Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2006

Ένα μοναδικό κυνήγι πέρδικας στην Ήπειρο

Του Λευτέρη Δήμα

Τέλη Νοεμβρίου, τα βουνά της πατρίδας μας άδειασαν από τους κυνηγούς, αφού οι περισσότεροι πια ψάχνουν στα δάση τις βελουδομάτες. Στα ψηλά βουνό βγαίνουν μόνο Οι λίγοι, οι πραγματικά φανατικοί κυνηγοί του ομορφότερου φτερωτού ενδημικού θηράματος της ΠΕΡΔΙΚΑΣ.

Έφυγα από το νησί μου την Σάμο στα μέσα του Νοέμβρη και ανέβηκα στα Γιάννενα στο φίλο μου τον Βασίλη να κυνηγήσουμε παρέα, πέρδικες φυσικά που είναι η αδυναμία και των δυο μας και ίσως τις άλλες μέρες της εβδομάδας καμιά μπεκάτσα.

Έχοντας βιώσει όμορφες εμπειρίες και φέτος στο νησί μου κυνηγώντας πέρδικες ήθελα να αλλάξω παραστάσεις και να κυνηγήσω ορεινές, σε αλπικά τοπία κάτω από τα σύννεφα εκεί που δεν βλέπεις και δεν ακούς τον κόσμο εκτός από τα κουδούνια των γελαδιών που βόσκουν μόνες τους εκεί ψηλά. Τον μόνο άνθρωπο που μπορείς να συναντήσεις εκεί (εκτός από κυνηγό) είναι κανένας βοσκός που πραγματικό χαίρεσαι να μιλάς μαζί του και να ανταλλάσεις απόψεις για τον καιρό, για τα ζώα του, τα θηράματα και τα αρπακτικά. Κουβέντες όμορφες που κρύβουν πολύ σοφία η οποία αποκτήθηκε από την μακροχρόνία επαφή του ανθρώπου με την μητέρα φύση. Οι καιρικές συνθήκες όμως αυτόν τον Νοέμβριο ήταν δύσκολες, πολλές βροχές και ομίχλες οι οποίες δυσχέραιναν το κυνήγι. Είχαμε πάει ήδη δύο φορές να κυνηγήσουμε πέρδικες χωρίς όμως επιτυχία. Έβρεχε συνεχώς και είχε ομίχλη, ξεκινούσαμε βέβαια αλλά γινόμασταν μούσκεμα και γυρίζαμε άπραγοι πίσω. Τώρα ξεκινούσαμε ακόμά μια φορά όχι πολύ πρωί γιατί θέλαμε να δούμε πώς θα εξελιχθεί ο καιρός, αφού ήταν πάλι για βροχή. Θα πηγαίναμε στα Τζουμέρκα σε ένα αγαπημένο μέρος του Βασίλη, το οποίο ήξερα και εγώ λίγο από προηγούμενες φορές που είχαμε κυνηγήσει εκεί. Το διαλέξαμε γιατί σε περίπτωση ομίχλης να ξέρω κι εγώ να προσανατολιστώ τουλάχιστο. Στο δρόμο συζητούσαμε για σκυλιά κυνήγια περασμένα, άλλα και γι’ αυτά που θα κάνουμε στο μέλλον. Και οι δυο μας ευχόμασταν τουλάχιστον να συναντήσουμε πουλιά, όχι τόσο για την κάρπωση αλλά για την συγκίνηση να τις δούμε και να τις ακούσουμε να σηκώνονται μπροστά από τα σκυλιά μας.

Μετά από αρκετά χιλιόμετρα ανηφόρας και χωματόδρομο το LADA μας πήγε στον κυνηγότοπο, κουνώντας βεβαία αρκετά, αφού ο Βασίλης οδηγεί νομίζοντας ότι κάνει αγώνες. Βγάλαμε έξω τα σκυλιά να ξεμουδιάσουν και ετοιμαστήκαμε. Εγώ είχα μαζί την Κούρτσχααρ σκύλα μου την ΣΙΝΤΥ και ο Βασίλης την πόιντερ ΦΑΙΗ η οποία στις πέρδικες είναι καθηγήτρια. Ο Καιρός συννεφιασμένος αλλά ευτυχώς δεν ψιχάλιζε. Ξεκινήσαμε σκυλιά και κυνηγοί με πολύ όρεξη. Η ΦΑΙΗ έψαχνε τα φρύδια του βουνού αφού το ξέρει καλά και γνωρίζει που τις κρατάει, η ΣΙΝΤΥ μπροστά κάλπαζε πάνω κάτω ψάχνοντας και αυτή αλλά ήταν λίγο χαμένη, λόγω του μεγέθους του βουνού και του γεγονότος ότι έχει μεγαλώσει και κυνηγήσει πέρδικες στο νησί όλη της την ζωή. Μετά από καμιά ώρα πορείας γυρνάμε σε ένα πλάι που κάνει πέρδικες και ο Βασίλης μου λέει να προσέχω. Εγώ πιο ψηλά στο βουνό εκείνος πιο χαμηλά. Βλέπω την σκύλα μου να γίνεται νευρική να ψάχνει με περισσότερο πάθος και να ανηφορίζει συνέχεια, ανεβάζοντας με το κεφάλι ψηλά στις μυρωδιές.

Καταλαβαίνουμε ότι είναι πέρδικες και φωνάζω τον Βασίλη, εκείνος ανεβαίνει γρήγορα προς τα πάνω, του λέω για την ΣΙΝΤΥ την οποία βλέπουμε να ψάχνει μπροστά από εμάς πολύ έντονα, εκείνος αμέσως βλέπει κουτσουλιές στο έδαφος και με ρωτάει αν είδα την ΦΑΙΗ. Εγώ του λέω όχι και ανοίγουμε για να πιάσουμε σωστά το τόπο αφού η ΣΙΝΤΥ έχει κόψει και ψάχνεται να φερμάρει μέσα σε κάτι χαμηλά κέδρα. Ξαφνικά βλέπουμε την ΦΑΙΗ πια ψηλό ήδη να φερμάρει προς τη μεριά μας. Η ΣΙΝΤΥ την αντιλαμβάνεται συναινεί. Ένα νόημα από το Βασίλη και είμαστε και οι δυο έτοιμοι για να τουφεκίσουμε. Απολαμβάνω αυτές τις στιγμές της φέρμας των σκυλιών ανασαίνοντας βαθιά τον καθαρό αέρα και ευχαριστώ τον θεό που με έκανε κυνηγό. Οι σκέψεις όμως διακόπτονται από ένα φοβερό θόρυβο καθώς ένα τεράστιο πουλί σηκώνεται κάθετα προς τα πάνω αφού το είχαμε κλείσει άνθρωποι και σκυλιά. Η πρώτη μου τουφεκιά στο γάμο του καραγκιόζη, η δεύτερη όμως πάνω στο πουλί. Κατεβάζω το τουφέκι, αφού, πρώτα έχω βεβαιωθεί ότι δεν σηκώνονται άλλα πουλιά και βλέπω τον Βασίλη να κάνει το ίδιο, Τα σκυλιά φεύγουν για απόρτ και σε λίγο έρχονται με την πέρδικα. Η ΦΑΙΗ την έχει στο στόμα και η ΣΙΝΤΥ προσπαθεί να της την πάρει. είναι ένας κότσος πανέμορφος, και υπερβολικό μεγάλος, σίγουρα περσυνός. Τον χαϊδεύουμε και οι δυο και μετά από ένα μικρό συμβούλιο βγάζουμε το συμπέρασμα ότι τα πουλιά είχαν σηκωθεί πιο πριν και πέσανε σε κάτι βράχια στην επόμενη πλαγιά. Σήμερα μάλλον μας άκουσαν και επειδή είναι πολύ κυνηγημένες σηκώθηκαν μόνες τους νωρίς. Ξεκινάμε για εκεί, συζητώντας, εγώ νομίζω ότι είναι πολύ κοντά ο Βασίλης μου λέει ότι θέλουμε μισή ώρα να φτάσουμε, Τον κοιτάζω με απορία. Στα ψηλά, σπανά βουνά, μπερδεύω τις αποστάσεις καθότι συνηθισμένος σε πιο μικρά και πιο πυκνά μέρη. Η θέα υπέροχη, προς τα κάτω χαμηλά κέδρα και κανένα πουρνάρι εκεί που είμαστε χορτάρι και μπαλώματα από χιόνι όπου δεν το πιάνει ήλιος. Απολαμβάνω το τοπίο και το φυλάω στο μυαλό μου για να το θυμάμαι σε άλλες δύσκολες στιγμές και να ηρεμώ. Μετά από αρκετό περπάτημα κοντεύουμε στα βράχια και αρχίζουμε να γινόμαστε πιο προσεκτικοί αφού βλέπουμε τα σκυλιά να αρχίζουν να μπαίνουν στις αναθυμιάσεις και να ανεβάζουν τα ρυθμό και την ένταση που ψάχνουν. Κοιταζόμαστε με το Βασίλη και αρχίζουμε να πιάνουμε το μέρος. Η ΦΑΙΗ πιο ψηλά τώρα φερμάρει και η ΣΙΝΤΥ κάνει το ίδιο από πιο χαμηλό. Εμείς Ετοιμαζόμαστε να τουφεκίσουμε αλλά τα πουλιά σηκώνονται πολύ πιο μακριά από εκεί που περιμέναμε και δεν μας δίνεται η ευκαιρία να τουφεκίσουμε. Και εκεί που κατεβάζουμε τα όπλα σηκώνεται ακόμη μια πέρδικα μέσα στη βολή αλλά οριακά. Τουφεκάμε το πουλί και οι δύο άλλο τίποτα, ο Βασίλης κατεβάζει το τουφέκι όμως εγώ την τουφέκισα ξανά και το εξάρι φυσίγγι κάνει τη δουλειά του τέλεια. Το πουλί πέφτει και τα σκυλιά φεύγουν για απόρτ. Ο Βασίλης με κοιτάει και μου λέει «τι τουφεκιά ήταν ρε Λευτέρη, σε παραδέχομαι»!!! Ευχαριστημένος ξεκινάμε τον ανήφορο για να πάμε σε ένα άλλο μέρος που ξέρει ο Βασίλης πουλιά, γιατί αυτά δεν θέλαμε να τα κυνηγήσουμε, όντας λίγα αφού όπως είναι σε όλους γνωστό πρέπει να προσέχουμε για να έχουμε. Δυστυχώς οι πέτρες δεν γεννάνε ούτε πέρδικες, ούτε λαγούς, ούτε άλλα θηράματα. Ανεβαίνουμε ορθά το βουνό, τα πόδια διαμαρτύρονται άλλα το πάθος μας βοηθά να αντεπεξέλθουμε.

Ένα μικρό ρυάκι τρέχει προς τα κάτω από τα λιωμένα χιόνια και τα σκυλιά και εμείς ξεδιψάμε. Φτάνουμε σε ένα μπάλωμα με φτέρες και τα σκυλιά μένουν απότομα σε φέρμα. Πιάνουμε αμέσως το μέρος και ο Βασίλης μου λέει ίσως είναι μπεκάτσα γιατί στις φτέρες έχει βουνιές από γελάδια. Μετά από αρκετή ώρα στη φέρμα πλησιάζω εγώ τα σκυλιά και μια μπεκάτσα σηκώνεται με πολύ δύναμη και παίρνει την ανηφόρα. ακούγεται ένα μπαμ και η μπεκάτσα πέφτει. Κοιταζόμαστε με το Βασίλη και χαμογελάμε ο ένας στον άλλον. Οι τουφεκιές έπεσαν ταυτόχρονα. Βγαίνουμε στην κορυφή και κάνουμε διάλειμμα τρώμε από ένα σάντουιτς και πίνουμε παγωμένο νερό από το ρυάκι. Κάνει αρκετό κρύο. Τρώμε γρήγορα – γρήγορα και ξεκινάμε για να μην κρυώσουμε, είμαστε και οι δυο ιδρωμένοι από το περπάτημα. Είναι σχεδόν μεσημέρι και εμείς περπατάμε στην κορυφή του βουνού που είναι σχεδόν πλάτωμα, το μόνο που υπάρχει πιο πάνω από εμάς είναι τα σύννεφα πραγματικά υπεροχή αίσθηση. Κοιτάζω από περιέργεια το αλτίμετρο στο ρολόι μου, 2100 μ. Πειράζω τον, Βασίλη και του λέω «ρε καμάρι μου πέρδικες είδαμε και πήραμε, μπεκάτσα σκοτώσαμε σε γυμνό βουνό, το μόνο που λείπει να σκοτώσουμε είναι ένας λαγός, και θα είχαμε καρπωθεί τα ομορφότερα θηράματα.

«Που ξέρεις» μου λέει. «Το κυνήγι δεν τέλειωσε ακόμη». Ο καιρός χαλάει, τα σύννεφα χαμηλώνουν και φυσάει κρύος αέρας. Ψάχνουμε κάτι απότομες πλαγιές που κρατάνε πέρδικες χωρίς καμία επιτυχία. Ο καιρός ζορίζει και αρχίζει να βρέχει, λέω στον Βασίλη «δεν πάμε να φύγουμε;». «Πάμε σιγά σιγά» μου λέει και παίρνουμε τον δρόμο του γυρισμού. Δρόμο; Πιο δρόμο; που λέει ο λόγος αφού εμείς περπατούσαμε σε πλάγια με κλίση φοβερή γλιστρώντας πάνω στις βρεγμένες πέτρες και προσέχοντας να μην πέσουμε. Περνώντας από ένα ξερό ρυάκι σαν χαραμάδα στην πλάγια στο οποίο ήταν φυτρωμένα φρύγανα και ρίγανη, ο Βασίλης πιο ψηλά και ενώ πιο χαμηλά, βλέπω το Βασίλη να σηκώνει το όπλο και να πυροβολεί. Ψάχνω να δω πουλιά αλλά δεν βλέπω ούτε ακούω να σηκώνονται. Ξανακοιτάζω και βλέπω την ΦΑΙΗ και την ΣΙΝΤΥ να κρατάνε ένα λαγό και να τον απορτάρουν όλο χαρά. Τρελάθηκα!!! «από πού πετάχτηκε ρε Βασίλη;» τον ρωταώ. Εκείνος λοιπόν μου δείχνει μια ρίγανη λίγο πιο μπροστά του. Ο λαγός είχε κρυφτεί και τον είδε να φεύγει αρκετά μακριά αλλά ευτυχώς τον κράτησε με μια τουφεκιά. Ευτυχισμένοι τώρα και οι δύο, φορτωμένοι και με τον λαγό συνεχίζουμε για το αμάξι. Ο καιρός χαλάει και μια παγωμένη βροχή αρχίζει να μας χτυπά αλύπητα. Συνεχίζουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε αλλά τώρα πέσαμε και σε ομίχλη και η βροχή γίνεται χαλάζι. Βασίλη του λέω χαλάζι. Τι χαλάζι; μου λέει: αυτό δεν είναι χαλάζι, χιόνι παγωμένο είναι. Χιόνι του λέω; Ναι μου λέει, κοκορόχιονο. Χαμογελάω με την ονομασία του χιονιού και τον ρωτάω και όταν είναι νιφάδες; Παπλαμούδα, μου λέει και γελάω. Τα γέλια όμως μου κόβονται από το κρύο και την ομίχλη. Αρχίζω και ανησυχώ γιατί το τοπίο αλλάζει, όλα γίνονται λευκά και μου φαίνονται το ίδιο. Ρε Βασίλη του λέω κατά που πάμε; πάμε καλά; Μια χαρά πάμε μου λέει. Σίγουρα; Σίγουρα μου λέει και τον ακολουθώ κάνοντας σκέψεις όχι και τόσο ευχάριστες. Σκέφτομαι όλους αυτούς που χάνονται από χαζομάρα και αφέλεια και τηλεφωνούν στην ΕΜΑΚ και τους ορειβάτες για να τους βρούνε και να τους σώσουν. Ο Βασίλη όμως ευτυχώς ξέρει το βουνό καλά και φτάνουμε σε λίγο σε ένα λασπωμένο χωματόδρομο ο οποίος μας βγάζει στο NIVA.

Φτάνοντας ρωτάω τον Βασίλη, «φωτογραφίες θα βγάλουμε;» «Βέβαια» μου λέει. Τα σκυλιά όμως δεν συμφωνούν μαζί μας και θέλουν να μπουν στο κουτί τους αλλά τα κρατάμε για λίγες φωτογραφίες και μετά τα βάζουμε μέσα να ξεκουραστούν.

Εμείς είμαστε βρεγμένοι, παγωμένοι αλλά ευτυχισμένοι και οι δυο από την κυνηγετική μας εξόρμηση που μας πρόσφερε τόσες πολλές συγκινήσεις σε μια μέρα μόνο. Κατεβαίνοντας από το βουνό, σχεδόν γυμνοί μέσα στο τζιπ για να στεγνώσουμε, λέω του φίλου μου «κλαρίνα έχουμε να ακούσουμε;». Βεβαίως μου λέει. «Βάλε τα» του λέω να τα ακούσουμε γιατί παρόλο που είμαι νησιώτης και μου αρέσουν τα βιολιά το τοπίο εδώ θέλει κλαρίνα. Και ακούγοντας τα ξεκινήσαμε για τα Γιάννενα.

Αφιερωμένο στο φίλο μου Βασίλη!!!

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.