Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2006

Ο Θανάσης Κυριτσάκας Απαντά 1/10/06

Από κ. Βαγγέλη

Σκυλιά για σκληρά λαγοτόπια

Αγαπητέ κύριε Κυριτσάκα. Εδώ και λίγο καιρό κυνηγώ με έναν φίλο μου στο χωρίο του στο οποίο τα λαγοτόπια βρίσκονται σε αρκετά σκληρά και βραχώδη μέρη. Τα σκυλιά του κυνηγάνε πολύ καλά και με αποτέλεσμα, τα δικά μου τα οποία κυνηγάνε σε πολύ πιο ομαλά κυνηγοτόπια δεν λένε να ψάξουν. Θα ήθελα να ρωτήσω αν τα σκυλιά του φίλου μου τα πάρουμε να κυνηγήσουν στα δικά μου μέρη θα είναι το ίδιο αποτελεσματικά; Ή κάθε ζώο κυνηγά όπου το μάθεις; Φιλικά Βαγγέλης.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Αγαπητέ κ. Βαγγέλη πριν αναλύσουμε το θέμα διεξοδικά θα πρέπει να γίνει μια αναφορά περί «μυρωδιάς» που αφήνει ο λαγός στο έδαφος. Το έχω αναφέρει και σε προηγούμενες ερωτήσεις συναδέλφων κυνηγών, αλλά καλό είναι να το επαναλάβουμε.

Τη μυρωδιά του λαγού ο σκύλος την αντιλαμβάνεται σαν «οσφρητική εντύπωση», που καταγράφεται στο μυαλό του. Όμως ο λαγός μέσα σ’ ένα βράδυ βοσκής μπορεί να περάσει από πολλά μέρη με διαφορετική σύσταση εδάφους. Θα πατήσει σε χώμα, σε βράχο, σε λιβάδι, σε νερά, σε λάσπες, ανάλογα την εδαφική σύσταση του βιότοπου που ζει. Η μυρωδιά του λαγού και η μυρωδιά του εδάφους δημιουργούν άμεσα ένα «κοκτέιλ» οσμής το οποίο μεταβάλλεται σε ένταση και σύσταση ανάλογα και τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν τη συγκεκριμένη μέρα στην περιοχή. Μέσα σ’ αυτό το «κοκτέιλ» η μυρωδιά του λαγού άλλοτε είναι δυνατή και υπερισχύει και άλλοτε είναι αδύνατη έως ανύπαρκτη. Άρα έχουμε κάθε φορά διαφορετικές οσμές και συνεπώς διαφορετικές «οσφρητικές εντυπώσεις» για το σκύλο.

Η ικανότητα ιχνηλασίας του σκύλου στο λαγό, τελειοποιείται όσο αυτός μεγαλώνει και αποκτά εμπειρίες, στις διαφορετικές «οσφρητικές εντυπώσεις», πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να κυνηγήσει σε διαφορετικές εδαφικές και κλιματικές συνθήκες, όπου θα συναντήσει τις διαφορετικές «μυρωδιές» του λαγού, γιατί δεν είναι μόνο η μυρωδιά του που τον οδηγεί στο γιατάκι, αλλά οι «οσφρητικές εντυπώσεις» που προκάλεσε αυτός με το πέρασμά του και είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για ένα ιχνηλάτη.

Από τα λεγόμενά σας υποθέτω ότι τα σκυλιά σας είναι έμπειροι ιχνηλάτες, που κυνηγούν άνετα στα ομαλά εδάφη. Η «αδιαφορία» τους στη νέα περιοχή του φίλου σας είναι φυσιολογική γιατί αντιμετώπισαν αλλαγές.

1. Εντοποιότητα είναι το φαινόμενο που χαρακτηρίζει τα σκυλιά που κυνηγούν μόνιμα σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος. Τα περισσότερα σκυλιά που κυνηγούν μόνιμα σε μια περιοχή, προσαρμόζονται σωματικά και ψυχολογικά με τις κυνηγετικές απαιτήσεις της περιοχής. Γνωρίζουν απόλυτα κάθε σπιθαμή της, έχουν προσαρμοστεί άνετα στις εδαφικές δυσκολίες, νοιώθουν ασφάλεια, αλλά και κυριαρχία σε κάθε περίπτωση. Κυνηγετικά έχουν αποκτήσει την εμπειρία του λαγού της περιοχής τους και μπορούν να τον βρουν με «κλειστά μάτια» σε σημείο που πολλές φορές, λόγω πρότερης εμπειρίας, να ψάχνουν γιατάκια μόνο και όχι ντορούς, γιατί απλούστατα καταγράφουν στο μυαλό τους κάθε γιατάκι που ξεσήκωσαν λαγό και πάντα «ρίχνουν» μια ματιά σε παλιά γιατάκια, όπου θα συναντήσουν τους λαγούς που επιστρέφουν περιοδικά. Η εντοποιότητα είναι ένας ανασταλτατικός παράγοντας που επηρεάζει όλα γενικώς τα σκυλιά, με λίγες εξαιρέσεις, μέχρι να γνωρίσουν μια ξένη περιοχή, γιατί νοιώθουν «χαμένα» από άποψη ψυχολογική και κυνηγετική. Και τα σκυλιά του φίλου σας θα νοιώσουν το ίδιο αν θα έρθουν στη δικιά σας περιοχή με αντίστοιχα αποτελέσματα συμπεριφοράς.

2. Το βραχώδες έδαφος είναι ένας αρνητικός παράγοντας στο ρυθμό της κίνησης των σκύλων, αλλά όχι πολύ σημαντικός γιατί ένα σκυλί προπονημένο σωματικά προσαρμόζεται γρήγορα, απλώς πρέπει να προστατέψετε τα πέλματά τους με τις ειδικές αλοιφές.

3. Ένα άλλο στοιχείο που επηρέασε τα σκυλιά σας, είναι οι «οσφρητικές εντυπώσεις» του λαγού σε σκληρό και βραχώδες έδαφος, που είναι κάτι καινούργιο και κατά κάποιο τρόπο άγνωστο στοιχείο στο μυαλό των σκύλων. Οι μυρωδιές εδώ είναι κατά κανόνα αχνές και φευγαλέες και ιδιαίτερα σε μέρες ξηρασίας, οπότε δημιουργούν σύγχυση στα σκυλιά σας, τα οποία δεν ξέρουν από πού να ξεκινήσουν και γι αυτό αδιαφορούν ιχνηλατικά. Όμως το θέμα αυτό λύνεται εύκολα αν βγουν, σε μέρα ευνοϊκή για ντορούς, έπειτα από μια καλή «ποτιστική» βροχή και απαλό βοριαδάκι, οπότε οι μυρωδιές είναι πιο έντονες και ξεκάθαρες.

Το ίδιο πρόβλημα θα συναντήσουν και τα σκυλιά του φίλου σας στα δικά σας ομαλά μέρη. Παρ’ όλο που οι μυρωδιές εδώ είναι έντονες συνήθως, όμως κι εδώ θα έχουμε το πρόβλημα της άγνωστης «οσφρητικής εντύπωσης» η οποία θα είναι διασκορπισμένη σε μεγαλύτερες εκτάσεις και πιο δαιδαλώδης και τα σκυλιά θα πρέπει να ψάξουν με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που συνήθισαν και δεν είναι εύκολο να γίνει άμεσα.

Όλες οι παραπάνω αλλαγές μαζί δημιούργησαν την αδιαφορία, αλλά τα σκυλιά πάντα προσαρμόζονται αναλόγως. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να καταλάβουν ότι στη νέα περιοχή που ήρθαν υπάρχουν λαγοί και πρέπει να τους κυνηγήσουν κι αυτό θα τους το δείξουμε εμείς οι ίδιοι με τον καλύτερο και πιο εύκολο τρόπο, σαν να είναι αρχάρια.

Μόλις σηκώσουν τον πρώτο λαγό στην νέα περιοχή, θα ξεχάσουν αυτόματα και την εντοποιότητα και τα σκληρά βράχια, ακόμα και αν γυρίσουν με σκισμένες πατούσες.

Από κ Aris

Ξεκίνημα λαγόσκυλων

Κύριε Κυριτσάκα καλημέρα σας και συγχαρητήρια για την εξαιρετική στήλη σας. Θα ήθελα να σας ρωτήσω με βάση και την συζήτηση που είχα με κάποιον εκτροφέα, αν θα πρέπει να ξεκινάμε την εκπαίδευση των κυνηγόσκυλων μας μετά τον έναν χρόνο όπως κάποιο πιστεύουν ή αυτό εξαρτάτε από το ζώο και την ράτσα; Σας ευχαριστώ

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Αγαπητέ κ. Άρη, η ορθολογική εκπαίδευση του σκύλου χωρίζεται σε τρεις φάσεις, που αντιστοιχούν στην ηλικία του, την οποία παίρνουμε σαν βάση. Κάθε φάση εκπαίδευσης διαρκεί ένα χρόνο θεωρητικά, οπότε δεν εξαρτάται απ’ τη ράτσα ή το σκύλο ατομικά, γιατί κι ο πιο έξυπνος και επιμελής σκύλος θα χρειαστεί τουλάχιστον δυο χρόνια και περισσότερο για να ολοκληρωθεί.

Είναι το ίδιο πράγμα με ένα αριστούχο μαθητή του Γυμνασίου, ο οποίος θα πρέπει να τελειώσει όλη την εκπαίδευση των έξη χρόνων, άσχετα από τις επιδόσεις του.

1. Η πρώτη φάση γίνεται μέχρι την ηλικία των 12 μηνών πάνω κάτω. Σ’ αυτή την ηλικία έχουμε ένα κουτάβι που αναπτύσσεται σωματικά, ψυχολογικά και πνευματικά. Από τους πρώτους μήνες θα το μάθουμε την υπακοή, τη γενική κοινωνικοποίηση στο περιβάλλον που ζει και κινείται, θόρυβοι, οικόσιτα ζώα κ.λ.π. Μεγαλώνοντας προοδευτικά ξεκινάμε συχνούς περιπάτους σε διαφορετικά εδάφη όπου θα συναντήσει τις αντίστοιχες δυσκολίες, που πρέπει να ξεπεράσει. Θα πρέπει να μάθει την πέτρα, το βράχο, τα ρέματα, τα πυκνά, τα εμπόδια που πρέπει να υπερπηδήσει, το νερό και τα ρυάκια που πρέπει να περάσει χωρίς φόβο. Παράλληλα μπορούμε να του κάνουμε μια πρώτη γνωριμία με ένα κουνέλι σε περιορισμένους χώρους με εναλλαγές στους ντορούς κάθε φορά και τη χρήση πιστολιού αερίων για να συνδυάσει «τουφεκιά» με θήραμα. Πλησιάζοντας στους 12 μήνες θα κάνει τη γνωριμία με το λαγό, απαραίτητα σε περιφραγμένο χώρο είτε είναι εκπαιδευτήριο είτε δικό μας χώρος και ο μοναδικός λόγος είναι η αποφυγή οποιασδήποτε σωματικής κούρασης, η οποία είναι καταστροφική για τη μελλοντική ζωή του σκύλου. Εδώ θα μάθει μεθοδικά με τις επαναλήψεις τα «βήματα» του κυνηγιού και θα ξεδιπλώσει τα κυνηγετικά του χαρακτηριστικά και τον τρόπο εργασίας της ράτσας του.

· Ψάξιμο

· πλησίασμα στο γιατάκι

· ξεσήκωμα

· καταδίωξη, στο μέτρο της ηλικίας του.

Σκεφτείτε ένα κουτάβι αυτής της ηλικίας να βρεθεί σε βουνό, μαζί με μεγάλα σκυλιά που κάνουν καταδίωξη του λαγού. Καταστροφή σωματική και ψυχολογική. Οποιασδήποτε ράτσας και αν είναι το σκυλάκι και όσο ατομικό ταλέντο κι αν έχει, σ’ αυτή την ηλικία δεν πρέπει να το αφήσουμε να κάνει «παραλογισμούς», γιατί δεν έχει τη σωματική και πνευματική «δύναμη» να αντιμετωπίσει τις κυνηγετικές δυσκολίες του λαγού, με αποτέλεσμα να κάνει μόνο λάθη που θα του αφήσουν σίγουρα κυνηγετικά και σωματικά ελαττώματα.

Επίσης σ’ αυτή τη φάση το εκπαιδεύουμε και στην άρνηση της φόλας με κολάρο ή με εντολή.

2. Η δεύτερη φάση γίνεται μέχρι την ηλικία των 24 μηνών πάνω κάτω. Και σ’ αυτή την ηλικία έχουμε ένα κουτάβι που αναπτύσσεται ακόμα σωματικά, ψυχολογικά και πνευματικά, οδεύοντας προς την ολοκλήρωση με το πέρασμα του χρόνου, είναι η κρίσιμη περίοδος της «εφηβείας». Όλα πρέπει να γίνουν με ηρεμία, μέθοδο, πρόγραμμα και καθόλου βιασύνη.

Ξεκινάμε στο ελεύθερο περιβάλλον με εύκολα και απαλά μέρη και όσο το δυνατόν «εύκολους» λαγούς και προοδευτικά πάμε στα δύσκολα. Εδώ ο σκύλος θα γνωρίσει τις εδαφικές δυσκολίες που πρέπει να ξεπεράσει και τις «οσφρητικές» δυσκολίες του λαγού που πρέπει να μάθει και να καταλάβει σιγά-σιγά. Αυστηρά μόνος του στην αρχή με σκοπό να αποκτήσει εμπειρία και εμπιστοσύνη στον εαυτό του και περιοδικά προς το τέλος, αφού σταθεροποιηθεί η εργασία του στο λαγό, τον βάζουμε με άλλο σκυλί για την ομαδικότητα. Παράλληλα τον εκπαιδεύουμε και στην αποφυγή του ντορού της αλεπούς με ηλεκτρονικό κολάρο ή με εντολές αν του έχουμε μάθει αυστηρή υπακοή.

Αντικειμενικά αυτό το χρονικό διάστημα δεν φτάνει για την ολοκλήρωση του ιχνηλάτη μας, δεδομένων των απαγορεύσεων της ελεύθερης εκπαίδευσης, ο χρόνος που μένει είναι ο κυνηγετικός από Σεπτέμβρη μέχρι Γενάρη.

Κι εδώ γίνεται το μεγάλο λάθος απ’ τους περισσότερους κυνηγούς, που βάζουν σε προτεραιότητα το κυνήγι και σε δεύτερη μοίρα την εκπαίδευση του αρχάριου σκύλου, που απλώς τον παίρνουν μαζί τους για να «μάθει» το λαγό μαζί με τα μεγάλα σκυλιά. Ότι κτίστηκε μέχρι τώρα θα καταστραφεί άμεσα, γιατί πάνω στο κυνήγι κανένας δεν ενδιαφέρεται για την εκπαίδευση του «μικρού», ούτε τα μεγάλα σκυλιά, αλλά ούτε κι ο κυνηγός που έχει το μυαλό του στο λαγό και στο καρτέρι.

Αν θέλουμε πραγματικά να έχουμε ένα ολοκληρωμένο μελλοντικό ιχνηλάτη, θα πρέπει να θυσιάσουμε το κυνήγι αυτής της περιόδου. Όλες μας οι ενέργειες θα περιστρέφονται γύρω απ’ το νέο σκύλο.

Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι «πάμε κυνήγι για να εκπαιδεύσουμε το σκύλο μας» και ξεχνάμε οτιδήποτε άλλο.

Κι αν συμβαίνει να είναι ο μοναδικός σκύλος που έχουμε, τότε αυτή η κυνηγετική σεζόν θα μας μείνει αξέχαστη, γιατί κάθε φορά θα ζούμε μαζί του την προοδευτική κυνηγετική του καταξίωση και θα νοιώθουμε πλήρη ικανοποίηση.

3. Τρίτη φάση που συμπίπτει με τον τρίτο έτος της ηλικίας του σκύλου μας. Έχει φυσιολογικά κυνηγήσει μια κυνηγετική σεζόν του προηγούμενου χρόνου και αναμένεται η επόμενη κυνηγετική περίοδος.

Πριν ξεκινήσουμε τη νέα περίοδο πρέπει ήδη να έχουμε παρατηρήσει τα λάθη και τις αδυναμίες του, οπότε μπορούμε να τα διορθώσουμε στο μέτρο που εξαρτώνται απ’ τη δική μας επέμβαση. Θεωρητικά και πρακτικά ο ιχνηλάτης μας θα ολοκληρωθεί κατά μεγάλο ποσοστό στη νέα κυνηγετική περίοδο αν όλα έχουν γίνει σωστά και μεθοδικά από μέρους μας και φυσικά αν ο σκύλος μας διαθέτει όλα τα κυνηγετικά προσόντα που απαιτούνται για ένα λαγόσκυλο.

Από κ. Παύλο

Foxhound

Διάβασα την παρουσίαση της σελίδας σας στα φόξχαουντ και πραγματικά μου άρεσαν σαν ζώα. Θα ήθελα να ρωτήσω αν υπάρχουν τέτοια ζώα στην Ελλάδα και τι αποτελέσματα έχουν στο κυνήγι του αγριογούρουνου.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Αγαπητέ κ. Παύλο το Φόξχαουντ είναι ο αθλητικότερος ιχνηλάτης της Ευρώπης, με τις αρμονικότερες σωματικές αναλογίες και σκελετική δομή από κάθε άλλο κυνηγόσκυλο. Είναι ο πιο πετυχημένος συνδυασμός δύναμης, αντοχής και οσφρητικής ποιότητας.

Γι αυτό το λόγο έχει «δώσει» αίματα σε πολλούς ιχνηλάτες με σκοπό να αυξήσει τη δύναμη και την αντοχή κυρίως. Οι Γάλλοι δημιούργησαν τις ράτσες των «Αγγλογαλλικών» ιχνηλατών με τη συμμετοχή του Φόξχαουντ στο γενετικό υλικό.

Οι Άγγλοι το ονόμασαν Φόξχαουντ = Ιχνηλάτης Αλεπούς γιατί το χρησιμοποιούν αποκλειστικά στο παραδοσιακό ομαδικό κυνήγι καταδίωξης της αλεπούς με τη συνοδεία αλόγων. Στην Αγγλία δεν υπάρχουν αγριογούρουνα κι αν υπήρχαν σίγουρα θα τα κυνηγούσαν με Φόξχαουντ. Τελευταία οι Άγγλοι σκέφτονται να εισάγουν αγριογούρουνα στη χώρα τους.

Αντίθετα στη Γαλλία υπάρχουν πολλά Φόξχαουντ τα οποία κυνηγούν τα μεγάλα ζώα συνήθως, όπως το αγριογούρουνο, το ελάφι ή το ζαρκάδι.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν Φόξχαουντ απ’ ότι γνωρίζω, αυτή την εποχή ένας γνωστός μου κυνηγός βρίσκεται στη διαδικασία εισαγωγής ενός ζευγαριού κουταβιών απ’ την Αγγλία, δεν ξέρω αν θα τα καταφέρει τελικά.

Τα Φόξχαουντ στην Αγγλία βρίσκονται σε μεγάλες ομάδες και εκτρέφονται από «κλειστά» Club κυνηγών με οικονομική επιφάνεια κυρίως, οι οποίοι ασχολούνται αποκλειστικά με το παραδοσιακό κυνήγι καταδίωξης με άλογα και ενδιαφέρονται μόνο για τη διατήρηση της κυνηγετικής και κυνολογικής κληρονομιάς και είναι αδιανόητη η εμπορευματοποίηση των σκύλων τους, το ίδιο συμβαίνει και στη Γαλλία με τους «Μεγάλους Ιχνηλάτες» που ανήκουν στο «Club Du Chien dOrdre ».

Είναι πολύ δύσκολο να πάρει Έλληνας σκύλο από Αγγλία αν δεν έχει «μέσον» γιατί οι Άγγλοι μας θεωρούν τους χειρότερους ζωόφιλους και κυνόφιλους, έχουμε βγάλει όνομα με λίγα λόγια με τα αδέσποτα που βλέπουν οι ξένοι στη χώρα μας.

Και στη Γαλλία επίσης τα Φόξχαουντ ανήκουν στο μεγάλο «Club Du Chien dOrdre», που αντιπροσωπεύει εννιά ράτσες. Τα περισσότερα είναι τα «Πουατεβέν», τα «Τρίχρωμα Γαλλικά» και τα «Τρίχρωμα Άγγλο-Γαλλικά». Ακολουθούν τα «Γαλλικά Άσπρα και Μαύρα», τα «Μπίλλυ», τα «Άγγλο-Γαλλικά Άσπρα και Μαύρα». Επίσης υπάρχουν αγέλες «Φόξχαουντ», «Γαλλικά Άσπρα και Πορτοκαλί» και τα «Άγγλο-Γαλλικά Άσπρα και Πορτοκαλί».

Ο συνολικός αριθμός των παραπάνω φυλών είναι περί τα 25.000 σκυλιά. Από αυτά 7.000 αποτελούν αγέλες για το ελάφι, άλλα τόσα και λίγο παραπάνω για το ζαρκάδι, περίπου 2.000 για το αγριογούρουνο και 2.500 για την αλεπού. Τα υπόλοιπα περίπου 6.000 – 7.000 χρησιμοποιούνται για το κυνήγι με όπλο.

Από Γαλλία είναι πιο εύκολα τα πράγματα με τις απαραίτητες συστάσεις βέβαια, προσωπικά έχω γνωρίσει από κοντά τέτοιους κυνηγούς, οι οποίοι θεωρούν το κυνήγι τέχνη και το κάνουν με πολύ σεβασμό στην παράδοση και στους νόμους και ιδιαίτερα σέβονται το θήραμα και τη φύση γενικά. Τα δε σκυλιά είναι η κυνολογική τους κληρονομιά και τα εκτρέφουν αυστηρά στα πρότυπα της φυλής.

Φυσικά το Φόξχαουντ είναι άριστο στο αγριογούρουνο, έχει όλα τα κυνηγετικά προσόντα που δεν συναντά κανείς εύκολα σε ιχνηλάτες. Είναι σκύλος παντός καιρού και εδάφους με τεράστιες αντοχές και κυνηγετικό πάθος.

Ένα άλλο πλεονέκτημα των ιχνηλατών αγέλης είναι η εύφυτη υπακοή στις εντολές του κυνηγού, με αποτέλεσμα να ελέγχονται πλήρως σ’ όλες τις ενέργειές τους και να εκπαιδεύονται εύκολα. Ειδικά στο κυνήγι του αγριογούρουνου που χρειαζόμαστε υπάκουα και ελεγχόμενα σκυλιά, τα σκυλιά «αγέλης» είναι ότι καλύτερο.

Σας προτείνω να ερευνήσετε το θέμα του Φόξχαουντ σοβαρά και να ξεκινήσετε με δυο κουταβάκια τουλάχιστον ή και τέσσερα αν έχετε τη δυνατότητα. Το μόνο που θα πρέπει να προσέξετε είναι η εκπαίδευση στην υπακοή με τη χρήση απαραιτήτως της κυνηγετικής κόρνας που χρησιμοποιούν οι Άγγλοι και οι Γάλλοι. Προσωπικά για τα δικά μου σκυλιά χρησιμοποιώ την κόρνα σε μόνιμη βάση και μπορώ να τα γυρίσω πίσω ανά πάσα στιγμή από πολύ μακρινές αποστάσεις.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.