Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2007

Κυνήγι αρκούδας στον Καναδά

Γράφει ο Γιάννης Πεσλής, που ζει και κυνηγά στην Αμερική, πώς κυνηγιέται η αρκούδα με τόξο.

Γκκκρρρ!

Κατάμαυρο τρίχωμα, με τις τρίχες του σβέρκου να στέκονται όρθιες, με αφρό να

στάζει από το στόμα της, είχε τα μάτια της καρφωμένα επάνω μου. Ήταν 10 παρά τέταρτο το βράδυ της 9ης Ιουνίου 1994. Ήμουνα ανεβασμένος στη σκαλωσιά μου πάνω από το δόλωμα και τώρα τρέμοντας προσπάθησα να διευκρινίσω ποιος ήταν ο κυνηγός και ποιος το θήραμα. Η πεντάχρονη θηλυκιά αρκούδα που ήρθε να φάει, μου ξεκαθάρισε την απορία μου, και το γεγονός ότι έπαιζα εκτός έδρας.

Μέσα μου σκεφτόμουνα, αν ήμουνα τρελός και τι προσπαθούσα να αποδείξω. Τι ήθελα εγώ, γέννημα

και θρέμμα Αγρινιώτης, που μένει στην Πενσυλβανία των ΗΠΑ, να βρίσκομαι τόσο βόρεια στο Τορόντο του Καναδά; Όχι μόνο κυνηγούσα αρκούδες, αλλά σα να μην έφτανε αυτό, ο τρόπος που κυνηγούσα ήταν με τόξο! Μη στεναχωριέστε ξέρω τι σκέφτεστε! Και ίσως μερικοί από σας να έχετε δίκιο. Αλλά από ότι έχω μάθει στη ζωή μου, μόνο ο ΤΟΛΜΩΝ ΝΙΚΑ! Βλέπετε έκανα και τέσσερα χρόνια ΛΟΚΑΤΖΗΣ. Εμείς οι περισσότεροι Έλληνες που δεν έτυχε να γεννηθούμε πλούσιοι, ίσως μπορέσουμε να κυνηγήσουμε με τους τυχερούς νοερά, με την αφήγηση μιας πετυχημένης εξόδου. Γιατί στο κυνήγι δε μετράει μόνο το πόσο θήραμα φέρνει κανείς αλλά και η καλή παρέα. Άλλο το κυνήγι και άλλη η δολοφονία των ζώων. Είμαι σίγουρος πως οι περισσότεροι κυνηγοί χαίρονται με το να δούνε το θήραμά τους και ας μην καταφέρνουν να το

φέρουν σπίτι μαζί τους.

Αλλά στην επιτυχία του κυνηγιού συμβάλλουν και άλλα στοιχεία, όπως επί παραδείγματι η Θεά Τύχη, που δε χαμογελάει σε όλους πάντοτε. Μπορεί όμως κανείς να την εκμηδενίσει, με το να κάνει τις προεργασίες και προετοιμασίες που χρειάζονται, με το σωστό τρόπο. Και το καλύτερο απ' όλα είναι η καλή παρέα. Πείτε μου σας παρακαλώ, ποιος μπορεί να ευχαριστηθεί κάτι τέτοιο, χωρίς την παρέα του;

Λοιπόν, εδώ στην κεντρική Πενσυλβανία που μένω από το 1974, έχω, λόγω επαγγέλματος, γνωρίσει πολλούς κυνηγούς. Και από ότι ξέρουμε όλοι μας, και από αυτούς υπάρχουν λογιών-λογιών. Μου αρέσει να απασχολούμαι όλον τον ελεύθερο χρόνο μου με το κυνήγι Σ' αυτόν τον πόθο μου, μου χαλάνε τα σχέδια το επάγγελμα, το πανεπιστήμιο, οι οικογενειακές και οι κοινωνικές μου υποχρεώσεις. Λέω σχολείο γιατί, επαγγελματίας πλέον με οικογένεια και παιδιά, προσπαθώ να τελειώσω τις σπουδές μου που άρχισα το 1975 (στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα). Γι' αυτούς τους λόγους δε μου μένει παρά λίγος καιρός για το κυνήγι, γι' αυτό πρέπει να είμαι εκλεκτικός με την παρέα που κυνηγάω, και έτσι με την πάροδο του χρόνου κατέληξα με μια παρέα. α

Έτσι που λέτε, φεύγουμε από εδώ, την τελευταία εβδομάδα του Μαΐου, κάθε χρόνο, μια παρέα γύρω στα 20 άτομα και κατευθυνόμαστε 14 ώρες βόρειά μας, στην περιοχή του Καναδά ονομαζόμενη Οντάριο. Πάμε τόσο βόρεια δε, που τα φυσικά χαρακτηριστικά των κατοίκων της περιοχής και τα ονόματα γύρω μας είναι όλα Ινδιάνικα ... Εκεί κάθε χρόνο μένουμε κοντά σε μια λίμνη που λέγεται KENOGAMI. Θα μπορούσατε να φανταστείτε έναν Έλληνα βαμμένο και με φτερά στο κεφάλι; Σκεφθείτε πού έφθασα για να κυνηγήσω μια αρκούδα.

Η παρέα μας διαιρείται στους μόνιμους, που πάνε για 2 1/2 εβδομάδες, και οι οποίοι προετοιμάζουν όλα τα δολώματα και τις υπόλοιπες μικρολεπτομέρειες με τους ντόπιους, και με μας τους υπόλοιπους που μας αποκαλούν οι πρώτοι ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ. Ο αρχηγός της κυνηγετικής αυτής παρέας είναι ο ΡΑUL DEAR­DORFF και κυνηγάμε στην επιτρεπόμενη περιοχή του ΜΑΡLΕ LEAF OUTFITTERS, με τον κύριο RONALD PENFOUND. Η πρώτη δουλειά του κάθε κυνηγού είναι η αγορά της άδειας. Για την αρκούδα το 1994, κόστιζε 123 δολάρια Καναδά. Μετά ξεφορτώνουμε τα φορτηγάκια μας και πιάνει ο καθένας μας το πόστο του. Η κάθε καμπίνα χωράει 4-5 άτομα. Λοιπόν την επόμενη ημέρα νωρίς σηκωνόμαστε και τρώμε (αχ, και να' χαμε λίγη πατσούλα), και αφού χωριστούμε στις ομάδες μας, αρχίζουμε τη δουλειά γεμίζοντας τα δολώματα. Έτσι, όχι μόνο βλέπει ο κάθε κυνηγός τη θέση του αλλά βλέπει και λεπτομέρειες με το δόλωμα ως και επίσης την κατάσταση του δολώματος. Αν δεν είναι φαγωμένο, ή αν είναι ως και τα μπουγέλα σπασμένα ξέρει τι ακριβώς να περιμένει. Σαν κυνηγοί πιστεύω πως νιώθετε την ανυπομονησία του καθενός να δει αν το δόλωμά του έχει χτυπηθεί και γερά κιόλας. Κάτι που πρέπει να σας αναφέρω είναι ότι κρατάμε λεπτομερείς πληροφορίες, για το κάθε δόλωμα και κάθε βράδυ που γυρίζει ο κάθε κυνηγός. Κάτι που δε σας προανέφερα, είναι το γεγονός ότι από πέρυσι απαγορεύτηκε το κυνήγι της θηλυκιάς σε περίοδο αναπαραγωγής, κάτι το οποίο εμείς πάντα αποφεύγαμε πάσα δυνάμει

Λοιπόν, κοντεύει 2 το μεσημέρι μέχρι να γυρίσουμε και είμαστε όλοι κατάκοποι. Τρώμε και μερικοί από μας ξαπλώνουν και μερικοί πάνε έξω για σκοποβολή. Οι πρωτάρηδες βάλλουν συνέχεια ανάμεσα στις καμπίνες όπου έχουμε στήσει ένα ομοίωμα-στόχο, αρκούδας. Γύρω στις 4.30 μμ μαζευόμαστε όλοι γύρω από την καμπίνα του Πωλ, και χωριζόμαστε και πάλι με τα τόξα στις θήκες και έτοιμοι για τη μεγάλη δοκιμασία. Το κάθε 4χ4 φορτηγάκι περνάει την ομάδα του και ο Θεός βοηθός. Σε αφήνουν στο σημείο που θα σε ξαναπάρουν 200 μέτρα κοντά στο δόλωμα και "Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα". Συνήθως ο κάθε πρωτάρης έχει κάτι να αποδείξει, μάλλον περισσότερο στον εαυτό του παρά στους άλλους. Το πόσο παλικάρι είναι και τι ατσάλινα νεύρα έχει. Και μόλις βλέπει την πρώτη αρκούδα του γύρω στις 10 παρά τέταρτο τη νύχτα, τότε ... Θυμάστε κάποτε πώς περιμέναμε τον πατέρα να έρθει σπίτι για να τις φάμε για κάποια αταξία; Τρέμουν τα πόδια σου ανεξέλεγκτα. Και από φόβο, και από λαχτάρα, και. ...

Ο κάθε κυνηγός στην παρέα μας έχει ένα συνδυασμό χρωμάτων στα βέλη του, τον οποίο δε μπορεί να έχει άλλος. Από ότι καταλαβαίνετε ο δικός μου συνδυασμός είναι δύο γαλάζια και ένα άσπρο. Η γραμμή των δολωμάτων είναι 30 μίλια μακριά από τις καμπίνες σχεδόν, και 2 με 3 μίλια μεταξύ τους. Δεν υπάρχει τρόπος, αλλά ούτε και μεγάλη δυνατότητα, μια λαβωμένη αρκούδα να περάσει από άλλον τοξότη. Συνήθως μένουν 30 με 40 μέτρα από το χτύπημα.

Για ελάτε μαζί μου αυτήν την περασμένη χρονιά να δείτε τι τράβηξα.

Το πρωί μετά το φαγητό, μας πήγε στη γραμμή, εμένα τον φίλο μου τον Πωλ και τον φίλο μου τον Τιμ, ο επονομαζόμενος Lirch. Αυτή τη φορά θα πήγαινα σε καινούργια και καλύτερη τοποθεσία. Μου δείξανε την είσοδο στο δόλωμα και μετά τα ίχνη από τις αρκούδες που φάγανε την προηγούμενη βραδιά. Μου ανάψανε τα αίματα όταν είδα την πατούσα μιας αρκούδας που ήτανε 5 1/2 ίντσες φάρδος. Όταν γυρίσαμε στην καμπίνα, όλοι πήγανε για ύπνο αλλά εγώ κατασκότωσα το ομοίωμα στη σκοποβολή. Μόλις ήρθε η ώρα να φύγουμε καθυστερήσαμε λίγο. Οι μάγκες είδανε πόσο μου άνοιξε η όρεξη και αφηνίαζα σαν τον Βουκεφάλα, και το κάνανε σκόπιμα για πλάκα. Εν τέλει φθάσαμε όμορφα και ωραία. Κατέβηκα, ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλο να τον φάει η αρκούδα (ωραίο πράγμα να πεις σε φοβητσιάρη, ε;) και κατέβηκα στο δόλωμα. Μόλις πλησίαζα το δόλωμα τι να δω; Τα ξύλα που είχαμε βάλει στα μπετόνια για να μην ανησυχούν το δόλωμα τα μικρότερα ζώα και πουλιά, όλα παραμερισμένα αλλά υπήρχε κι άλλο δόλωμα μέσα. Λες;

Το παραπάνω άρθρο έχει δημοσιευθεί και στο περιοδικό Κυνήγι και Σκοποβολή

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.