Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2006

Τα παπιά του μεσημεριού

Ένα μοναδικό κυνήγι

υδροβίων

Το ταξίδι αρκετά κουραστικό, περισσότερες από 5 ώρες να οδηγείς μονός σου, με μοναδική σκέψη στο μυαλό σου να φτάσεις το γρηγορότερο στα βαλτοτόπια του Αμβρακικού. Πέντε ώρες ανυπομονησίας, με σκέψεις και εικόνες προηγουμένων κυνηγιών από αναμετρήσεις σου με τις «σαΐτες» των ουρανών. Κρύα πρωινά και κοπιαστικά σούρουπα, που σε έχουν βρει μέσα στο βασίλειο των υδροβίων, να περιμένεις να ακούσεις αυτό το «θρόισμα» των φτερών τους στο αέρα και μετά σαν βέλη να παίρνουν από πάνω σου. Όλα αυτά έρχονταν στο μυαλό μου και δεν έβλεπα την ώρα να συναντήσω τον φίλο

και μέντορα μου στο κυνήγι των υδροβίων, τον Παντελή.

Ξεκινώντας το ταξίδι μου το πρωί υπολόγισα ότι θα έφτανα στην Άρτα λίγο πριν το μεσημέρι και έτσι θα είχα και λίγες ώρες ξεκούρασης πριν από το απογευματινό κυνήγι μας. Όμως φτάνοντας στο σπίτι του φίλου μου μισή ώρα περίπου έξω από την Άρτα, μια έκπληξη με περίμενε. Ο Παντελής ήταν ήδη «αρματωμένος» και «βρακωμένος», ενώ στο μηχανάκι του ήδη είχαν φορτωθεί δέματα από καλάμια, σχοινιά, όπλα, φυσίγγια, γιλέκα κλπ. Καλά καλά δεν πρόλαβα να βγω να τους χαιρετίσω και ανυπόμονα ο Παντελής είπε «δεν προβαίνουμε τώρα για χαιρετούρες, άλλαξε και πάρε μόνο ότι θα χρειαστεί για να κυνηγήσεις, τα υπόλοιπα θα τα ανεβάσουμε στο σπίτι το βράδι μετά το κυνήγι», «μα δεν είναι ούτε μία το μεσημέρι» του αποκρίθηκα. «Πάμε και ας τα λόγια» ήταν η χαμογελαστή απάντηση του, ενώ συνέχιζε να φορτώνει με διαφορά πράγματα το ηρωικό «παπάκι» του. Δεν χρειάζονταν να ζητήσω περισσότερες εξηγήσεις, όταν ένας άνθρωπος σαν τον Παντελή που

έχει γεννηθεί και μεγαλώσει μέσα στον βάλτο και το μοναδικό κυνήγι που ξέρει (και ξέρει πολύ καλά) είναι τα παπιά λέει πάμε, τότε πρέπει να πας. Σε λίγα λεπτά χωμένος μέσα στην βράκα (μπότες στήθους) και προσπαθώντας να συνηθίσω να περπατώ με αυτή μετά από πολύ καιρό, κατέβαινα τα σκαλιά του σπιτιού. Αφού καταφέραμε δυο άτομα με πλήρη «εξοπλισμό μάχης» και ένα μεγάλο δέμα με καλάμια, σχοινιά και άλλα, να ανέβουμε στο μηχανάκι, ξεκινήσαμε για τον κοντινό βάλτο.

Δεν είχαν περάσει παρά μόνο λίγα λεπτά όταν φτάσαμε στα πρώτα σπαρμένα χωράφια και το «παπάκι» από δίτροχο έγινε 4Χ4, με τον παντελή να το οδηγεί με μαεστρία ακόμα και μέσα στα υγρά οργωμένα χωράφια. Μετά από λίγο φτάσαμε στο μέρος που θα αφήναμε το μηχανάκι και θα παίρναμε την «γκλάβα» (βάρκα με σχεδόν ίσια γάστρα κατάλληλη για τον βάλτο). Αφού φορτώσαμε ότι κουβαλούσαμε στην γκλάβα, θαύμαζα τον φίλο μου για την επιδεξιότητα που οδηγούσε όρθιος μέσα από τα μικρά υδάτινα μονοπάτια, την βάρκα προς τον ανοιχτό βάλτο. Όλες αυτές τις μέχρι τώρα διαδικασίες, στα αρκετά εδώ και χρόνια κυνήγια μου στο βάλτο τις είχα κάνει παρά πολλές φορές, η ώρα όμως που ξεκινούσαμε για κυνήγι παρέμενε για μένα μυστήριο. Απάντηση σε αυτό ήρθε να δώσει ο Παντελής λίγο πριν βγούμε έξω από τον χορταριασμένο βάλτο. «Απ’ το πρωί μιας και θα ερχόσουνα βγήκα να δω τι γίνετε σε αυτό το μέρος, εδώ μπροστά μας έχω να κυνηγήσω πάνω από 2 βδομάδες και τα πουλιά είναι «άκαυτα», στα ανοιχτά πρέπει να βρίσκονται πάνω από 2-2,5 χιλιάδες παπιά, μικρά και μεγάλα, αν τα προγκήξουμε τώρα, φτιάξουμε φυλάχτρες και έχουμε υπομονή, το ένα δέκατο από αυτά να γυρίσουν στο «μέρος τους», θα μπουν πάνω από 250 παπιά». Το σχέδιο απλά και γρήγορα είχε καταστρωθεί και πλήρως αναλυθεί, δεν έμενε από εμάς παρά να το υλοποιήσουμε.

Λίγα μέτρα μας απέμεναν από την άκρη των χλωρών καλαμιών και κοιτώντας κλεφτά προς τα ανοιχτά, χιλιάδες παπιά φαίνονταν εκεί μέσα. Μόλις βγήκαμε και εμείς στο καθαρό, σμήνη παπιών άρχισαν να σηκώνονται με βουή σχεδόν από όλες τις πλευρές. Ο Παντελής σπρώχνοντας γρήγορα την γκλάβα προσπαθούσε να φτάσει όσο γίνετε πιο γρήγορα κοντά τους, ενώ εγώ γέμιζα και τουφεκούσα στον αέρα. Αν και σχεδόν είχαμε φτάσει στο κέντρο του βάλτου και όλα τα παπιά είχαν φύγει, λίγα μέτρα πίσω από την γκλάβα, από μια μικρή συστάδα από αλμυρίκια, σηκώνεται ένα μικρό κιρκίρι «σγατζούρι» όπως στην Άρτα το λεν.

Αν και είχα ήδη ρίξει τις πρώτες 2 τουφεκιές μου στον αέρα, η τρίτη έκανε το παπί να πέσει λίγα μέτρα μακριά μας. «Ας’ το τώρα» ακούω το Παντελή να λέει, το «μαζεύουμε μετά, πάμε για τις φυλάχτρες». Δυο μεγάλα πλαστικά τελάρα απ’ αυτά για τα πορτοκάλια, βυθίστηκαν μέσα στο νερό, η γκλάβα ανέβηκε πάνω τους και με παλούκια και σχοινιά σταθεροποιήθηκε. Τα καλάμια που απ’ έξω είχαμε φέρει, στήθηκαν γύρω και πάνω της και μια τέλεια φυλάχτρα για δυο άτομα μετά από λίγα λεπτά ήταν έτοιμη. Αφού ταχτοποιηθήκαμε και κάναμε τις απαραίτητες «πρόβες», ο Παντελής κατέβητε και έφερε το σγατζουράκι που είχα προηγουμένως χτυπήσει.

Ο βάλτος μετά από όλη αυτή την φασαρία είχε μια ασυνήθιστη ησυχία, ανοίξαμε τον αχνιστό καφέ και περιμέναμε να αποδώσουν οι κόποι μας.

Είχε περάσει σχεδόν μια ώρα όταν ο Παντελής με μια ελαφρά αγκωνιά μου έδειχνε τον ορίζοντα. Δυο σφυριχτάρια έρχονταν προς εμάς κάνοντας κύκλους από πάνω μας. Οι εντολές ήταν σαφής, δεν τουφεκάμε αν δεν πλησιάσουν κοντά, αυτά όμως για όσους δεν έχουν σχεδόν ένα χρόνο να κυνηγήσουν παπιά. Και οι τρεις τουφεκιές μου έκαναν απλά τα παπιά να παν από κει που ‘ρθαν. Θέλοντας και μη, την επόμενη φορά θα έπρεπε να ήμουν πιο προσεκτικός και αυτή δεν άργησε να έρθει. Τρεις κουταλάδες και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερες προφυλάξεις έρχονταν προς την φυλάχτρα. Με τις πρώτες δυο τουφεκιές, μια από εμένα και μια από τον Παντελή, οι δυο έπεσαν ακαριαία, ενώ ο τρίτος έπεσε μετά την τρίτη ομοβροντία και των δυο μας. Δυστυχώς το τίμημα του να είσαι ντόπιος και εξαιρετικά εξοικειωμένος με τον βάλτο, είναι να φέρνει ο Παντελής τα χτυπημένα πουλιά στην βάρκα, την στιγμή που εγώ παρατηρούσα τον ουρανό. Πραγματικά το όλο σχέδιο του Παντελή λειτούργησε άψογα, αρκετά πουλιά γύρισαν εκεί που τα περιμέναμε και οι κάννες μας έμεναν συνεχώς ζεστές ως αργά το σούρουπο.

Η ημέρα άρχισε να δίνει την θέση της στην κρύα νύχτα, το σκοτάδι άρχισε να μας τυλίγει ακριβώς την ώρα που δέναμε την γκλάβα στην θέση της και με τους φακούς πλέον αρχίσαμε να φορτώνουμε το μηχανάκι για την επιστροφή μας. Από μακριά ακούσαμε τα σκυλιά του Παντελή που αναγνώριζαν το μηχανάκι του αφεντικού τους, να μας υποδέχονται με γαυγίσματα, ενώ η γυναίκα του είχε ήδη βγει στην πόρτα. Αφού ξεφορτώσαμε αρχίσαμε να καθαρίζουμε τα παπιά μόνο από τα έντερα τους. «Δεν πήγαμε και άσχημα σήμερα;» ρώτησε ο Παντελής, παίρνοντας την απάντηση μόνο από την έκφραση του προσώπου μου.

Το καλό τσίπουρο και το σπιτικό γαλοτύρι διπλά από το σχεδόν πυρωμένο τζάκι, μας περίμεναν, όπως και ώρες κυνηγοκουβέντας μέχρι σχεδόν να αδειάσει το μπουκάλι με το τσίπουρο και να πάμε για ύπνο, ονειροπολώντας την επόμενη αναμέτρηση μας με τις εκπληκτικές αυτές σαΐτες των ουρανών.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.