Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2006

Οι σαΐτες του χιονισμένου βοριά

Είχαμε ήδη μπει στον τελευταίο μήνα της κυνηγετικής

περιόδου και το σακάτεμα της μέσης μου, από τις πολύωρες αναζητήσεις των ορεινών μας περδίκων στο απόκρημνο και άγριο βασίλειο τους, με έχει καθηλώσει για περισσότερους από 2 μήνες από την καρεκλά στο κρεβάτι και αντίστροφα.

Μοναδική συντροφιά μου κάποια DVD τα οποία επέτειναν το μαρτύριο μου, μιας και μόνο στην τηλεόραση μπορώ να συναντώ τις μακρομύτες που τέτοια εποχή κανονικά θα κυνηγούσα. Και μέσα σε όλοι αυτή την μιζέρια ένα τηλέφωνο από τον φίλο μου τον Βαγγέλη έρχεται να αναταράξει τα σχεδόν μουχλιασμένα νερά της κυνηγετικής μου δραστηριότητας. Πολλές τσίχλες είχαν φανεί στα κοντινά μας μέρη και πολλοί ήταν αυτοί που εύκολα και γρήγορα έπιαναν το όριο κάρπωσης. Ο καιρός βεβαία ήταν αρκετά αγριεμένος, αλλά όσο και αν οι δικοί μου προσπάθησαν να με αποτρέψουν θυμίζοντας μου τι θα με περίμενε σε μια ενδεχόμενη υποτροπή της μέσης μου, δεν τα κατάφεραν. Η ώρα ήταν 5:30 όταν ο Βαγγέλης μαζί με τον Δημήτρη έφταναν έξω από το σπίτι μου και με υπομονή περίμεναν να φορτωθούν σίγα-σίγα τα πράγματα στο αυτοκίνητο. Μετά από μια διαδρομή περίπου μισής ώρας είμαστε όλοι έξω και σχεδόν έτοιμοι να ανεβούμε προς τα καρτερία. Ο βοριάς ήδη από το πρώτο φως της αυγής μας έδειχνε τα δόντια του και οι πρώτες νιφάδες χιονιού μας προειδοποιούν ότι μονό εύκολη δεν θα είναι η μέρα που ξημερώνει. Αφού πιάσαμε τα καρτέρια και ετοίμασα το απαραίτητο για την κατάσταση μου σκαμνάκι, περίμενα τα πρώτα πρωινά φαντάσματα. Αυτές τις τσίχλες που μέσα στην νύχτα παίρνουν μπροστά από τις κάνες και σου παίρνουν το όπλο. Αυτές τις «μαύρες» όπως ένας φίλος μου τις λέει. Αν και δυστυχώς αυτές οι τσίχλες κατά την προσωπική μου άποψη είναι και οι «νοστιμότερες» γιατί όταν παίρνεις μια τέτοια τσίχλα είναι σαν να έχεις πάρει 10 καρτεράτες, δεν μπόρεσα να πάρω παρά μόνο τρεις, μιας και η κατάσταση μου δεν μου το επέτρεπε να αναμετρηθώ μαζί τους όπως αυτά τα πρωινά φαντάσματα το απαιτούν. Ο καιρός συνεχώς αγρίευε και πλέον οι νιφάδες απείλησαν να κάνουν λευκό όλο το τοπίο, πέρα από τις ήδη λευκές φυλλωσιές των σκίνων, των πεύκων και κάποιων ακάλυπτων από τον βοριά ελαιόδεντρών. Τα πουλιά περνούν από τα καρτέρια αρκετά ψηλά και όχι στους αριθμούς που τουλάχιστον από τα λεγόμενα κάποιων φιλών περιμέναμε. Η ώρα περνά, έχει πλέον φτάσει 9 και ο αριθμός που κρέμεται στα κρεμαστάρια μας είναι μονοψήφιος. Ο καιρός όλο και χειροτερεύει και το χιόνι όλο και δυναμώνει. Και να, εκεί που το ψύχος περνούσε μέχρι το κόκαλο και τα χείλια μας είχαν αρχίσει να τρέχουν αίμα, μαζί με τις πυκνές νιφάδες χιονιού οι μέχρι τότε ακριβοθώρητες ουράνιες τσίχλες, σε μεγάλους πλέον αριθμούς κάνουν την εμφάνιση τους. Εκεί που ντουφεκάς μια, άλλες τρεις τέσσερις σε προσπερνούν αφήνοντας πολλούς από εμάς με ανοιχτά τα όπλα μη προβαίνοντας να γεμίσουμε. Αυτός βεβαία ο πανικός μπασίματος λειτούργησε αντιστρόφως ανάλογα όσο αφόρα την κάρπωση. Χιλιάδες φυσίγγια ριχτήκαν σε λίγες ώρες χωρίς όμως να έχουν και ανάλογα αποτελέσματα. Όχι βεβαία ότι όλοι όσοι μείναμε μετά τις πρώτες απογοητευτικές ώρες δεν αποζημιωθήκαμε, όμως όταν μετά πίνοντας τα απαραίτητα για το κρύο τσιπουράκια κάναμε την διαίρεση, αρκετοί ήμασταν αυτοί που έστω και αργά καταλάβαμε ότι για ακόμα μια φορά είχαμε νικηθεί από τις τσίχλες. Η κυνηγετική σαιζόν έφτανε στο τέλος της, δεν ξέρω για του υπολοίπους, αλλά για εμένα μετά από στέρηση 2 και πλέον μηνών η μέρα εκείνη μου φάνηκε όπως το Πάσχα, που μετά από νηστεία ημερών έρχεται ο οβελίας να ανακουφίσει την πεινά μας. Πάσχα έκανα εγώ εκείνη την μέρα σε μια μοναδική αναμέτρηση με τις σαΐτες του χιονισμένου βοριά.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.