Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2006

Τα παπιά του μεσημεριού

Ένα μοναδικό κυνήγι

υδροβίων

Το ταξίδι αρκετά κουραστικό, περισσότερες από 5 ώρες να οδηγείς μονός σου, με μοναδική σκέψη στο μυαλό σου να φτάσεις το γρηγορότερο στα βαλτοτόπια του Αμβρακικού. Πέντε ώρες ανυπομονησίας, με σκέψεις και εικόνες προηγουμένων κυνηγιών από αναμετρήσεις σου με τις «σαΐτες» των ουρανών. Κρύα πρωινά και κοπιαστικά σούρουπα, που σε έχουν βρει μέσα στο βασίλειο των υδροβίων, να περιμένεις να ακούσεις αυτό το «θρόισμα» των φτερών τους στο αέρα και μετά σαν βέλη να παίρνουν από πάνω σου. Όλα αυτά έρχονταν στο μυαλό μου και δεν έβλεπα την ώρα να συναντήσω τον φίλο

και μέντορα μου στο κυνήγι των υδροβίων, τον Παντελή.

Ξεκινώντας το ταξίδι μου το πρωί υπολόγισα ότι θα έφτανα στην Άρτα λίγο πριν το μεσημέρι και έτσι θα είχα και λίγες ώρες ξεκούρασης πριν από το απογευματινό κυνήγι μας. Όμως φτάνοντας στο σπίτι του φίλου μου μισή ώρα περίπου έξω από την Άρτα, μια έκπληξη με περίμενε. Ο Παντελής ήταν ήδη «αρματωμένος» και «βρακωμένος», ενώ στο μηχανάκι του ήδη είχαν φορτωθεί δέματα από καλάμια, σχοινιά, όπλα, φυσίγγια, γιλέκα κλπ. Καλά καλά δεν πρόλαβα να βγω να τους χαιρετίσω και ανυπόμονα ο Παντελής είπε «δεν προβαίνουμε τώρα για χαιρετούρες, άλλαξε και πάρε μόνο ότι θα χρειαστεί για να κυνηγήσεις, τα υπόλοιπα θα τα ανεβάσουμε στο σπίτι το βράδι μετά το κυνήγι», «μα δεν είναι ούτε μία το μεσημέρι» του αποκρίθηκα. «Πάμε και ας τα λόγια» ήταν η χαμογελαστή απάντηση του, ενώ συνέχιζε να φορτώνει με διαφορά πράγματα το ηρωικό «παπάκι» του. Δεν χρειάζονταν να ζητήσω περισσότερες εξηγήσεις, όταν ένας άνθρωπος σαν τον Παντελή που

έχει γεννηθεί και μεγαλώσει μέσα στον βάλτο και το μοναδικό κυνήγι που ξέρει (και ξέρει πολύ καλά) είναι τα παπιά λέει πάμε, τότε πρέπει να πας. Σε λίγα λεπτά χωμένος μέσα στην βράκα (μπότες στήθους) και προσπαθώντας να συνηθίσω να περπατώ με αυτή μετά από πολύ καιρό, κατέβαινα τα σκαλιά του σπιτιού. Αφού καταφέραμε δυο άτομα με πλήρη «εξοπλισμό μάχης» και ένα μεγάλο δέμα με καλάμια, σχοινιά και άλλα, να ανέβουμε στο μηχανάκι, ξεκινήσαμε για τον κοντινό βάλτο.

Δεν είχαν περάσει παρά μόνο λίγα λεπτά όταν φτάσαμε στα πρώτα σπαρμένα χωράφια και το «παπάκι» από δίτροχο έγινε 4Χ4, με τον παντελή να το οδηγεί με μαεστρία ακόμα και μέσα στα υγρά οργωμένα χωράφια. Μετά από λίγο φτάσαμε στο μέρος που θα αφήναμε το μηχανάκι και θα παίρναμε την «γκλάβα» (βάρκα με σχεδόν ίσια γάστρα κατάλληλη για τον βάλτο). Αφού φορτώσαμε ότι κουβαλούσαμε στην γκλάβα, θαύμαζα τον φίλο μου για την επιδεξιότητα που οδηγούσε όρθιος μέσα από τα μικρά υδάτινα μονοπάτια, την βάρκα προς τον ανοιχτό βάλτο. Όλες αυτές τις μέχρι τώρα διαδικασίες, στα αρκετά εδώ και χρόνια κυνήγια μου στο βάλτο τις είχα κάνει παρά πολλές φορές, η ώρα όμως που ξεκινούσαμε για κυνήγι παρέμενε για μένα μυστήριο. Απάντηση σε αυτό ήρθε να δώσει ο Παντελής λίγο πριν βγούμε έξω από τον χορταριασμένο βάλτο. «Απ’ το πρωί μιας και θα ερχόσουνα βγήκα να δω τι γίνετε σε αυτό το μέρος, εδώ μπροστά μας έχω να κυνηγήσω πάνω από 2 βδομάδες και τα πουλιά είναι «άκαυτα», στα ανοιχτά πρέπει να βρίσκονται πάνω από 2-2,5 χιλιάδες παπιά, μικρά και μεγάλα, αν τα προγκήξουμε τώρα, φτιάξουμε φυλάχτρες και έχουμε υπομονή, το ένα δέκατο από αυτά να γυρίσουν στο «μέρος τους», θα μπουν πάνω από 250 παπιά». Το σχέδιο απλά και γρήγορα είχε καταστρωθεί και πλήρως αναλυθεί, δεν έμενε από εμάς παρά να το υλοποιήσουμε.

Λίγα μέτρα μας απέμεναν από την άκρη των χλωρών καλαμιών και κοιτώντας κλεφτά προς τα ανοιχτά, χιλιάδες παπιά φαίνονταν εκεί μέσα. Μόλις βγήκαμε και εμείς στο καθαρό, σμήνη παπιών άρχισαν να σηκώνονται με βουή σχεδόν από όλες τις πλευρές. Ο Παντελής σπρώχνοντας γρήγορα την γκλάβα προσπαθούσε να φτάσει όσο γίνετε πιο γρήγορα κοντά τους, ενώ εγώ γέμιζα και τουφεκούσα στον αέρα. Αν και σχεδόν είχαμε φτάσει στο κέντρο του βάλτου και όλα τα παπιά είχαν φύγει, λίγα μέτρα πίσω από την γκλάβα, από μια μικρή συστάδα από αλμυρίκια, σηκώνεται ένα μικρό κιρκίρι «σγατζούρι» όπως στην Άρτα το λεν.

Αν και είχα ήδη ρίξει τις πρώτες 2 τουφεκιές μου στον αέρα, η τρίτη έκανε το παπί να πέσει λίγα μέτρα μακριά μας. «Ας’ το τώρα» ακούω το Παντελή να λέει, το «μαζεύουμε μετά, πάμε για τις φυλάχτρες». Δυο μεγάλα πλαστικά τελάρα απ’ αυτά για τα πορτοκάλια, βυθίστηκαν μέσα στο νερό, η γκλάβα ανέβηκε πάνω τους και με παλούκια και σχοινιά σταθεροποιήθηκε. Τα καλάμια που απ’ έξω είχαμε φέρει, στήθηκαν γύρω και πάνω της και μια τέλεια φυλάχτρα για δυο άτομα μετά από λίγα λεπτά ήταν έτοιμη. Αφού ταχτοποιηθήκαμε και κάναμε τις απαραίτητες «πρόβες», ο Παντελής κατέβητε και έφερε το σγατζουράκι που είχα προηγουμένως χτυπήσει.

Ο βάλτος μετά από όλη αυτή την φασαρία είχε μια ασυνήθιστη ησυχία, ανοίξαμε τον αχνιστό καφέ και περιμέναμε να αποδώσουν οι κόποι μας.

Είχε περάσει σχεδόν μια ώρα όταν ο Παντελής με μια ελαφρά αγκωνιά μου έδειχνε τον ορίζοντα. Δυο σφυριχτάρια έρχονταν προς εμάς κάνοντας κύκλους από πάνω μας. Οι εντολές ήταν σαφής, δεν τουφεκάμε αν δεν πλησιάσουν κοντά, αυτά όμως για όσους δεν έχουν σχεδόν ένα χρόνο να κυνηγήσουν παπιά. Και οι τρεις τουφεκιές μου έκαναν απλά τα παπιά να παν από κει που ‘ρθαν. Θέλοντας και μη, την επόμενη φορά θα έπρεπε να ήμουν πιο προσεκτικός και αυτή δεν άργησε να έρθει. Τρεις κουταλάδες και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερες προφυλάξεις έρχονταν προς την φυλάχτρα. Με τις πρώτες δυο τουφεκιές, μια από εμένα και μια από τον Παντελή, οι δυο έπεσαν ακαριαία, ενώ ο τρίτος έπεσε μετά την τρίτη ομοβροντία και των δυο μας. Δυστυχώς το τίμημα του να είσαι ντόπιος και εξαιρετικά εξοικειωμένος με τον βάλτο, είναι να φέρνει ο Παντελής τα χτυπημένα πουλιά στην βάρκα, την στιγμή που εγώ παρατηρούσα τον ουρανό. Πραγματικά το όλο σχέδιο του Παντελή λειτούργησε άψογα, αρκετά πουλιά γύρισαν εκεί που τα περιμέναμε και οι κάννες μας έμεναν συνεχώς ζεστές ως αργά το σούρουπο.

Η ημέρα άρχισε να δίνει την θέση της στην κρύα νύχτα, το σκοτάδι άρχισε να μας τυλίγει ακριβώς την ώρα που δέναμε την γκλάβα στην θέση της και με τους φακούς πλέον αρχίσαμε να φορτώνουμε το μηχανάκι για την επιστροφή μας. Από μακριά ακούσαμε τα σκυλιά του Παντελή που αναγνώριζαν το μηχανάκι του αφεντικού τους, να μας υποδέχονται με γαυγίσματα, ενώ η γυναίκα του είχε ήδη βγει στην πόρτα. Αφού ξεφορτώσαμε αρχίσαμε να καθαρίζουμε τα παπιά μόνο από τα έντερα τους. «Δεν πήγαμε και άσχημα σήμερα;» ρώτησε ο Παντελής, παίρνοντας την απάντηση μόνο από την έκφραση του προσώπου μου.

Το καλό τσίπουρο και το σπιτικό γαλοτύρι διπλά από το σχεδόν πυρωμένο τζάκι, μας περίμεναν, όπως και ώρες κυνηγοκουβέντας μέχρι σχεδόν να αδειάσει το μπουκάλι με το τσίπουρο και να πάμε για ύπνο, ονειροπολώντας την επόμενη αναμέτρηση μας με τις εκπληκτικές αυτές σαΐτες των ουρανών.

Νερόκοτα

Gallinula chloropus

Βασίλειο: Animalia

Συνομοταξία: Chordata

Υποσυνομοταξία: Vertebrata

Κλάση: Aves

Τάξη: Gruiformes Οικογένεια: Rallidae

Γένος: Gallinula

Είδος: chloropus

Η Νερόκοτα είναι ένα εύκολα αναγνωρίσιμο υδρόβιο πουλί το οποίο πολύ συχνά μπορούμε να το δούμε να γλιστρά χαριτωμένα κοντά σε διάφορες υδάτινες περιοχές. Στην χώρα μας συναντάτε με μια σειρά από ονομασίες όπως: κοκκινομύτα λουσίνα μπουντουβάνα νερόκοτα νεροπούλα νεροπουλάδα ορνίθι πουλάδα πρασινοπόδαρη κ.α.

Γεωγραφική εξάπλωση

Η Νερόκοτα βρίσκεται σε όλο τον κόσμο εκτός από στην Αυστραλία, τις βόρειες χώρες (αρκτικό κύκλο) και τις έρημους. Απαντάται σε όλη σχεδόν την Ευρώπη (όχι πέραν του 60ο βορείου μήκους), ενώ επισκέπτονται την Ρωσία μόνο κατά τους θερινούς μήνες. Στην Αφρική το είδος αυτό βρίσκεται μόνο στην περιοχή της Νότιας Αφρικής, Μαδαγασκάρη, σε ένα μεγάλο τμήμα του Κογκό και της Αλγερίας, επίσης στην Ινδία και το νότιο μισό της νότιας Ασίας, στα νησιά των Φιλιππίνων, όπως και στο σύνολο σχεδόν της Αμερικανικής ηπείρου.

Γενική Περιγραφή

Οι Νερόκοτες είναι παρόμοιες με τις φαλαρίδες αλλά μικρότερες σε μέγεθος, η σαρκώδης ασπίδα στο μέτωπο τους είναι κόκκινη, και έχουν άσπρα σημάδια κάτω από την ουρά και μια στενή άσπρη γραμμή κατά μήκος του σώματος.

Έχει μήκος 30-38ετατ., ενώ το άνοιγμα φτερών της κυμαίνεται από 50 έως 55εκατ.. Το βάρος της Νερόκοτας είναι κατά μέσω όρο 300 γραμ (από 192-493 γραμ.).

Οι Νερόκοτες, δεν παρουσιάζουν σεξουαλικό διμορφισμό, δηλαδή δεν υπάρχουν έντονες μορφολογικές διαφορές μεταξύ των αρσενικών και θηλυκών ατόμων.

Ο γενικός χρωματισμός τους είναι από σκούρο γκριζωπό ως μαύρο χρώμα σε όλο το σώμα και στο κεφάλι τους, με πιο θαμπές αποχρώσεις στην περιοχή του λαιμού και του πηγουνιού. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το κεφάλι της όπου το μαύρο χρώμα διακόπτετε από το κίτρινο ράμφος και μια κόκκινου χρώματος μετωπιαία ασπίδα. Χαρακτηριστικά είναι και τα μάτια της τα οποία έχουν ένα έντονο κόκκινο χρώμα. Επίσης στις νερόκοτες οι γλουτοί και οι άκρες των φτερών είναι λευκού χρώματος δίνοντας την εντύπωσης μιας άσπρης διαγώνιας λωρίδας να διατρέχει τις δυο πλευρές του σώματος τους. Τα πόδια είναι ανοιχτού κιτρινοπράσινου χρώματος και σε αντίθεση με πολλά άλλα υδρόβια δεν έχουν μεμβράνες αλλά έχουν πολύ μεγάλα δάχτυλα εξοπλισμένα με μικρά ημικυκλικά σαρκώματα τα οποία τους βοηθούν στην κολύμβηση.

Τα νεαρά άτομα δεν διαφέρουν πολύ από τα ενήλικα απλά είναι λιγότερο σκούρα και ο γενικότερος χρωματισμός τους πλησιάζει προς το καφετί-γκρι.

Βιότοπος

Ο Βιότοπος της είναι τα διάφορα μόνιμα ύδατα πεδινών κυρίως περιοχών, όπως λίμνες γλυκού νερού, έλη, κ.α. αλλά και υφάλμυρου κοντά σε κόλπους, σε ακτές κ.λ.π.. Προτιμά τις περιοχές με την άφθονη βλάστηση γύρω από το νερό και πολύ σπάνια την συναντούμε σε περιοχές με μεγάλα υψόμετρα εκτός από τις περιπτώσεις μετανάστευσης τους οπούς έχει παρατηρηθεί να βρίσκονται και σε υψόμετρα πάνω από 4575 μέτρα όπως κατά το πέρασμα τους από το Νεπάλ. Η Νερόκοτα γενικότερα είναι ιδιαίτερα προσαρμόσιμη σε ένα ευρύ φάσμα βιότοπων, συμπεριλαμβανομένων σε πολλές περιπτώσεις και μεσοαστικών περιοχών.

Συμπεριφορά

Οι Νερόκοτες είναι αρκετά ντροπαλά πουλιά. Μπορούμε να τις δούμε να πλέουν με την πολύ χαρακτηριστική κίνηση των ποδιών τους τα οποία κατά την κολύμβηση τους σηκώνονται σχεδόν πάνω από το σώμα τους. Αυτή η χαρακτηριστική κίνηση χρησιμεύει στο να μην μπλέκονται τα μεγάλα δάχτυλα της στην υδρόβια βλάστηση.

Κολυμπούν πολύ καλά και είναι σε θέση να βουτήξουν αρκετά βαθιά με την βοήθεια των ιδιαίτερα διαμορφωμένων ποδιών τους.

Οι Νερόκοτες, όπως και οι συγγενείς τους φαλαρίδες αν και επί το πλείστων αναζητούν την τροφή τους, σποραδικά επιδεικνύουν και μια κλεπτοπαρασιτική συμπεριφορά στην σίτιση τους. Κατά συνέπεια δεν θα διστάσουν να πάρουν την τροφή άλλων πουλιών είτε με απευθείας επίθεσή είτε με διάφορους παραπλανητικούς ελιγμούς.

Γενικά εκτός από την εποχή της αναπαραγωγής, οι Νερόκοτες αν και πουλιά με έντονη εδαφικότητα παρουσιάζουν μια αρκετά ήπια συμπεριφορά με ελάχιστες διενέξεις μεταξύ των μελών του είδους, σε αντίθεση με την εποχή του ζευγαρώματος που επιδεικνύουν μια έντονη εδαφική και επιθετική συμπεριφορά. Ιδιαίτερα τα θηλυκά χρησιμοποιούν μια σειρά από επιθετικές επιδείξεις προς άλλα θηλυκά όπως το χαμήλωμα του κεφαλιού και το μισάνοιγα των φτερών για να διεκδικήσουν το αρσενικό με το οποίο θα ζευγαρώσουν. Αφότου εκδιωχθούν οι αντίζηλες θηλυκές, το θηλυκό βυθίζει το ράμφος του στο νερό μαζί με το αρσενικό, σημάδι έναρξης των τελετουργικών ερωτοτροπίας. Επίσης το θηλυκό θα χρησιμοποιήσει και διάφορες ηχητικές κλήσεις για να δηλώσει ότι είναι έτοιμη να ζευγαρώσει

Είναι πολύ καλοί γονείς και θα προστατεύσουν με αυταπάρνηση τους νεοσσούς τους. Όταν βεβαία έχουν να αντιμετωπίσουν μεγάλα αρπακτικά τρέπονται σε φυγή και ακολουθούν και αυτές την προσφιλή τακτική πολλών υδροβίων να καταδύονται και να κρύβονται μέσα στο νερό.

Κατά τη διάρκεια δυνατής βροχής έχει παρατηρηθεί μια ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτη συμπεριφορά στις Νερόκοτες ειδικά σε άτομα που επωάζουν. Τα πουλιά αυτά θα βρουν ένα πλατύ φύλλο και θα καλυφθούν κάτω από αυτό ωσότου να σταματήσει η βροχή.

Έχουν επίσης ένα ευρύ φάσμα από κλήσεις όπως τον πολύ χαρακτηριστικό «κουρρ΄ουκ» κλήση την οποία χρησιμοποιούν για να αναγγείλουν την παρουσία τους ή να προειδοποιήσουν άλλες ότι πλησιάζει κάποιο αρπακτικό.

Η διάρκεια ζωής τους υπολογίζεται κατά μέσο όρο μεταξύ 9 έως 11 ετών. Αν και παρουσιάζετε πολύ μεγάλη θνησιμότητα κατά τον πρώτο και δεύτερο χρόνο της ζωής τους

Διατροφή

Η διατροφή της κυρίως αποτελείται από μικρά καρκινοειδή, μαλάκια, έντομα, και τις προνύμφες τους, καθώς επίσης και σπόρους, μίσχους υδρόβιων φυτών, δημητριακά φρούτα αλλά και σπόρος και βλαστούς άλλων φυτών. Ακόμα τρέφεται με διαφορά είδη υδρόβιων σκαθαριών, μικρά ψαράκια και σαλιγκάρια κ.α.

Οι Νερόκοτες τρέφονται επιπλέοντας ή περπατώντας στο νερό και βυθίζοντας το κεφάλι της μέσα σε αυτό. Σε γενικές γραμμές οι Νερόκοτες είναι ικανές να τραφούν με οποιοδήποτε είδος τροφής βρίσκετε σε ικανή επάρκεια στον βιότοπο τους.

Αναπαραγωγή

Οι Νερόκοτες αναπαράγονται συνήθως δυο με τρεις φορές τον χρόνο μεταξύ Απριλίου και Αυγούστου. Κατά την εποχής αναπαραγωγής το ζευγάρι καταλαμβάνει μια περιοχή την οποία και υπερασπίζει με σθένος.

Η συμπεριφορά ζευγαρώματος της Νερόκοτας είναι αρκετά ασυνήθιστη. Το θηλυκό ανταγωνίζεται με άλλα θηλυκά για το ζευγάρωμα με τα αρσενικά. Μετά την επικράτηση ενός θηλυκού το κυρίαρχο θηλυκό θα εκδηλώσει τις ερωτικές του διαθέσεις με μια ερωτική «καταδίωξη» του αρσενικού. Το ζευγάρωμα γίνεται στο έδαφος και όχι στο νερό.

Θα φτιάξουν την φωλιά τους η οποία είναι ένα βαθούλωμα ανάμεσα στην βλάστηση της γύρω περιοχής, όπως καλαμιώνες, αλμυρίκια κ.α. Εκεί το θηλυκό θα γεννήσει 4 ως και 10 αυγά τα οποία θα επωαστούν και από τα δυο μέλη του ζευγαριού για περίπου 3 εβδομάδες. Τα αυγά είναι υπόλευκα διάστικτα με σκούρου καφέ χρώματος στίγματα. Αργότερα θα χτίσουν μια νέα φωλιά για την δεύτερη γέννας τους σε μια νέα περιοχή.

Οι νεοσσοί είναι σχετικά μεγάλοι έχουν μαύρο φτέρωμα και σε πολύ σύντομο διάστημα είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν τους ενηλίκους στο νερό. Ένα από τα αξιοπρόσεχτα χαρακτηριστικά των νεοσσών είναι τα δυσανάλογα σε σχέση με το σώμα, μεγάλα πόδια τους. Κάτι όμως ιδιαίτερα χρήσιμο για να κινούνται και να αναζητούν την τροφή τους στο υγρό κολλώδες και λασπώδη έδαφος διαβίωσης τους.

Κατά την διάρκεια ανατροφής των νεοσσών οι Νερόκοτες επιδεικνύουν εξαιρετικά επιθετική συμπεριφορά τόσο προς τα υπόλοιπα μέλη του σμήνους, όσο και προς πολλά από τα υδρόβια ή παρυδάτια είδη του βιοτόπου τους.

Και τα δυο φύλα μοιράζονται την ανατροφή των νεοσσών, οι οποίοι αφήνουν τη φωλιά μερικές ημέρες μετά από την εκκόλαψη τους, ενώ η πλήρη ανεξαρτησία τους έρχεται μετά τις 40-45 ημέρες.

Διάφορα

Ø Υπολογίζεται ότι μόνο στην Ευρώπη διαβιούνε 900.000 – 1.200.000 ζευγάρια.

Ø Πολλές φορές από μακριά μπορεί να μπερδέψουμε την Νερόκοτα με την σχεδόν παρόμοια σε μεγέθους, αλλά και σε εμφάνιση φαλαρίδα μιας και δεν είναι λίγες οι φορές που αυτά τα δυο είδη βρίσκονται μαζί.

Ø Σε ορισμένες περιοχές οι Νερόκοτες κατατάσσονται στα επιβλαβή εξαιτίας των καταστροφών που δημιουργούν στις γεωργικές καλλιέργειες.

Εχθροί

Το είδος αυτό όπως και τα περισσότερα είδη της οικογένειας των Rallidae προστατεύεται όχι τόσο από την σπανιότητα τους αλλά εξαιτίας της σημαντικότατης συρρίκνωσης των πρωταρχικών βιοτόπων τους. Αυτός είναι και ο βασικότερος λόγος της οποιασδήποτε πίεσης των πληθυσμών τους.

Πέρα από αυτό εχθροί της Νερόκοτας είναι τα περισσότερα από τα φτερωτά αρπακτικά όπως τα γεράκια, οι κουκουβάγιες, οι μπούφοι και οι αετοί. Αλλά και μεγάλα φίδια αλεπούδες αρουραίοι κοράκια κ.α.

Θα πρέπει για ακόμα μια φόρα να τονίσουμε ότι στην μέχρι τώρα βιβλιογραφία, πουθενά δεν αναφέρεται το κυνήγι ως λόγος μείωσης του πληθυσμού τους.

Σαιντ Υμπερ Ο ένας και μοναδικός αγαθός γίγαντας

Γράφει ο Θανάσης Κυριτσάκας.

Ιστορικά στοιχειά

Το γενεαλογικό δέντρο του Σαιντ-Υμπερ είναι πολύ αρχαίο. Υπάρχουν δυο εκδοχές για τους προγόνους του Σαιντ-Υμπερ. Η πρώτη ότι προέρχεται από διασταύρωση ενός Λεβριέ και του Σκύλου του Θιβέτ, του οποίου έχει πολλά όμοια στοιχεία. Η δεύτερη ότι προέρχεται από το Αραβικό Λεβριέ (λαγωνικό), το οποίο με τις διασταυρώσεις των ντόπιων σκύλων των Κελτών και των Γαλατών, δημιούργησε δυο ράτσες Σαιντ-Υμπερ, το Μαύρο και το Άσπρο. Υπάρχουν περιγραφές από τον Αρριανό τον 2ο μ.χ. αιώνα, όπου αναφέρεται σ' ένα σκύλο που είχαν οι Γαλάτες και οι Κέλτες, ο οποίος μοιάζει απαράλλαχτα με το Σαιντ-Υμπερ.

Τον 7ο μ.χ. αιώνα ο Άγιος Ουβέρτος και οι μοναχοί του, που ζούσαν σ' ένα μοναστήρι στις Αρδένες του Βελγίου, άρχισε να εκτρέφει αυτά τα σκυλιά για πολλά χρόνια. Προς τιμή του οι σκύλοι ονομάστηκαν «Σκύλοι του Αγίου Ουβέρτου» («Chiens du St. Hubert»).

Κάθε χρόνο, για 700 χρόνια το Μοναστήρι του Αγίου Ουβέρτου έστελνε έξη Άσπρους και έξη Μαύρους σκύλους στον βασιλιά της Γαλλίας, που τους χρησιμοποιούσε σε αγέλες για τα μεγάλα κυνήγια με συνοδεία αλόγων. Μέχρι τον 16ο αιώνα ήταν τα σκυλιά των βασιλιάδων στα κυνήγια των μεγάλων τριχωτών θηραμάτων. Το 1570 κατηγορήθηκαν από τον Κάρολο Θ', ότι είναι βραδυκίνητα και αντικαταστάθηκαν από τους Λευκούς Σκύλους του Ρουά, οι οποίοι είναι απόγονοι του Λευκού Σαιντ Υμπερ.

Τον 11ο αιώνα ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής, βασιλιάς των Νορμανδών, κατέκτησε την Αγγλία. Μαζί του πήρε και μερικά Σαιντ Υμπερ Άσπρα και Μαύρα. Από τότε στην Αγγλία εκτρέφεται το Μπλάντχάουντ που προήλθε από τα Μαύρα, ενώ από τα Άσπρα, ο άσπρος Τάλμποτ (απόγονος του Άσπρου σκύλου του Ρουά), που είναι ο πρόγονος των σύγχρονων αγγλικών σκύλων: Φόξχάουντ, Χάριερ, Μπήγκλ κ.λ.π.

Χαρακτηριστικά-ιδιοσυγκρασία

Μεγαλόσωμος και πολύ δυνατός σκύλος, αγέρωχος και επιβλητικός, το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 67 cm με βάρος 50 κιλά για το αρσενικό και 62 cm για το θηλυκό με βάρος 45 κιλά περίπου.

Το Σαιντ Υμπερ είναι τρυφερός και στοργικός σκύλος, αλλά επιφυλακτικός στην πρώτη γνωριμία με τους ξένους. Μερικές φορές φαίνεται ισχυρογνώμων και πεισματάρης, ακόμη και ανυπάκουος, αλλά πολύ γρήγορα αποβάλλει αυτά τα στοιχεία όταν απ' την αρχή εκπαιδευτεί σωστά στην υπακοή και την καλή συμπεριφορά. Η εκπαίδευσή του είναι εύκολη και πρέπει να ξεκινάει από τη νεαρή ηλικία στην υπακοή και σταδιακά στο περπάτημα δίπλα μας χωρίς λουρί και στη συνέχεια στη γνωριμία με τα οικόσιτα ζώα. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην εκπαίδευση, δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε ποτέ βία και σκληράδα μαζί του γιατί απ' τη φύση είναι περήφανο ζώο και αντιδρά αρνητικά σε κάθε περίπτωση.

Γενικώς είναι φιλικός με όλους και ιδιαίτερα με τα παιδιά, απ' τα οποία ανέχεται τα πάντα. Από τη φύση του είναι ευαίσθητος, αλλά σπανίως μαλώνει με άλλα σκυλιά, όμως όταν χρειαστεί επιβάλλει την κυριαρχία του με το γάντι, χωρίς επίθεση, δαγκώματα και άγριες ενέργειες, περισσότερο μπορώ να πω πως λόγω μεγέθους τα άλλα σκυλιά δείχνουν σεβασμό και κάνουν πίσω σε περιπτώσεις διαφωνίας.

Είναι ένας σκύλος κυριαρχικός που γνωρίζει τη δύναμή του αλλά δεν την εκμεταλλεύεται άναρχα.

Έχει την πιο λεπτή όσφρηση απ' όλους τους ιχνηλάτες του κόσμου, μπορεί να ακολουθήσει με μεγάλη ευκολία κρύα ίχνη που έγιναν 2 ή 4 μέρες πριν και να τα ξεχωρίζει από τα ίχνη άλλων ζώων, που έχουν διασταυρωθεί.

Το Club Εκτροφέων Bloodhound (The Association of Bloodhound Breeders) της Αγγλίας διοργανώνει πέντε φορές το χρόνο πρακτικούς αγώνες (Field Trials) δοκιμασίας σε «κυνήγι ανθρώπου» ή σε «κυνήγι της καθαρής μπότας» (Hunting the Clean Boot), όπως ονομάζεται χαρακτηριστικά. Είναι ένας πολύ δύσκολος αγώνας ιχνηλασίας κατά τον οποίο η διαδρομή επιλέγεται από ειδικούς κριτές με τέτοιο τρόπο ώστε να περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία εδάφους, όπως χορτάρι, χώμα, πέτρα, άσφαλτο κ.λ.π. Ένας άνθρωπος, φορώντας μπότες από καουτσούκ, περπατάει την καθορισμένη διαδρομή, η οποία ξεκινάει από ένα χιλιόμετρο μέχρι περισσότερα ανάλογα τον συντελεστή δυσκολίας και αφήνει σε καθορισμένα σημεία ορισμένα αντικείμενα, όπως ένα γάντι, ένα μαντήλι, ένα καπέλο ή ρούχο.

Αφού τελειώσει η διαδικασία δημιουργίας ντορού με την μπότα, η δοκιμασία των σκύλων αρχίζει ως εξής:

  • Μετά από 6 ώρες για τα νεαρά και αρχάρια σκυλιά.
  • Μετά από 12 ώρες για τα σκυλιά που έχουν κερδίσει στον αγώνα των 6 ωρών.
  • Μετά από 24 ώρες για τα σκυλιά που έχουν κερδίσει στον αγώνα των 12 ωρών.

Σ' αυτό τον αγώνα, μετά τις προβλεπόμενες ώρες, ο σκύλος πρέπει να ακολουθήσει το ντορό του ανθρώπου, να βρει τα αντικείμενα σε κάθε σημείο και να συνεχίσει την πορεία του μέχρι να τελειώσει τη διαδρομή με επιτυχία. Οι μοναδικές ράτσες που έχουν αυτές τις ικανότητες και υποβάλλονται σε τέτοιες δοκιμασίες είναι το Σαιντ Υμπερ και το Μπασέ Χάουντ, που ανταγωνίζεται πολλές φορές με επιτυχία τον αντίπαλό του. Όπως είναι φανερό σ' αυτούς τους αγώνες εκτός απ' τη μύτη, κυρίαρχο ρόλο παίζει η ικανότητα του σκύλου να αισθάνεται την κατεύθυνση που παίρνει το «θήραμα», όταν σε δύσκολο έδαφος ο ντορός είναι ανεπαίσθητος και ασαφής, και πρέπει να ξεκόψει καθαρά τη διαδρομή, γιατί αυτό το πλεονέκτημα τον κάνει νικητή. Γι' αυτό το λόγο το Σαιντ Υμπερ χρησιμοποιείται απ' την αστυνομία και από άλλες υπηρεσίες για την ανεύρεση χαμένων ανθρώπων.

Από κυνηγετική άποψη, ότι είπαμε παραπάνω ισχύει και στο κυνήγι των τριχωτών ζώων. Είναι ο ιχνηλάτης που πραγματικά «κολλάει» με τον ντορό είτε στο πλησίασμα είτε στην καταδίωξη. Έχει την ικανότητα δηλαδή να ακολουθεί τα χνάρια ενός θηράματος το οποίο πέρασε πολλές ώρες πριν, να μην το μπερδεύει με άλλα ζώα και να το καταδιώκει πολλές ώρες χωρίς λάθος στην κατεύθυνση που έχει πάρει. Στον φρέσκο ντορό είναι ασυναγώνιστος, ξεκαθαρίζει σταθερά και σίγουρα τη μυρωδιά, φτάνοντας στο γιατάκι πολύ γρήγορα.

Καταδιώκει το θήραμα σταθερά για πολλές ώρες με ωραία φωνή σε μελωδικούς τόνους. Παρά τον όγκο και το μέγεθος δε είναι τόσο αργός, όσο φαίνεται, έχει κανονική σταθερή ταχύτητα, μεγάλη αντοχή και δύναμη.

Στην Γαλλία χρησιμοποιείται πολύ στο κυνήγι του αγριογούρουνου και του ζαρκαδιού με μεγάλη επιτυχία. Στη Γαλλία παίρνει μέρος σε αγώνες εργασίας πρακτικού κυνηγιού στο αγριογούρουνο και το ζαρκάδι.

Το μόνο μειονέκτημα που μπορώ να διακρίνω στο Σαιντ Υμπερ είναι το μεγάλο μέγεθος, που προϋποθέτει περισσότερη οικονομική επιβάρυνση σε τροφή, χρειάζεται μεγάλο χώρο για κατοικία και μεταφορά.

Επίσης λόγω μεγέθους δεν ενδείκνυται για κυνήγι σε πολύ σφιχτά και πυκνά μέρη, που αντικειμενικά δεν τον αφήνουν να τα περάσει άνετα, παρόλο που δεν φοβάται τ' αγκάθια και τα πουρνάρια γιατί είναι σκληρόπετσος παρ' όλη τη χαλαρότητα του δέρματος. Αντίθετα σε εδάφη με ανοίγματα, έλατοδάση, σπανά και πετρώδη δεν έχει κανένα πρόβλημα, έχει μεγάλη δύναμη, αντοχή και μπορεί να κυνηγάει πολλές ώρες διανύοντας μεγάλες αποστάσεις.

Οι άριστες οσφρητικές ικανότητες και η αίσθηση της κατεύθυνσης του θηράματος στο Σαιντ Υμπερ είναι εξαιρετικές και είναι δυο στοιχεία που κάνουν έναν ιχνηλάτη μεγάλο σκύλο. Ετσι μπορεί να κυνηγήσει ανεξαιρέτως όλα τα θηράματα με μεγάλη ευκολία. Ιδιαίτερα στο κυνήγι του λαγού, του οποίου ο ντορός είναι πιο αχνός και ασαφής τις περισσότερες φορές και χρειάζεται ιχνηλάτη με δυνατή μύτη, το Σαιντ Υμπερ τα καταφέρνει σε άριστο βαθμό.

Ράτσες με μικρότερο μέγεθος που έχουν μπόλικο αίμα Σαιντ Υμπερ και το πλησιάζουν σε κυνηγετικά χαρακτηριστικά είναι το Μπρούνο Γιούρα , το Μπρούνο Γιούρα τύπου Σαιντ Υμπερ, που αναπτύχθηκε στη Γαλλία και υπάρχει σε μεγάλο αριθμό, επίσης το Μπασέ Χάουντ, το οποίο όπως προανέφερα το συναγωνίζεται στους αγώνες, ο Σκύλος του Αρτουά, το Πορσελέν, το Μπλε Γασκώνης Σαιντόνζης, το Γασκώνης Σαιντόνζης. Όμως όσο αίμα Σαιντ Υμπερ κι αν τρέχει στις φλέβες τους, τα παραπάνω σκυλιά δεν είναι Σαιντ Υμπερ. Το Σαιντ Υμπερ είναι ένα και μοναδικό!!

Όσοι κυνηγοί μπορούν να έχουν τις προϋποθέσεις για μια άνετη διαβίωση του Σαιντ Υμπερ, πραγματική αγάπη για τον σκύλο τους και τις γνώσεις για σωστή εκπαίδευση, τότε θα νοιώσουν πολλές ευχάριστες στιγμές συντροφιά με ένα ξεχωριστό ιχνηλάτη. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως αυτός ο ιχνηλάτης σε καταξιώνει σαν κυνηγό τριχωτού θηράματος.

Το Σαιντ Υμπερ είναι πολύ ανθρωποκεντρικός σκύλος, χρειάζεται την παρουσία μας και την αγάπη μας, ζει άνετα με την οικογένεια ακόμη και σε διαμέρισμα, αλλά δεν ανέχεται το μόνιμο δέσιμο με κανένα τρόπο και πρέπει να το έχουν υπόψη τους οι μέλλοντες ιδιοκτήτες.

Στη χώρα μας υπάρχουν πολύ λίγα Σαιντ Υμπερ, όπως βέβαια και λίγοι καθαρόαιμοι ιχνηλάτες. Η κύρια αιτία είναι η άγνοια του Έλληνα κυνηγού για την ύπαρξη τόσων καθαρόαιμων φυλών, επειδή συνήθως δεν διαβάζει και δεν ενημερώνεται κυνολογικά, οπότε υπάρχει μια λανθασμένη προκατάληψη και αμφισβήτηση.

Προσωπικά εκτιμώ ιδιαίτερα αυτόν τον αγαθό γίγαντα, τόσο για τη γενική εμφάνιση όσο και για τα εξαιρετικά κυνηγετικά του προσόντα και σίγουρα στο μέλλον θα είναι ένας απ' τους σκύλους που θα με συντροφεύουν στο κυνήγι.

Θ. ΚΥΡΙΤΣΑΚΑΣ

Bloodhound

FCI-Standard No 84 / 12.07.2002 / GB

(Chien de Saint-Hubert)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Η κα Jeans-Brown, αναθεώρηση από τον κ. R.Pollet και Ρ.Triquet.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Στα Ελληνικά Τσομώκος Διομήδης

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ: Βέλγιο.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΧΙΚΩΝ ΕΓΚΥΡΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ: 13.03.2001.

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ: Ιχνηλάτης μεγάλων ευγενών θηραμάτων, σκυλί πολλαπλών υπηρεσιών, ιχνηλάτης με χρήση λουριών (δηλαδή ιχνηλατεί δεμένος στο λουρί, οδηγώντας τον κυνηγό στο θήραμα) και οικογενειακό σκυλί. Ήταν και πρέπει πάντα να παραμείνει ένα κυνηγόσκυλο που λόγω της αξιοθαύμαστης οσφραντικής του ικανότητας είναι πρώτιστο ένας ιχνηλάτης, που χρησιμοποιείται συχνά όχι μόνο για να ακολουθεί το ίχνος ενός πληγωμένου θηράματος όπως στις δοκιμές ιχνηλασίας αίματος, αλλά και για να αναζητεί αγνοουμένους σε επιχειρήσεις της αστυνομίας. Λόγω της λειτουργικής κατασκευής του, το Bloodhound είναι προικισμένο με τη μεγάλη αντοχή και επίσης με μια εξαιρετική μύτη που του επιτρέπει να ακολουθήσει ένα ίχνος για μεγάλης απόστασης και σε δύσκολης μορφολογίας εδάφη χωρίς πρόβλημα.

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ F.C.I. : ομάδα 6 ιχνηλάτες και σχετικές φυλές.

παράγραφος1 ιχνηλάτες.

1,1 μεγάλα μεγέθους κυνηγόσκυλα.

Με τη εξέταση εργασίας.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Μεγάλο ιχνηλάτης και άριστο κυνηγόσκυλο με την χρήση λουριών, με πολύ αρχαίες καταβολές. Για αιώνες ήταν γνωστός και έχει εκτιμηθεί για την εξαιρετική μύτη και το μεγάλο ταλέντο του στο κυνήγι. Αναπαρήχθη στις Αρδέννες από τους μοναχούς του Abbaye de Saint-Hubert. Εικάζεται ότι κατάγεται από τα μαύρα ή μαυρομπρούτζινα κυνηγόσκυλα που χρησιμοποιήθηκαν για κυνήγι σε αγέλες τον 7ο αιώνα από το μοναχό Hubert, ο οποίος έγινε αργότερα επίσκοπος και που όταν αγιοποιήθηκε έγινε ο προστάτης Άγιος των κυνηγών. Αυτοί οι μεγάλοι ιχνηλάτες εξαπλώθηκαν σε όλες τις Αρδέννες, λόγω της παρουσίας μεγάλων θηραμάτων, τα οποία έβρισκαν καταφύγιο στα διασκορπισμένα δάση της περιοχής. Αυτά τα κυνηγόσκυλα του Αγίου Ουμβέρτου φημίζονταν για την ευρωστία και την αντοχή τους, ειδικά στο κυνήγι αγριόχοιρου.

Τα πρώτα κυνηγόσκυλα του Άγιου Ουμβέρτου ήταν μαύρα αλλά αργότερα βρέθηκαν και μαυρομπρούτζινα. Κατά τον 11ο αιώνα τα σκυλιά αυτά εισήχθησαν στην Αγγλία από τον William τον κατακτητή. Συγχρόνως, σκυλιά ίδιου τύπου αλλά με ολόασπρο τρίχωμα, αποκαλούμενα Talbots, εισήχθησαν επίσης (στην Αγγλία).

Αυτά τα εισηγμένα στην Αγγλία σκυλιά αποτέλεσαν το βασικό πυρήνα αναπαραγωγής. Οι απόγονοι αυτών των Bloodhounds πήραν το όνομά τους από την ετοιμολογία των λέξεων " blooded hound " οι οποίες σημαίνουν σκυλί καθαρού αίματος, και κατά συνέπεια καθαρής (καθαρόαιμης) φυλής.

Στη συνέχεια η φυλή αναπτύχθηκε και στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ιδιαίτερα στις νότιες πολιτείες όπου τα σκυλιά αυτά χρησιμοποιήθηκαν για να βρίσκουν τους δραπέτες σκλάβους.

ΓΕΝΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ: Μεγάλου μεγέθους ιχνηλάτης και ογκώδες κυνηγόσκυλο λουριών, ο ισχυρότερος όλων των ιχνηλατών. Με αρμονικές γραμμές, συνεπικουρούμενες από ισχυρά κόκαλα, καλούς μύες και συμπαγής δομή, αλλά χωρίς πότε να δίνει την αίσθηση ότι είναι βαρύ. Είναι σχετικά μακρύ εναρμοζόμενο με την μορφή ενός τέλειου ορθογωνίου. Η γενικότερη εμφάνιση του είναι μεγαλοπρεπής και αριστοκρατική. Η στάση του είναι σοβαρή. Το κεφάλι και ο λαιμός προσελκύουν την προσοχή λόγω του άφθονου, εύπλαστου και λεπτού δέρματός τους, που κρέμεται σε βαθιές πτυχές. Η κίνησή του είναι εντυπωσιακή, μάλλον αργή με έναν αυστηρό βηματισμό ο οποίος όμως είναι εύκαμπτος, ελαστικός και ελεύθερος. Κανένα χαρακτηριστικό δεν πρέπει να υπερβάλει τόσο ώστε να καταστρέφει την συνολική αρμονία και να δίνει μια υπερβολική εμφάνιση ή ακόμα χειρότερα να βλάπτει την υγεία ή την ευημερία του σκυλιού.

Μεταξύ των πιθανών υπερβολών πρέπει να αναφερθούν τα μάτια τα οποία μπορεί να είναι πάρα πολύ βαθιά ή πάρα πολύ μικρά, διεσταλμένα βλέφαρα, πάρα πολύ και πολύ χαλαρό δέρμα με πάρα πολλές και πολύ βαθιές πτυχές, πολύ μεγάλο λωγάνιον, πολύ στενό κεφάλι. Σκυλιά που είναι πάρα πολύ μεγάλα, με πάρα πολύ βαριά σώματα ή πάρα πολύ ογκώδεις, είναι εξίσου ανεπιθύμητα επειδή αυτό εμποδίζει τη λειτουργικότητα τους.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΑΝΑΛΟΓΙΕΣ:

· Μήκος σώματος / ύψος ακρώμια: 10/9.

· Βάθος του στήθους / ύψος ακρώμια: 1/2.

· Μήκος του κεφαλιού / μήκος του σώματος: 3/7.

· Μήκος του ρύγχους/μήκος του κεφαλιού: 1/2.

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ/ΙΔΙΟΣΥΓΚΡΑΣΙΑ:

Ευγενής, ήρεμος, καλός και κοινωνικός με τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα δεμένος με τον ιδιοκτήτη του. Ανεκτικός με την συντροφιά άλλων σκύλων και άλλων κατοικίδιων ζώων. Σχετικά συγκρατημένος και επίμονος. Εξίσου ευαίσθητος στις φιλοφρονήσεις όσο και στις διορθώσεις. Καθόλου επιθετικός. Η φωνή του είναι βαθιά αλλά γαυγίζει σπάνια.

ΚΕΦΑΛΙ:

Το χαρακτηριστικότερο σημείο της φυλής είναι το επιβλητικό, μεγαλοπρεπές και άκρως αριστοκρατικό κεφάλι του. Είναι βαθύ αλλά στενό σε σχέση με το μήκος του και μακρύ σε σχέση με το μήκος του σώματος. Η δομή των οστών του είναι σαφώς ορατή. Οι πλευρές του επίπεδες και βλέποντας το από πλάγια είναι τετράγωνο. Το επάνω μέρος του ρύγχους είναι σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με το επάνω μέρος του κρανίου. Στο μέτωπο και τα μάγουλα, οι άφθονες λεπτές πτυχές δέρματος ζαρώνουν σε βαθιές πτυχές που πέφτουν όταν το κεφάλι φέρεται χαμηλά και συνεχίζουν σε πιο έντονα αναπτυγμένες πτυχές στο λωγάνιον. Το δέρμα είναι λιγότερο άφθονο στα θηλυκά.

ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΚΡΑΝΙΟΥ: Το κρανίο είναι βαθύ, μακρύ, μάλλον στενό με επίπεδες πλευρές. Τα ζυγωματικά δεν είναι προεξέχοντα αν και μπορούν να φαίνονται έτσι. Η ινιακή αιχμή είναι πολύ αναπτυγμένη και έντονα τονισμένη.

Μετωπιαίο στοπ: Ελαφρώς τονισμένο.

ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ:

Μύτη: Μαύρη ή καφετί, πάντα μαύρη στα μαύρα και μαυρομπρούτζινα σκυλιά. Η μύτη είναι ευρεία, καλά ανεπτυγμένη, με φαρδιά και ανοικτά ρουθούνια.

Ρύγχος: Τόσο μακρύ όσο και το κρανίο, βαθύ, ευρύ κοντά στα ρουθούνια και ίσου πλάτους σε όλο το μήκος του. Η επάνω γραμμή του ρύγχους είναι είτε ίσια, είτε ελαφρώς κυρτή (μύτη κριού).

Χείλια: Αρκετά μακριά και χαλαρά, τα επάνω χείλια πέφτουν πάνω στα κατώτερα χείλια και στο μπροστινό μέρος σχηματίζουν μια πλήρη γωνία με την ανώτερη γραμμή του προσώπου, η οποία δίνει μια τετραγωνισμένη πλάγια όψη στο ρύγχος. Προς τις γωνίες του στόματος γίνονται σαρκώδη και κρεμαστά (λιγότερο εμφανή στα θηλυκά) που συνδέονται ανεπαίσθητα με το άφθονο λωγάνιον. Η άκρη των επάνω χειλιών κατεβαίνει περίπου 5 εκατ. κάτω από το κατώτερο σαγόνι. Η άκρη των χειλιών είναι καλά χρωματισμένη, μαύρη ή καφετιά, ανάλογα με το χρώμα μύτης.

Σαγόνια/δόντια: Πλήρες οδοντοστοιχία, με σωστό δάγκωμα ψαλιδιού ισχυρά άσπρα δόντια, τοποθετημένα σωστά στα καλά ανεπτυγμένα σαγόνια. Και το δάγκωμα πένσας είναι ανεκτό.

Μάγουλα: Με κοιλότητα και αδύνατα, ειδικά κάτω από τα μάτια.

Μάτια: Σκούρο καφετί ή φουντουκί, ενός ελαφρύτερου χρώματος (ηλέκτρκ) στα σκυλιά χωρίς μαύρη «σέλα» ή μανδύα. Μάτια μέτριου μεγέθους, οβάλ, όχι κυρτά προς τα κάτω, ούτε προεξέχοντα ούτε βυθισμένα στις κόγχες, που αφήνουν την ίριδα ορατή στο σύνολο της. Βλέφαρα χωρίς καμία παρατυπία στο σχήμα τους, κανονικά που καλύπτουν τον βολβό του ματιού τα κάτω βλέφαρα χαλαρώνουν λίγο έτσι ώστε οι βλεννογόνες μεμβράνες να είναι λίγο ορατές κάτι το οποίο είναι ανεκτό. Σε καμία περίπτωση οι βλεφαρίδες δεν θα πρέπει να ακουμπούν ή να παρεμποδίσουν (το κλείσιμο) των ματιών. Η έκφραση τους είναι ευγενής, καλή και μεγαλοπρεπείς, με έναν μάλλον μελαγχολικό αέρα.

Αυτιά: Λεπτά και εύπλαστα, καλυμμένα από κοντή τρίχα, απαλά και βελούδινα στην αφή πολύ μακριοί λοβοί, που φθάνουν τουλάχιστον πέρα από το τέλος της μύτης όταν τοποθετούνται στην επάνω γραμμή του προσώπου, τα αυτιά είναι τοποθετημένα χαμηλά, στο ίδιο επίπεδο με τα μάτια ή και ακόμα χαμηλότερα στις πλευρές του κεφαλιού, πέφτουν με ένα χαριτωμένο δίπλωμα (κατσάρωμα) των πτυχών τους προς το εσωτερικό και προς τα πίσω (κατσαρά αυτιά).

ΛΑΙΜΟΣ: Μακρύς έτσι ώστε το σκυλί μπορεί να ακολουθεί τα ίχνη με τη μύτη του στο έδαφος έντονα μυϊκός, το δέρμα του λαιμού είναι χαλαρό και εξαιρετικά αναπτυγμένο, παρουσιάζοντας διπλό λωγάνιον, λιγότερο έντονο στο θηλυκό.

ΣΩΜΑ: Η επάνω και η κάτω γραμμή είναι σχεδόν παράλληλες.

Ακρώμια: Ελαφρώς τονισμένα.

Πλάτη : Ευθεία, ευρεία, μακριά και συμπαγής.

Οσφυϊκή χώρα: Ευρεία, ισχυρή, κοντή, πολύ ελαφρώς κεκλιμένη.

Καπούλια: Έντονα μυώδη, σχεδόν οριζόντια, χωρίς μεγάλη κλίση, αρκετά ευρεία και αρκετά μακριά.

Στήθος: Σχήματος οβάλ, ευρύ, καλά ανεπτυγμένο προς τα κάτω, διαμορφώνοντας μια εμφανή καρίνα μεταξύ των μπροστινών ποδιών, θώρακας αρκετά μακρύς, το στέρνο και η άκρες των ώμων ξεχωρίζουν, πλευρά σωστά προεξέχοντα, ούτε επίπεδα ούτε όμως να έχουν την μορφή βαρελιού.

Κάτω γραμμή και κοιλιά: Κάτω γραμμή σχεδόν οριζόντια, το κάτω μέρος του στήθους καλά ανεπτυγμένο προς τα κάτω, πλευρά πλήρης, φαρδιά και με σωστή ανάπτυξη, κοιλιά πολύ ελαφρώς πτυχωμένη.

ΟΥΡΑ: Μακριά, δυνατή, παχιά, τοποθετημένη ψηλά, σε συνέχεια της ραχιαίας γραμμής, εκλεπτύνει βαθμιαία προς την άκρη της, φέρεται σε μορφή σπάθα, κατά την κίνηση κυρτώνει ωραία επάνω από την ραχιαία γραμμή, δεν πρέπει ποτέ να κουλουριάζει ή να στρίβει πλάγια. Το κάτω μέρος της ουράς είναι εφοδιασμένο με πιο σκληρή τρίχα, περίπου 5 εκατ. μακριά, η οποία γίνεται σταδιακά κοντύτερη προς την άκρη της.

ΑΚΡΑ

ΕΜΠΡΟΣΘΙΑ ΑΚΡΑ:

Σφαιρική άποψη: Έντονα μυϊκά, ισχυρά εμπρόσθια άκρα, ίσια και τελείως παράλληλα.

Ώμοι: Μακριοί, σωστά κεκλιμένοι, έντονα μυώδεις και χωρίς να δίνουν την εντύπωση υπερφόρτωσης.

Ανώτερος βραχίονας: Μακρύς, κεκλιμένος διαμορφώνοντας σωστή γωνίωση με το τμήμα του ώμου.

Αγκώνας : Σωστά τοποθετημένος, χωρίς να στρέφετε προς τα μέσα ή έξω.

Αντιβράχιο: Ίσιο, με ισχυρό στρογγυλό κόκαλο.

Καρπός: Σταθερός.

Μετακάρπιο: Εύρωστο, κατακόρυφο βλέποντας το από μπροστά, με μικρή κλίση προς τα εμπρός βλέποντας το από τα πλάγια.

Εμπρόσθια πέλματα: Συμπαγείς, πολύ στέρεα, χωρίς τα δάχτυλα να στρέφονται προς τα μέσα ή έξω δάχτυλα σωστά κεκλιμένα, σωστές και σφιχτές αρθρώσεις (πόδια γάτας) παχιά στερεά μαξιλάρια κοντά ισχυρά νύχια.

ΟΠΙΣΘΙΑ ΑΚΡΑ:

Σφαιρική άποψη: Συμπαγή, με δυνατούς μύες, σε ισορροπία με τα εμπρόσθια άκρα, βλέποντας τα από πίσω τελείως παράλληλα, ούτε κλειστά ούτε ανοικτά.

Ανώτερος μηρός: Καλού μήκους και έντονα μυϊκός.

Μηροκνήμιο (γόνατο): Σωστής γωνίωσης , χωρίς να στρέφετε προς τα μέσα ή έξω.

Κατώτερος μηρός: Αρκετά μακρύς και έντονα μυϊκός.

Ταρσός: Συμπαγής, κοντά στο έδαφος και σωστά γωνιωμένος.

Μετατάρσιο (οπίσθιο): Ισχυρό και κοντός.

Οπίσθιο πέλμα: Όπως το μπροστινό πέλμα.

ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΣ-ΚΙΝΗΣΗ: Η αξιολόγηση της ιδιαίτερα χαρακτηριστικής κίνησης του Bloodhound είναι εξαιρετικά σημαντική. Στον κανονικό βηματισμό του, τον τροχασμό (trot), η κίνηση είναι ακόμη και με μετρημένα τα βήματα, ελαστική και ελεύθερη, καλύπτοντας περισσότερο έδαφος από οποιοδήποτε άλλον ιχνηλάτη και πολύ χαρακτηριστική για την φυλής, στρωτή αλλά χωρίς μπασκουλάρισμα. Τα οπίσθια πόδια κινούνται σωστά προς τα πίσω, δίνοντας σωστή ώθηση από τα οπίσθια άκρα, η έκταση της κίνησης των πρόσθιων και οπίσθιων άκρων είναι ίση και με την ραχιαία γραμμή να παραμένει οριζόντια. Τα άκρα κινούνται παράλληλα ενώ σε μεγάλες ταχύτητες έχουν σχεδόν ίσια πορεία. Η ουρά φέρεται ψηλά όπως μια σπάθα χωρίς όμως η καμπύλη να γίνεται πάρα πολύ έντονη. Το Bloodhound πρέπει να είναι ικανό σε έναν παρατεταμένο τροχασμό για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να παρουσιάζει σημάδια κούρασης.

ΔΕΡΜΑ: Εύπλαστο σε όλο το σώμα, χαλαρό και ελαστικό. Το λεπτό, πολύ χαλαρό και άφθονο δέρμα στο κεφάλι, είναι πολύ χαρακτηριστικό. Στο μέτωπο και τις πλευρές του προσώπου, το δέρμα διαμορφώνει πτυχές που κρέμονται και που είναι ακόμα πιο εμφανής όταν το κεφάλι είναι φέρεται χαμηλά. Εντούτοις οι υπερβολικές ρυτίδες και οι πτυχές στο μέτωπο και τα φρύδια δεν πρέπει ποτέ να εμποδίζουν τα μάτια. Πτυχές δέρματος στο σώμα εξαιτίας υπερβολικού δέρματος δεν είναι επιθυμητές.

ΤΡΙΧΩΜΑ

ΤΡΙΧΑ: Στο σώμα, η τρίχα είναι κοντή, πυκνή, αρκετά σκληρή και στεγανή. Στο κεφάλι και τα αυτιά η τρίχα είναι πολύ κοντή και μαλακή στην αφή. Το κάτω μέρος της ουράς είναι εφοδιασμένο με λίγο μακρύτερη και πιο χονδροειδή τρίχα.

ΧΡΩΜΑ: Υπάρχουν τρία ευδιάκριτα χρώματα τριχώματος: το δίχρωμο, μαύρο και μπρούτζινο, συκώτι και μπρούτζινο και το μονόχρωμο κόκκινο.

Μεταξύ των μαύρων και μπρούτζινων σκυλιών το ποσοστό μαύρου ποικίλλει, ανάλογα με το εάν (το μαύρο) είναι μανδύας ή σέλα. Στα σκυλιά με μανδύα, το μαύρο είναι κυρίαρχο: το μπρούτζινο (κιτρινόφαιο) βρίσκεται μόνο στο ρύγχος, τα μάγουλα, επάνω από τα μάτια, στο στήθος, στα άκρα και την πρωκτική περιοχή. Στα σκυλιά με σέλα το μπρούτζινο έχει μια μεγαλύτερη έκταση επειδή το μαύρο περιορίζεται στη περιοχή της ράχης.

Την ίδια περίπου κατάσταση χρωματικών ζωνών βρίσκουμε στα δίχρωμα συκώτι και μπρούτζινο. Τα χρώματα δεν είναι πάντα σαφή ούτε πλήρως ευδιάκριτα. Στις σκοτεινότερες περιοχές, είναι δυνατό να βρεθούν διάσπαρτες ανοιχτόχρωμες τρίχες. Αυτό το μίγμα διαφορετικών χρωματισμένων τριχών επιτρέπεται.

Για τα μονόχρωμα κόκκινα, το κόκκινο μπορεί να ποικίλει από ανοικτό κόκκινο ως σκούρο κόκκινο.

Το ξεπλυμένο, μπρούτζινο για τα δίχρωμα, ή κόκκινο (ξεπλυμένο) για τα μονόχρωμα δεν είναι επιθυμητό.

Λίγο άσπρο στον θώρακα, στα δάχτυλα και στην άκρη της ουράς ανέχεται χωρίς να είναι επιθυμητό.

ΜΕΓΕΘΟΣ ΚΑΙ ΒΑΡΟΣ:

Ύψος στο ακρώμιο: το ιδανικό ύψος είναι

68 εκατ. για τα αρσενικά.

62 εκατ. για τα θηλυκά.

ανοχή περίπου 4cm.

Βάρος: αρσενικά περίπου 46 - 54 κλ.

θηλυκά περίπου 40–48 κλ.

Το ύψος και το βάρος πρέπει να βρίσκονται σε ισορροπία.

ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ: Οποιαδήποτε απόκλιση από τα προηγούμενα σημεία πρέπει να θεωρηθεί ελάττωμα και η σοβαρότητα με την οποία το ελάττωμα αυτό θα πρέπει να αξιολογηθεί, πρέπει να είναι στην ακριβή αναλογία με τον βαθμό απόκλισης του.

· Γενική εμφάνιση: Χονδροειδής, έλλειψη της τυπικής μορφής, ελαφριά κόκαλα πολύ υψηλά ή πολύ χαμηλά πόδια, τετραγωνική κατασκευή παρά ορθογώνια, έλλειψη αριστοκρατικού ύφους.

· Κεφάλι: Κρανίο ευρύ και ογκώδες ή υπερβολικά στενό ατροφικό μέτωπο, δέρμα στο μέτωπο που πέφτει πάρα πολύ προς τα εμπρός, ινιακή απόληξη όχι επαρκώς τονισμένη, έντονο μετωπιαίο στοπ, κοίλη ρινική κοιλότητα, ρύγχος κοντό και όχι αρκετά βαθύ, ανώτερα χείλια όχι αρκετά κρεμαστά.

· Μύτη και χείλια: Αποχρωματισμένα.

· Οδοντοστοιχία: Απώλεια δοντιών.

· Μάτια: Πάρα πολύ μικρά, πολύ βυθισμένα στις κόγχες κάτω βλέφαρο πάρα πολύ κρεμαστό, υπερβολικά ορατές βλεννογόνες μεμβράνες.

· Αυτιά: Πάρα πολύ κοντά, πολύ παχιά, τοποθετημένα επάνω από την γραμμή των ματιών, πολύ κοντά στο κεφάλι, πάρα πολύ επίπεδα.

· Λαιμός: Κοντός, λεπτός, μικρό λωγάνιον.

· Σώμα: Πολύ κοντό ή πολύ μακρύ, στήθος όχι καλά ανεπτυγμένο, όχι αρκετά ανεπτυγμένος θώρακας βλέποντας το από πλάγια, επίπεδος ή σχήματος βαρελιού, υπερβολικά αδύνατα ή κυρτά, καπούλια, κοιλιά υπερβολικά πτυχωμένη.

· Ουρά: Τοποθετημένη χαμηλά, ουρά μορφής σκίουρων, κυκλική ουρά, κατσαρωμένη ουρά, οζώδης (με ρόζους) ή συστριμμένη ουρά μορφής γάντζου ή αποκλίνουσα ουρά.

· Άκρα: Ανοιχτή ή κλειστή γωνίωση, κοντός ανώτερος βραχίονας, όχι κατακόρυφός βλέποντας τον από πλάγια (μπροστινά μηροκνήμιο πολύ κεκλιμένο ή πολύ αδύνατοι καρποί), επίσης βλέποντας το από μπροστά (να μην στέφουν τα πόδια προς τα μέσα ή έξω, αντιβράχιο που συστριμμένο , αγκώνες έξω κ.λπ.) ή βλέποντας το από πίσω (τα οπίσθια πόδια πάρα πολύ κοντά μεταξύ τους, πολύ ανοιχτά ή στραβά, ταρσοί πολύ κλειστοί μεταξύ τους ή ανοικτοί κ.λπ...) πλατιά, επίπεδα ή μορφής λαγοπόδαρου.

· Βηματισμός-κίνηση: Κοντή ή πολύ ανοιχτή κίνηση, μπερδεμένη, στρυφνή, περιορισμένος ή αφύσικος βηματισμός, κουνιστός βηματισμός, αδύναμη ώθηση από τα πίσω άκρα.

· Χρώμα τριχώματος: Ανοιχτόχρωμα ή ξεθωριασμένα χρώματα.

· Ιδιοσυγκρασία: Έλλειψη αυτοπεποίθησης ή συνεσταλμένη διοσυγκρασία)

ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ:

· Ιδιοσυγκρασία: Επιθετικός ή υπερβολικά ντροπαλός. Οποιοδήποτε σκυλί παρουσιάζει σημάδια φυσικής ανωμαλίας πρέπει να αποβάλλεται.

· Γενική εμφάνιση: Έλλειψη του τύπου της φυλής.

· Οδοντοστοιχία: Υπό ή προγναθισμός, συστριμμένο σαγόνι, συστριμμένο στόμα.

· Μύτη και χείλια: Αποχρωματισμένα ή ροζ οτιδήποτε άλλο εκτός από μαύρο στα μαύρα και μπρούτζινα σκυλιά, οτιδήποτε άλλο εκτός από καφετί ή μαύρο στα σκυλιά χωρίς τη μαύρη σέλα ή μανδύα.

· Μάτια: Ανοικτό κίτρινο (μάτια γερακιών).

· Χρώμα τριχώματος: Οποιαδήποτε χρώματα που δεν αντιστοιχούν σε εκείνα που περιγράφονται, πολύ μεγάλα άσπρα σημάδια, όπως άσπρο να ανεβεί μέχρι τους καρπούς ή τους ταρσούς, ή πάρα πολύ άσπρο στον θώρακα, άσπρα μπαλώματα οπουδήποτε αλλού εκτός από τον θώρακα, τα δάχτυλα και την άκρη της ουράς, όπως το άσπρο ρύγχος ή μια λευκάδα κ.λπ.

· Μέγεθος: Έξω από τα ανεκτά όρια.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τα αρσενικά ζώα πρέπει να έχουν δύο εμφανείς κανονικούς όρχεις που κατεβούν πλήρως στο οσχέων.