας τα από μπροστά είτε από πλάγια όψη, πρέπει να είναι τοποθετημένα τελείως παράλληλα με το μεσαίο επίπεδο του σώματος, αυτό δίνει στο σκυλί μεγάλη σταθερότητα και φυσική ομαλότητα στην κίνηση.

ΕΜΠΡΟΣΘΙΑ ΑΚΡΑ :

Ώμος : Μακρύς, σωστά τοποθετημένος, ελαφρώς παιζόμενος και ομοιόμορφα κεκλιμένος.

Ανώτερος βραχίονας : Κοντά στο θώρακα, όπως και ο ώμος, μήκος σε αναλογία με την απόσταση μεταξύ των ακρωμίων και της άκρης του ώμου, λοξότητα είναι αναλογία με το βαθμό κλίσης των ωμοπλατών.

Αγκώνες : Χωρισμένοι από το στήθος από τις μασχάλες ξεκάθαροι, σωστά τοποθετημένοι, χωρίς να στέφονται προς τα μέσα ή έξω.

Αντιβράχιο : Προβάλει από το σώμα μακρύ, ίσιο και κάθετο, τόσο βλέποντας το από μπροστά όσο και από πλάγια.

Καρπική Ένωση: Σε απόλυτη ευθεία με το αντιβράχιο.

Καρπός : Ευρύς, ελαφρώς κεκλιμένος, καλά ανεπτυγμένος σε μήκος.

ΟΠΙΣΘΙΑ ΑΚΡΑ:

Ανώτερος μηρός : Κατά προτίμηση μακρύς, ευρύς, έντονα μυώδης.

Γλουτός : Οι γλουτοί παρουσιάζουν λίγο πολύ τονισμένη καμπύλη από τη βάση της ουράς προς τον τένοντα του ταρσού, το μήκος τους εξαρτάται από το μήκος και την λοξότητα των μηρών κατά προτίμηση μακριοί και με ελαφρά την εμφάνιση μυών.

Μηροκνήμιο : Τοποθετημένο ελαφρώς κάτω από την κοιλία, αλλά όχι πολύ μακριά της, ελαφρώς προεξέχων και ελαφρώς γυρισμένο προς τα έξω.

Κατώτερος μηρός : Σε σωστή φορά, μήκος σε αναλογία με τον ανώτερο μηρό, η λοξότητα του είναι ανάλογη της κλίσης του καπουλιού του ζώου.

Ταρσική ένωση : Σωστής γωνίας και σωστά τοποθετημένη, σαφής, ευρεία και παχιάς.

Ταρσός : Κοντός, κατακόρυφος, σχεδόν κυλινδρικός, ακόμη και χονδρός, αλλά σφριγηλός.

Αρθρώσεις και γωνιές : Προφανείς καλά αναπτυγμένες σε εύρος και πάχος, διαμορφωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτραπούν την δυνατότητα της άνετης μετακίνησης. Η κατεύθυνση των οστεωδών τμημάτων πρέπει να είναι σε συνάρτηση με τις οστεώδεις βάσεις των οριοθετημένων περιοχών, που διαμορφώνουν τις γωνίες των μεταβλητών ανοιγμάτων και δεν πρέπει να εμποδίζουν την ομαλότητα του βηματισμού.

ΠΕΛΜΑΤΑ : Σε αναλογία με το μήκος των ποδιών και το μέγεθος του σκυλιού, τα πέλματα πρέπει να έχουν την τάση να είναι περισσότερο στρογγυλά από ότι μακριά, χωρίς εντούτοις να μοιάσουν με τα πόδια γάτας. Καλά διαμορφωμένα δάχτυλα, σφιχτά και δυνατά, ικανά να σηκώνουν το βάρος του σκυλιού, έτσι ώστε να συμβάλλουν στην γενικότερη ομοιομορφία των πελμάτων. Μαξιλαράκια παχιά, καλά ανεπτυγμένα και ξεχωριστά (το ένα από το άλλο), καλυμμένα με μαύρο δέρμα, αρκετά τραχιά, σκληρά και ανθεκτικά. Νύχια καλά εμφυτευμένα, σκληρά και κατά προτίμηση μαύρα.

ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΣ/ΚΙΝΗΣΗ : Φυσιολογική κίνηση. Στην εργασία, ο χαρακτηριστικός βηματισμός είναι ο τροχασμός, εκτεταμένος, εύκολος, ρυθμικός, κατά τον οποίο ανυψώνει καλά τα πόδια και θέτει τα διαγώνια άκρα δεξιά και αριστερά ρυθμικά και εναλλακτικά, πρώτα το δεξί μπροστινό πόδι και το αριστερό οπίσθιο, ενώ τα άλλα δύο που μένουν αιρούμενα, κατόπιν το αριστερό μπροστινό πόδι και το δεξί οπίσθιο, ενώ τα άλλα δύο παραμένουν αιρούμενα.

ΤΡΙΧΩΜΑ

ΤΡΙΧΑ : Πρέπει να είναι κοντή, δυνατή, όχι πολύ μαλακή και πυκνή, να καλύπτει ομοιόμορφα το σώμα, εκτός από στις μασχάλες, τους βουβώνες (βουβωνική χώρα), την περιοχή γύρω από τον πρωκτό και τις γεννητικές περιοχές όπου γίνεται λεπτότερο και μαλακότερο. Στο κεφάλι, ειδικά στα αυτιά, έχει μια βελούδινη υφή, η τρίχα είναι κοντύτερη και ομαλότερη. Κανένα υπόστρωμα.

ΧΡΩΜΑ : Κίτρινο και καφέ, μονόχρωμος ή με τα άσπρα σημάδια.

ΜΕΓΕΘΟΣ ΚΑΙ ΒΑΡΟΣ :

Ύψος στο ακρώμιο για τα αρσενικά 56 εκατ..

Ύψος στο ακρώμιο για τα θηλυκά 52 εκατ..

Με ανοχή 4 εκατ., πάνω ή κάτω από τα πρότυπα.

Βάρος:

Μέσο βάρος ενός ώριμου αρσενικού σε καλή κατάσταση περίπου 23.5 κ (20 - 27 κ).

Μέσο βάρος ενός ώριμου θηλυκού σε καλή κατάσταση περίπου 19 κ (16 - 22 κ).

ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ: Οποιαδήποτε απόκλιση από τα προηγούμενα σημεία πρέπει να θεωρηθεί ελάττωμα και η σοβαρότητα με την οποία το ελάττωμα αυτό θα πρέπει να αξιολογηθεί, πρέπει να είναι στην ακριβή αναλογία με τον βαθμό απόκλισης του.

ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ:

· Κεφάλι: Παράτυπο.

· Μύτη: Αποχρωματισμένη, ανώμαλα διάστικτης εμφάνισης

· Σαγόνια: υπό - ή προγναθισμός.

· Μάτια: Επίπεδα μάτια, μάτια διαφορετικά στο μέγεθος ή τη μορφή, τύφλωση.

· Αυτιά: Παράτυπα, λάθος βαλμένα, πάρα πολύ μεγάλα, σαρκώδεις, πάρα πολύ πτυχωμένα ή κατσαρωμένα, κώφωση.

· Ουρά: Απουσία της κατά την γέννηση, υποτυπώδης, εντελώς κομμένη, ή μη φυσιολογικά φερόμενη.

· Παράνυχα: Παρουσία παράνυχων, ακόμα και υποτυπώδης.

· Τρίχωμα: Διαφορετικός από τα πρότυπα, αλφισμός.

· Ύψος: Γιγαντισμός, νανισμός, σκυλιά πολύ ψηλότερα από ή πολύ κοντύτερα από τα πρότυπα της φυλής.

ΚΛΙΜΑΚΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑΣ:

αρσενικά θηλυκά

Γενική εμφάνιση: Εμφάνιση, κίνηση, μέγεθος και παράστημα,

συγκεκριμένα χαρακτηριστικά φύλου. 25 25

Κεφάλι: Τρόπος που φέρεται, κρανίο, μετωπιαίο στοπ, μύτη,

ρύγχος, μάτια, αυτιά. 25 25

Λαιμός, ακρώμια, ώμοι, εμπρόσθια άκρα. 10 10

Στήθος, οσφυϊκή χώρα, ράχη, κάτω μέρος του σώματος. 15 10

Καπούλια, λεκάνη, οπίσθια άκρα. 10 15

Ουρά: τρόπος που φέρεται, μορφή, τοποθέτηση της. 3 3

Πόδια, δάχτυλα, νύχια. 5 5

Τρίχωμα: χρώμα, υφή, πυκνότητα. 7 7

100 100

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τα αρσενικά ζώα πρέπει να έχουν δύο εμφανείς κανονικούς όρχεις που κατεβούν πλήρως στο οσχέων.