Τρίτη, 1 Αυγούστου 2006

Ορτύκι

(coturnix coturnix)

Βασίλειο: Animalia

Συνομοταξία: Chordata

Υποσυνομοταξία: Vertebrata

Κλάση: Aves

Τάξη:Calliformes Οικογένεια: Phasianindae

Υποοικογένεια: Perdicinae

Γένος: Coturnix

Είδος: Coturnix

Το ορτύκι αποτελεί ένα από τα πλέον αγαπημένα θηράματα για τους Έλληνες κυνηγούς. Αν και το κυνήγι του ξεκίνα με την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου, μόνο όσοι πίστα θα περιμένουν τα μεγάλα μπασίματα του, θα έχουν την χαρά των ιδιαίτερων συγκινήσεων που το κυνήγι του προσφέρει. Δεν θα πρέπει όμως να παραβλέπουμε -όσο και αν κάποιοι θα το επιθυμούσαν!!!- την πολύτιμη προσφορά στην εκπαίδευση των κυνηγόσκυλων μας, που τα άγρια ορτύκια μπορούν να μας προσφέρουν πριν από την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου.

Γεωγραφική εξάπλωση

Τo ορτύκι είναι μεταναστευτικό είδος το οποίο απαντάτε σε ένα αρκετά μεγάλο μέρος της υφηλίου. Αναπαράγεται συνήθως στα βορειότερα μέρη της Ευρώπη και της κεντρική Ασία, ενώ περνά τους ψυχρούς χειμώνες σε νοτιότερα και θερμότερα μέρη όπως η Ινδία, η Κίνα, η Νοτιοανατολική Ασία και η Αφρική. Στην Αφρική κυρίως βρίσκεται στις βορειοδυτικές ακτές της, άλλα και σε μέρη όπως η νότιας Σαχάρας και οι κοιλάδες των ποταμών της κεντρικής Αφρικής, (Αίγυπτου, Κένυας, και Αγκόλας). Θα πρέπει ακόμα να σημειώσουμε ότι υπάρχουν στατικοί πληθυσμοί σε αρκετά εύκρατα κλίματα, όπως σε ορισμένες περιοχές της Αφρικής (Κένυας, Τανζανία, Μαλάουι Ναμίμπια κ.α.) αλλά και στην χωράς μας.

Στη χώρα μας έρχε­ται αρχικά σε μικρούς αριθμούς κατά τα μέσα Μαρτίου και μπορεί να «μπαίνουν» πουλιά ακόμα και μέχρι τις αρχές του Μάη. Το φθινόπωρο τα περάσματα ξεκινούν από το τέλος Αυγούστου μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου.

Γενική Περιγραφή

Το Ορτύκι είναι το μικρότερο είδος της οικο­γένειας των Phasianindae και ένα πολύ εύκολα αναγνωρίσιμο πουλί. Το σώμα του είναι μικρό και σχεδόν στρογγυλό, με καφετί χρώμα και ελαφρές ραβδώσεις στο επάνω μέρος του και ελαφρώς ανοιχτότερου (καφέ-πορτοκαλόχρωμο) χρώματος το κάτω μέρος του σώματος του.

Έχει μήκος που κυμαίνεται από 15-18 cm και βάρος από 70-155 gr. Το μήκος των φτερών των αρσενικών κυμαίνεται από 110 έως 115 χιλ. και 107 έως 116 χιλ. για τα θηλυκά, καθώς επίσης και το μήκος της ουράς τους κυμαίνεται από 31 έως 38 χιλ. για τα αρσενικά και 36 έως 44 χιλ. για τα θηλυκά

Και τα δύο φύλα έχουν άσπρες ραβδώσεις στα κεφάλια τους, αλλά το θηλυκό έχει ένα πιο ομοιογενές σχήμα προσώπου απ’ ότι το αρσενικό.

Το φύλο του γίνεται αντιληπτό κυρίως μετά από την 3 εβδομάδα. Στα αρσενικά το φτέρωμα στην βάση του λαιμού και προς το στήθος είναι μονόχρωμο καφέ, ενώ στα θηλυκά υπάρχουν λεπτές επιμήκεις ραβδώσεις περισσότερου σκούρου έως μαύρου χρώματος.

Τα ανήλικα από τα ενήλικα διακρίνονται από το χρώμα του ταρσού, στα ανήλικα είναι κίτρινο, ενώ στα ενήλικα καφέ. Επίσης στα ανήλικα αν τα κρα­τήσουμε από την κάτω σιαγόνα αυτή λυγίζει από το βάρος τους.

Βιότοπος

Τα ορτύκια είναι εδαφόβια πουλιά τα οποία δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στα ανοιχτά λιβάδια με πυκνή και ψηλή συνήθως βλάστηση, όπως οι διάφορες καλλιέργειες σιτηρών, τριφιλιών κλπ. Οι καλλιέργειες αυτές αποτελούν τους ιδανικούς βιοτόπους των ορτυκιών, οι οποίες τους προσφέρουν πέρα από την τροφή και την απαραίτητη κάλυψη. Κατά το διάστημα όμως της μετανάστευσή τους τα ορτύκια θα χρησιμοποιήσουν μια ευρύτερη σειρά βιοτόπων, όπως παράκτιες θαμνώδεις περιοχές και οάσεις ερήμων, σαν ενδιάμεσες στάσεις της αποδημίας τους.

Στην χώρα μας ζει κυρίως σε πεδινές καλλιεργήσιμες περιοχές και σε περιοχές με αραιή θαμνώδες βλάστηση, χαμηλού πάντα υψομέτρου. Εξαιρέσεις έχουν παρατηρηθεί μόνο κατά το διάστημα της αποδημίας τους.

Συμπεριφορά

Τα ορτύκια είναι μεταναστευτικά εδαφόβια πουλιά με ότι αυτό από πλευράς συμπεριφοράς προσδίδει. Η μετανάστευση τους γίνεται πάντα νυχτερινές ώρες και όταν οι συνθήκες αέρας, θερμοκρασία, κ.α. το επιτρέπουν. Κινείται, τρέφεται και κρύβεται, πάντα στο έδαφος το οποίο σε συνδυασμό με το χρώμα του, το κάνουν σχεδόν αόρατο. Ειδικά κατά την περίοδο της αναπαραγωγής τους, τα αρσενικά θα προασπίσουν με ιδιαίτερο ζήλο τις εδαφικές περιοχές τους εκδιώκοντας τον οποιονδήποτε εισβολέα. Ενώ και τα θηλυκά είναι ιδιαίτερα προστατευτικά σε σημείο αυταπάρνηση κατά το διάστημα της εκκόλαψης και ανατροφής των νεοσσών τους.

Ως εδαφόβιο οι πτήσεις του περιορίζονται στις απολύτως απαραίτητες. Κατά την πτήση, τα φτερά του πουλιού εμφανίζονται μακριά και στενά, ενώ αν και δεν πετά με μεγάλη ταχύτητα δίνει αυτή την εντύπωση, λόγω του πολύ γρήγορου χτυπήματος των φτερών του. Οι πτήση του είναι χαμηλής και κυρτή πορείας από το σημείο από το οποίο σηκώνεται, ως το μέρος που θα επιλέξει να προσγειωθεί και να καλυφθεί μέσα στην ψηλή βλάστηση.

Διατροφή

Η τροφή του ορτυκιού αποτελείται κατά μεγάλο ποσοστό (90%) από είδη φυτικής προέλευσης, σπόρους, φύλλα, άνθη κ.α. και το υπόλοιπο (10%) από ζωικής προέλευσης, έντομα, σκου­λήκια, σκαθάρια μυρμήγκια, ψαλίδες, σαλιγκάρια προνύμφες εντόμων, διάφορα μικρά ζωύφια κ.α. τα οποία καλύπτουν τις ανάγκες του σε πρωτεΐνες, ιδιαίτερα των θηλυκών κατά το διάστημα αναπαραγωγής τους

Αναπαραγωγή

Τα ορτύκια είναι μονογαμικό είδος και οι δεσμοί του ζευγαριού είναι αρκετά ισχυροί, σε περιπτώσεις όμως που τα θηλυκά εί­ναι περισσότερα, αλλά και σε συνθήκες αιχμαλωσίας, συμπεριφέρεται και σαν πολυγαμικό. Στην Ευρώπη η εποχή αναπαραγωγής τους είναι από τα μέσα Μαΐου μέχρι τα τέλη τον Αυγούστου, ενώ στην Αφρική, η αναπαραγωγική περίοδο ξεκινά από το Σεπτέμβριο μέχρι τον Μάρτιο και σε περιοχές όπως η Κένυα η αναπαραγωγική περίοδο τοποθετείται κατά τη διάρκεια της υγρής περιόδου, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Φεβρουάριο.

Τα ορτύκια μπορούν να έχουν μέχρι τρεις γέννες ετησίως. Τα αρσενικά φθάνουν στις περιοχές αναπαραγωγής πριν από τα θηλυκά και αμέσως μετά από την εγκατάσταση τους θα αρχίσουν με δυνατές κραυγές να καλούν τα θηλυκά. Μόλις φθάσουν τα θηλυκά, θα βρουν μια κατάλληλη για φωλαιοποίηση περιοχή και εκ των υστέρων θα αρχίσουν και αυτά με την σειρά τους να ανταποκρίνονται στα καλέσματα των αρσενικών με μια σειρά από χαρακτηριστικές κλήσεις. Τότε το αρσενικό που βρίσκετε στην περιοχή που εγκαταστάθηκε το θηλυκό, θα το πλησιάσει και θα επιδοθεί σε μια σειρά επιδείξεων με απώτερο σκοπό το ζευγάρωμα. Οι επιδείξεις αυτές περιλαμβάνουν σήκωμα (κατσάρωμα) των φτερών του λαιμού και του στήθους, σύρσιμο του φτερού που βρίσκετε πλησιέστερα προς το θηλυκό στο έδαφος, ενώ χορεύει σε έναν κύκλο γύρω από το θηλυκό τιτιβίζοντας. Ένα το θηλυκό δεχθεί να ζευγαρώσει θα αποκριθεί και αυτό με μια "κλήση πρόσκλησης" ακριβώς πριν από το ζευγάρωμα.

Η φωλιά χτίζεται από το θηλυκό σε ένα ρηχό κοίλωμα του εδάφους καλά καλυμμένο από την τριγύρω βλάστηση, όπως καλλιέργειες σιτηρών ή τριφιλιών. Εκεί το θηλυκό θα γεννήσει από 6 ως 13 αυγά τα οποία είναι λευκού χρώματος, περίπου 2,5 εκατ. ή και ελαφρώς μεγαλύτερα στο μήκος, ενώ ζυγίζουν περίπου 8,5 γραμ. Σε περίπτωση καταστροφής της πρώτης φωλιά, ξαναδημιουργούν άλλη (renesting). Η επώαση γίνεται από το θηλυκό και διαρκεί περίπου 17 ως 20 ημέρες. Τα μικρά είναι έτοιμα να εγκαταλείπουν τη φωλιά λίγες ώρες μετά την εκκόλαψη, ενώ μπορούν να πετάξουν μετά την ενδέκατη ημέρα της ζωής τους. Στις 35­- 40 ημέρες από την γέννησή τους απο­κτούν το κανονικό τους φτέρωμα και είναι πλέων έτοιμά για την αποδημία του.

Διάφορα

  • Τα ορτύκια σε πολλές καλλιεργήσιμες περιοχές ασκούν θετικές επιδράσεις μιας και περιορίζουν τους υψηλούς αριθμούς εντόμων.
  • Εκτρέφονται με πολύ μεγάλη επιτυχία και αποτελούν τόσο τα ίδια, όσο και τα αυγά τους εξαιρετικής ποιότητας τροφή για τον άνθρωπο.
  • Το ορτύκι αποτέλεσε υψηλής ποιότητας τροφής από τα αρχαία χρόνια, δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι απεικονίζεται σε αιγυπτιακές τοιχογραφίες του 5000 Π.Χ.
  • Αν και δεν περιλαμβάνονται στα υψηλής ανησυχίας πτηνά, εντούτοις έχουν αναφερθεί πτώσεις τοπικών πληθυσμών ως αποτέλεσμα των αλλαγών και καταστροφών των βιότοπων του.
  • Στοιχεία ανάλυσης του DNA, δείχνουν ότι το ορτύκι συσχετίζεται σε αρκετά μεγάλο βαθμό με τους Francolinus αλλά και διάφορα είδη Alectoris
  • Έχουν παρατηρηθεί και περιπτώσεις, περισσότερα από ένα θηλυκά να φωλαιωποιούν στην ίδια φωλιά

Εχθροί

Οι μεγαλύτεροι εχθροί του ορτυκιού είναι η καταστροφή των βιοτόπων του, όπως το κάψιμο των σιτοκαλαμιών, οι μονοκαλ­λιέργειες, το όργωμα και η εξαφάνιση των ακαλλιέργητων περιοχών, καθώς και η διαδεδομένη και αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων. Από ελάχιστε πηγές στην διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται ότι και η κυνηγετική πίεση σε ορισμένες περιοχές της Μεσογείου πιέζει αρνητικά τους πληθυσμούς του.

Οι μεγαλύτεροι εχθροί του ορτυκιού είναι η καταστροφή των βιοτόπων του, όπως το κάψιμο των σιτοκαλαμιών, οι μονοκαλ­λιέργειες, το όργωμα και η εξαφάνιση των ακαλλιέργητων περιοχών, καθώς και η διαδεδομένη και αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων. Από ελάχιστε πηγές στην διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται ότι και η κυνηγετική πίεση σε ορισμένες περιοχές της Μεσογείου πιέζει αρνητικά τους πληθυσμούς του.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.