Τρίτη, 1 Μαΐου 2007

Κυνηγός και εκπαίδευση.

Άρθρο του Γιάννη Λόλα

Γνωρίζουμε όλοι την αντιπαράθεση και τον πόλεμο που μας γίνεται από τα διάφορα φιλοζωικά και οικολογικά σωματεία και οργανώσεις. Πότε θα πάψει επιτέλους αυτή η ομοβροντία εναντίον μας;

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, ένα ένα.

Το πρώτο που θα πρέπει να σκεφτούμε είναι κατά πόσο έχουν δίκιο σε όλα αυτά που μας καταμαρτυρούν.

Γίνεται όντως εξόντωση πληθυσμού θηραμάτων; Κινδυνεύουν όντως να χαθούν θηρεύσιμα είδη λόγω της αλόγιστης θήρευσης; Μπορεί όντως να χαρακτιριστούν προστατευόμενα κάποια είδη;

Και όμως. Ναι φίλοι μου. Ορισμένα είδη έχουν μειωθεί δραματικά. Και σε κάποια μέρη του τόπου μας, έχουν εξαφανιστεί. Η βασίλισσα του βουνού σε ορισμένα μέρη κινδυνεύει πραγματικά. Το αγριογούρουνο έχει εκδιωχθεί από τα μέρη του και κάποια ελάχιστα που έμειναν έχουν αλλάξει τόπο. Το αγριοκούνελο τα ίδια.

Πως να το κάνουμε, πρέπει να μπει κάποιο φρένο στην ασύδοτη θήρευση. Δεν είναι δυνατόν να κάνουμε “φουστανέλα” τα ορτύκια γύρω από τη μέση μας. Κάτι πρέπει να γίνει. Κάτι πρέπει να κάνουμε. Κάτι φταίει. Κάτι λείπει.

Όμως, τι είναι αυτό που μας λείπει σήμερα;

Μας λείπει η γνώση, η ενημέρωση, μας λείπει η εκπαίδευση.

Έχει ακουστεί κατά καιρούς ότι πρέπει να γίνεται εκπαίδευση των κυνηγών. Έγιναν και κάποιες προσπάθειες και κάποια βήματα. Αλλά όλα έμειναν στα λόγια και στα χαρτιά.

Σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε στον έμπειρο κυνηγό που οργώνει κυριολεκτικά τα βουνά χρόνια τώρα, έλα να περάσεις εκπαίδευση. Ούτε στο σεβάσμιο γεροντάκι που κάθεται υπομονετικά στο καρτέρι, άνοιξε το ιντερνετ να ενημερωθείς.

Μπορούμε όμως να εκπαιδεύσουμε τους νέους κυνηγούς. Τους νέους ανθρώπους που έρχονται με όρεξη και μεράκι να μπουν στην οικογένεια μας. Να μάθουν τον σεβασμό για το θήραμα. Την αγάπη για τη φύση. Την μετριοφροσύνη στην παρέα. Την υπακοή στους νόμους. Την φιλία με τους θηροφύλακες.

Πρέπει επιτέλους να γίνει σοβαρή δουλειά. Είναι πλέον επιτακτική η ανάγκη για εκσυγχρονισμό και βελτίωση της εικόνας του Έλληνα κυνηγού.

Και ας μην τα ρίχνουμε όλα στην κρατική μηχανή. Ας κοιτάξουμε τι πρέπει να κάνουμε μόνοι μας.

Η γνώμη μου είναι ότι πρωταρχικό ρόλο παίζουν οι σύλλογοί μας.

Πρέπει να πάρουν πρωτοβουλία για:

· Συχνές γενικές συνελεύσεις.

· Έκδοση ειδικών εντύπων και φυλλαδίων με θεματολογία που δεν πρέπει να είναι περιορισμένη και εξειδικευμένη. Τα έντυπά πρέπει να έχουν και χαρακτήρα επικοινωνιακό ώστε να προβάλλουν γενικά τη θήρα και το ρόλο των ελληνικών κυνηγετικών οργανώσεων.

· Ενημέρωση από επιστήμονες, κτηνιάτρους, δασολόγους, νομικούς.

· Να μάθει ο νέος κυνηγός πως θα είναι σε θέση να κυνηγήσει σωστά, να μην ενοχλεί άλλα είδη, αλλά και να μάθει τα θηρεύσιμα είδη πολύ καλά, ώστε να μην μπερδεύεται και χτυπά είδη που απαγορεύεται να κυνηγηθούν.

· Να μάθει ο νέος κυνηγός να μην δίνει αφορμές για αρνητικά σχόλια όλης της κυνηγετικής οικογένειας, αλλά επίσης να είναι σε θέση να υπερασπίσει με σοβαρά επιχειρήματα την ίδια την κυνηγετική του υπόσταση.

· Συμμετοχή του νέου κυνηγού (μέσω των κυνηγετικών οργανώσεων) σε κινήσεις βελτίωσης βιοτόπων και προστασία των ειδών της άγριας πανίδας.

· Εκπαίδευση με βάση αυτά που ο ίδιος ο κυνηγός χρειάζεται, θέματα που τον αφορούν, να νιώσει ότι συμβάλλει ενεργά στην διαδικασία της εκπαίδευσης.

· Να γίνεται αξιολόγηση των γνώσεων και της κατάρτισης του νέου κυνηγού, μετά το πέρας της εκπαίδευσης και σίγουρα πριν τις εξετάσεις για την άδεια θήρας.

· Μετά την άδεια θήρας, συνεχείς ενημερώσεις από τους συλλόγους μας, με έντυπα και φυλλάδια τόσο για τις αλλαγές της νομοθεσίας όποτε υπάρχουν, αλλά και για τα πληθυσμιακά σύνολα των θηρεύσιμων ειδών.

Και κάτι ακόμα που θα έλεγα ότι λείπει από πολλούς συλλόγους. Ο “Εκσυγχρονισμός” τους.

Δηλαδή η προβολή τους τόσο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (τύπος-ράδιο-τηλεόραση), όσο και στο διαδίκτυο, ώστε να είναι εύκολη η ενημέρωση όλων μας (κυνηγετικά θέματα-email).

Σουβλόπαπια

(Anas acuta)

Βασίλειο: Animalia

Συνομοταξία: Chordata

Υποσυνομοταξία: Aves

Κλάση: Vertebrata

Τάξη: Anseriformes Οικογένεια: Anatidae

Γένος: Anas

Είδος: A. acuta

Η σουβλόπαπια είναι ίσως ένα από τα πιο όμορφα είδη αγριόπαπιων που επισκέπτονται την χώρα μας. Ο σχεδόν κύκνειος λαιμός της με την χαρακτηριστική άσπρη κυματιστή λωρίδα που τον διατρέχει όπως και η χαρακτηριστική ουρά της, την καθιστούν όχι μόνο ένα από τα πιο όμορφα είδη αγριόπαπιας αλλά και ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα. Στην χώρα μας απαντάται με μια σειρά από τοπικές ονομασίες όπως θαλασσοπάπι, κιλκιρίκι, κιλκουϊρούκι, μαυρονούρα, σουβλακίδα, σουβλοκώλα, σφηνοκώλα, σουφλοκώλι, χελιδονάτη, χελιδονούρα, χελιδονωτό, ψαλίδα, ψαλιδωτό, ψαλιδονούρα κ.α.

Γεωγραφική εξάπλωση

Οι Σουβλόπαπιες είναι κατά κύριο λόγω μεταναστευτικό είδος με μια αρκετά μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση παγκοσμίως. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού βρίσκονται κυρίως στο βόρειο ημισφαίριο Ευρώπη, Ασία και Βόρεια Αμερική, ενώ τον χειμώνα μεταναστεύουν στο νότιο ημισφαίριο Αφρική, νότια Αμερική κλπ.

Οι μεγαλύτεροι αριθμοί του είδους αυτού στην Ευρώπη εμφανίζονται στο Dee στην Αγγλία, το Tejo στην Πορτογαλία, στο Γκουανταλκιβίρ στην Ισπανία και στον Ροδανό (Camargue) ποταμό στη Γαλλία, ενώ μεγάλοι πληθυσμοί του είδους συγκεντρώνονται και στην Κένυα.

Περιγραφή

Η Σουβλόπαπια είναι μια αρκετά μεγάλού μεγέθους αγριόπαπία αλλά αρκετά ελαφριά πάντα σε σχέση με το μέγεθός της.

Το μήκος μιας ενήλικης αρσενικής σουβλόπαπιας κυμαίνεται από 58,5 έως 76 εκατ. και έχει βάρος από 450 έως 1460 γραμμάρια.

Τα αρσενικά έχουν σκούρου καφεκόκκινο χρώματος κεφάλι και άσπρο στήθος. Το άσπρο αυτό χρώμα του στήθους είναι συνέχεια μιας χαρακτηριστικής άσπρης ράβδωσης που ξεκίνα από το επάνω πίσω μέρος του κεφαλιού τους και φτάνει ως το στήθος. Η πλάτη είναι ενδεδυμένη με μακριά μαύρα φτερά με ανοιχτόχρωμες άκρες, οι πλευρές και η κοιλία έχουν και αυτές διάστικτα μαυροάσπρα φτερά. Οι γλουτοί είναι μαύρου χρώματος ενώ μεταξύ των γλουτών και της κοιλίας μεσολαβεί ένα κιτρινωπού χρώματος μπάλωμα Ο καθρέφτης είναι πρασινωπού χρώματος με μια μαύρη ράβδωση και άσπρές τις πίσω άκρες. Ένα ακόμα πολύ χαρακτηριστικό των αρσενικών σουβλόπαπιων είναι τα αρκετά μακριά φτερά τις ουράς τους τα οποία μπορεί να φτάσουν σε μήκος ακόμα και τα 10 εκατ. το αρκετά αιχμηρό σουβλερό σχήμα αυτών των φτερών είναι αυτό που δίνει και το όνομά στο είδος (σουβλό-πάπια).

Στα ενήλικα θηλυκά το μήκος κυμαίνεται από 51 έως 63,5 εκατ. και το βάρους του από 454 έως 1135 γ. Τα θηλυκά έχουν ένα σχεδόν μονότονο θαμπό καφετό-γκρίζο χρώμα όπως και οι περισσότερες από τις θηλυκές αγριόπαπιες. Ένα χρώμα εξαιρετικά λειτουργικό το οποίο αποτελεί εξαιρετικό καμουφλάζ κατά το διάστημα της εκκόλαψης και ανατροφής των νεοσσών. Και τα θηλυκά όπως και τα αρσενικά διαθέτουν το χαρακτηριστικό αιχμηρό φτερό της ουράς με την διάφορα ότι το μήκος του είναι σχεδόν στο ένα τέταρτο το μήκος των αρσενικών.

Τα μάτια των σουβλόπαπίων είναι σκούρου καφετί χρώματος. Τα πόδια τους έχουν γκρίζο χρώμα ενώ το ράμφος τους είναι ανοιχτού μπλε προς γκρι χρώματος

Οι νεοσσοί έχουν ανάλογο χρωματισμό με αυτών των θηλυκών, αλλά ελαφρώς πιο σκούρο.

Αναπαραγωγή

Η εποχή ζευγαρώματος για τις Σουβλόπαπιες ξεκίνα στις αρχές Μαΐου και εάν για κάποιο λόγο η πρώτη γέννα καταστραφεί η θηλύκια θα αντικαταστήσει την χαμένη γέννα με μια καινούργια το αργότερο ως το τέλος Ιουλίου. Η Σουβλόπαπια ωριμάζει σεξουαλικά μετά την ηλικία του 1 έτους.

Στο ξεκίνημα της εποχή της αναπαραγωγής μεγάλες ομάδες αρσενικών θα επιδοθούν σε επίγεια αλλά και εναέρια ανεύρεση θηλυκών. Πολλές φορές θα δούμε μεγάλες ομάδες αρσενικών να πολιορκούν ένα θηλυκό, θέλοντας αυτό να τα αποφύγει θα ξεκινήσει μια μακρινή πτήση με απώτερο σκοπό ένα ένα τα αρσενικά να την χάσουν και αυτή να μείνει μόνη της με αυτό με το οποίο πρόκειται να ζευγαρώσει. Όταν αυτό συμβεί θα ξεκινήσει μια αρκετά ιδιαίτερη διαδικασία ερωτοτροπίας, σε αυτή το αρσενικό θα κολύμπα γύρω από το θηλυκό σφυρίζοντας με το κεφάλι του κάτω και την ουρά του ψηλά, θέλοντας να την εντυπωσιάσει. Το ζευγάρωμα γίνεται στο νερό.

Η Σουβλόπαπια θα γεννήσει τον Μάιο, στην φωλιά της η οποία συνήθως δεν είναι πολύ κοντά στο νερό, 7 έως 9 αυγά χρώματος πράσινο-κρεμ, γεννώντας συνήθως ένα αυγό ανά ημέρα. Η επώαση γίνεται μόνο από το θηλυκό και διαρκεί από 22 έως 24 ημέρες. Αφότου εκκολάπτουν οι νεοσσοί, η θηλύκια θα τα οδηγήσει στο νερό όπου θα ψάξουν για νεκρά έντομα στην επιφάνεια του. Οι νεοσσοί θα είναι έτοιμοι για την πρώτη τους πτήση μετά από 46 έως 47 ημέρες. Η οικογένεια θα μείνει μαζί έως ότου το θηλυκό ξαναβγάλει το φτέρωμα που έχει χάσει την εποχή της αναπαραγωγής και είναι πλέον ικανή να πετάξει μακριά από τους νεοσσούς της.

Συμπεριφορά

Οι Σουβλόπαπιες απαντώνται σε μεγάλα σμήνη ειδικά κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης τους. Μεταναστεύουν κινούμενα κυρίως τη νύχτα σε ομάδες μέχρι και μερικές εκατοντάδες παπιά. Κατά την μετανάστευσή τους διανύουν εκπληκτικές αποστάσεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση Θήρευσης στην Αγγλία Σουβλόπαπιας η οποία είχε δακτυλιώθει εννέα ημέρες νωρίτερα στον Καναδά.

Κατά την αναζήτηση της τροφής της θα βουτήξει το μπροστινό μισό του σώματος της ενώ το υπόλοιπο μισό και η ουρά θα είναι έξω από το νερό.

Έχουν γρήγορο πέταγμα και είναι επίσης ικανότατοι κολυμβητές και άριστοι δύτες.

Όταν κοιμούνται έχουν ανάλογη συμπεριφορά με τα άλλα είδη παπιών. Όπως το να κοιμούνται όρθια με το ράμφος τους πλαγιασμένο επάνω στα πίσω φτερά τους.

Είναι αρκετά κοινωνικό είδος εκτός από την εποχή αναπαραγωγής και θα την δούμε στους βιότοπους της μαζί με πολλά άλλα είδη αγριόπαπιων.

Σίτισης

Η σίτιση των Σουβλόπαπιων γίνεται κυρίως κατά τις νυκτερινές ώρες και διαρκεί έως νωρίς το πρωί. Αναζητούν την τροφή τους στα πλημμυρισμένα χωράφια με ρύζι σιτάρι, κριθάρι, βρώμη και άλλα δημητριακά. Η διατροφή τους κυρίως αποτελείται από όλα όσα παραπάνω αναφέραμε αλλά και σπόρους και μίσχους υδρόβιων φυτών, καθώς επίσης και από διάφορα μαλάκια, ψαράκια μικρά καρκινοειδή, έντομα και τις προνύμφες τους. Ακόμα τρέφεται με διαφορά είδη υδρόβιων σκαθαριών, μικρά ψαράκια όπως οι φοξινιοί και μικρά σαλιγκάρια.

Η σίτιση των νεοσσών κατά το πρώτο διάστημα της ζωής τους αποτελείται κυρίως από έντομα και ασπόνδυλα και αργότερα με σπόρους και διάφορα φυτά.

Βιότοπος

Ο Βιότοπος της Σουβλόπαπιας είναι τα διάφορα ρηχά ύδατα πεδινών κυρίως περιοχών, όπως λίμνες γλυκού νερού, αλλά και υφάλμυρου παράκτια έλη με τη έντονη βλάστηση και τα λασπώδη σημεία. Ρηχές λίμνες κοντά σε δασώδεις περιοχές ποτάμια, κανάλια και άλλοι ανάλογοι βιότοποι. Προτιμά τις περιοχές με την άφθονη βλάστηση γύρω από το νερό και πολύ σπάνια τις συναντούμε σε περιοχές με μεγάλα υψόμετρα ή την θάλασσα

Διάφορα

  • Στην Ελλάδα σε αντίθεση με παρά πολλές άλλες χώρες, απαγορεύονται για το κυνήγι της η χρήση οποιονδήποτε μέσων προσέλκυση, όπως ομοιώματα ηχητικοί κράχτες κλπ.

· Αποτελεί εξαιρετικό έδεσμα για όλους σχεδόν τους καλοφαγάδες και μπορεί να μαγειρευτεί με πολλούς και ιδιαίτερους τρόπους.

· Ο ευρωπαϊκός πληθυσμός των Σουβλόπαπιων έχει υπολογιστεί στα 200-300 χιλιάδες ζευγάρια

· Ιδιαίτερα σε στοιχεία της Αμερικανικής βιβλιογραφίας αναφέρεται ότι κατά την διάρκεια της εποχής του κυνηγίου της, οι κυνηγοί ξοδεύουν αρκετά χρήματα στις άδειες κυνηγιού, σε ταξίδια προς τις περιοχές μετανάστευση των αγριόπαπιων και γενικότερα συνεισφέρουν με ένα διόλου αμελητέο ποσό στις τοπικές οικονομίες.

· Σχεδόν τα τρία τέταρτα των νέων πουλιών θα ενηλικιωθούν ενώ λιγότερα από τα μισά θα καταφέρουν να αναπαραχθούν.

Εχθροί

Αν και το είδος παγκοσμίως δεν απειλείται παρόλα αυτά οι πληθυσμοί του είναι ελαφρώς χαμηλότεροι του επιθυμητού. Βασικοί εχθροί τους είναι τα περισσότερα από τα φτερωτά αρπακτικά όπως τα γεράκια, οι κουκουβάγιες, οι μπούφοι και οι αετοί. Επίσης μεγάλες απώλειες προκαλούν ιδιαίτερα στα αυγά και τους νεοσσούς και διάφοροι άλλοι καιροσκόποι θηρευτές όπως οι κουρούνες, οι γλάροι οι κίσσες, οι αλεπούδες οι ασβοί κλπ.

Βασικότερος όμως όλων, είναι η σχεδόν δραματική συρρίκνωση των πρωταρχικών βιοτόπων τους.

Θα πρέπει για ακόμα μια φόρα να τονίσουμε ότι στην μέχρι τώρα βιβλιογραφία, πουθενά δεν αναφέρεται το κυνήγι ως λόγος μείωσης του πληθυσμού της.

Η διαδικασία μάθησης

Άρθρο του Θωμά Πετρόχειλου

Η διαδικασία μάθησης δεν έχει αλλάξει στο σκύλο εδώ και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Είναι η ίδια διαδικασία με την οποία μαθαίνει ο λύκος, το τσακάλι ή το ινδικό αγριόσκυλο. Δεν υπάρχει ανεκπαίδευτος λύκος στην άγρια φύση, διότι το ρόλο του εκπαιδευτού, του δασκάλου του τον παίζουν τα μεγαλύτερα, ισχυρότερα και εξυπνότερα ζώα της αγέλης.

Μέσα από την διαδικασία αυτή μεταβάλλεται το σημερινό κουτάβι στο αυριανό χρήσιμο και έμπειρο μέλος της αγέλης και ίσως στο μελλοντικό της αρχηγό. Δεν υπάρχουν γενετικές διαφορές μεταξύ του σκύλου και του αγριόσκυλου, του τσακαλιού και του λύκου διότι αυτά τα είδη είναι δυνατόν να ζευγαρωθούν μεταξύ τους, οι δε απόγονοι τους να είναι απόλυτα γόνιμοι.

Το γεγονός ότι ο άνθρωπος προσφέρει τροφή και προστασία στο σκύλο γίνεται πλήρως κατανοητό από το κουτάβι διότι στην αγέλη των άγριων σκύλων, όλα τα κουτάβια φροντίζονται απ’ όλα ανεξαρτήτως των μέλη της αγέλης και ακόμα τους προσφέρεται τροφή από μέρος του περιεχομένου του στομαχιού των κυνηγών τη στιγμή που γυρίζουν από το κυνήγι και την οποία τροφή κάνουν εμετό για να την φάνε τα κουτάβια.

Οι βαθιές φωλιές στο έδαφος εξασφαλίζουν στα ζώα την προστασία από τα καιρικά φαινόμενα και από τους εχθρούς τους.

Η ελευθερία εξασφαλίζει το καθαρό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούνε, το συνεχές παιχνίδι μεταξύ των κουταβιών και των νεαρών ζώων, το οποίο πολλές φορές φτάνει και σε επικίνδυνα σημεία καθώς και το συνεχές κυνήγι όπως επίσης και οι μάχες με οποιεσδήποτε αντίπαλες ομάδες ή μεγαλύτερα αρπακτικά εξασφαλίζουν τη φυσική κατάσταση, την εξυπνάδα και προσαρμοστικότητα. Στην αρχή τα κουτάβια ζουν κοντά στη φωλιά, αλλά γρήγορα ο ζωτικός τους χώρος διερευνείται και συνεχώς ανακαλύπτουν νέες καταστάσεις και δεδομένα και έτσι γίνονται έξυπνα και βρίσκονται συνέχεια σε μια κατάσταση εγρήγορσης. Μέσα στο αίμα των κυνοειδών υπάρχει η ανταγωνιστικότητα η οποία εξασφαλίζει ότι τα ισχυρότερα ζώα βρίσκονται στη κορυφή, στην πυραμίδα της ιεραρχίας και τα ασθενέστερα στη βάση της. Αλλά επειδή η δύναμη της αγέλης και η μελλοντική της επιβίωση είναι τα κουτάβια, τα μεγαλύτερα ζώα της αγέλης τους συμπεριφέροντε με ανεκτικότητα στοργή, προστασία αλλά και αυστηρότητα η οποία όμως ποτέ δεν φθάνει την βαρβαρότητα.

Όταν όλα αυτά τα οποία είπαμε θελήσουμε να τα μεταφέρουμε στην επιλογή, φροντίδα και ανατροφή του κυνηγόσκυλου μας, μεταφράζονται ως εξής: Εμείς είμαστε εκείνοι οι οποίοι θα εξασφαλίσουμε στο κουτάβι μας και γενικότερα στα σκυλιά μας μια ζεστή και στεγνή για το χειμώνα και δροσερή για το καλοκαίρι φωλιά. Εμείς είμαστε εκείνοι οι οποίοι θα τηρούν αυτή τη φωλιά και τον περιβάλλοντα χώρο καθαρό, εμείς πρέπει να κοινωνικοποιήσουμε και να εντάξουμε το κυνηγόσκυλο μας σαν μέλος της αγέλης, μέσα στην οικογένεια μας. Εμείς πρέπει να εξασφαλίσουμε την άσκηση του σώματος και του πνεύματος του. Η διαμονή του σκύλου μας σε μια ταράτσα ή σε ένα μπαλκόνι επάνω στο τσιμέντο με ένα υποτυπώδες σκυλόσπιτο και μία ελάχιστη επαφή με τον ιδιοκτήτη τους δεν εξασφαλίζει καμία από τις συνθήκες τις οποίες προανέφερα και δημιουργεί κάτι ξένο προς τη φύση.

Δημιουργεί ένα ανεκπαίδευτο δισπρόσωπο, αντικοινωνικό και χωρίς καμία εξυπνάδα και ενδιαφέρον, βρώμικο κα άρρωστο ζώο τις περισσότερες φορές το οποίο χρειάζεται τεράστιες προσπάθειες για να επανέλθει στη φυσιολογική του κατάσταση ιδίως όταν έχει περάσει έτσι τους πρώτους μήνες της ζωής του που σε αντιστοιχία με τον άνθρωπο είναι αρκετά από τα πρώτα χρόνια της ζωής του.

Ούτε μια μέρα δεν πρέπει να περνάει που το κουτάβι μας να μην έχει επαφή με μας με καινούργιες παραστάσεις με τη φύση και εί δυνατόν με το θήραμα.

Θα επιλέξουμε το κουτάβι μας όχι μόνον από τις καλύτερες γραμμές αίματος αλλά και από γονείς που έχουν έμπρακτες αποδείξεις της ικανότητας τους στο βουνό στο δάσος και στο κάμπο, έχουν αποδείξει ότι μπορούν να εργάζονται πολλές κυνηγετικές ώρες και πολλές κυνηγετικές μέρες σε διαφορετικά εδάφη ανακαλύπτοντας με τρομακτική ευχέρεια το θήραμα χρησιμοποιώντας τη μύτη τους, το μυαλό τούς και την διαίσθηση τους, προσφέροντας στους ευτυχείς ιδιοκτήτες τους, άσκηση , θέαμα ευψυχία, ζωή.

Διαλέγουμε ένα κουτάβι το οποίο, ερωτευόμαστε με την πρώτη ματιά, δεν πρέπει να έχει ίχνη δειλίας, στα μάτια του πρέπει να καθρεφτίζεται το θάρρος, η εξυπνάδα, η εμπιστοσύνη και η αγάπη για τον ιδιοκτήτη του. Το σώμα του πρέπει να είναι ρωμαλέο και υγιές, ο τρόπος που φερμάρει τι θήραμα από 35 και 40 ημερών πρέπει να είναι τέτοιος, ώστε να μας εξασφαλίζει το κυνηγετικό του πάθος και την ποιότητα. Όταν δε έρθει σε επαφή με το θήραμα, πρέπει να το αρπάξει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό.

Στην άγρια φύση όταν μια αγέλη αγριόσκυλων, κυνηγάει ένα κοπάδι φυτοφάγα, εφαρμόζει την εξής τακτική: πλησιάζει το κοπάδι με τις αντιλόπες π.χ. τόσο ώστε να μην τις στρέψει σε άτακτη φυγή αλλά να τους προκαλέσει κάποια ανησυχία και να τις κάνει να μετατοπιστούν. Το ίδιο πράγμα επαναλαμβάνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπει η αγέλη των φυτοφάγων σε μία κίνηση η οποία αρχίζει με 20km και σιγά σιγά η ταχύτητα της καταδίωξης αυξάνει μέχρι του σημείου ο αρχηγός της αγέλης να εντοπίσει το ζώο το οποίο θα μπορούσε με το σώμα του να θρέψει τον αριθμό των σκύλων της αγέλη του οποίου θα προκαλούσε σε αυτήν τις λιγότερες απώλειες. Τότε συγκεντρώνεται η προσοχή στο συγκεκριμένο ζώο, αυξάνεται η ταχύτητα της καταδίωξης στα 55km την ώρα, το καταδιωκόμενο ζώο δεν μπορεί να αναπτύξει μεγαλύτερη ταχύτητα διότι το πολύωρα κυνήγι το έχει εξασθενήσει. Τα αγριόσκυλα το προλαβαίνουν, αρπάζονται από απάνω του και το ρίχνουν κάτω με το βάρος τους. Επειδή δεν μπορούν να το σκοτώσουν στιγμιαία αποσπούν από αυτό κομμάτια κρέατος μέχρις ότου αυτό πεθάνει από αιμορραγία.

Εάν κάποιο νεαρό ζώο της αγέλης δεν υπακούει στον αρχηγό και αποφάσιζε να αυξήσει το ρυθμό της καταδίωξης άκαιρα, τότε τα θηράματα θα ανέπτυσσαν ταχύτητες πολλή μεγάλες και θα απέφευγαν τη σύλληψη, ενώ η αγέλη των αγριόσκυλων θα έμενε χωρίς τροφή.

Και για αυτό το λόγω γίνεται πλήρης κατανοητό από το νεαρό κυνηγόσκυλο μας ότι πρέπει να συνεργάζεται και να παίρνει εντολές από εμάς, που μας θεωρεί αρχηγό της αγέλης, για την στρατηγική, η οποία θα ακολουθηθεί ώστε να καταβληθεί το θήραμα. Πρέπει όμως αυτές οι οδηγίες και οι διορθώσεις να γίνονται κατά τέτοιον τρόπο και με τέτοια τέχνη ώστε να μην αφαιρούν ούτε μικρό μέρος από την κυνηγετική διάθεση του σκύλου μας. Για να γίνει αυτό κατορθωτό πρέπει ο σκύλος μας να έχει μάθει να μας υπακούει κα να σέβεται τις εντολές μας από πολύ πιο πριν, από την ΒΑΣΙΚΗ ΥΠΑΚΟΗ.

BILLY

FCI-Standard N°25 / 24.04.1997. / GB

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ : Κα Kincaid, πρόσφατα ενημερωμένο από το Δρ Paschoud.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: Τσομώκος Διομήδης

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ : Γαλλία.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΧΙΚΩΝ ΕΓΚΥΡΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ : 28.12.1973.

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ : Ιχνηλάτης.

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ F.C.I. : ομάδα 6 Ιχνηλάτες και συγγενείς φυλές.

τμήμα 1,1 μεγαλόσωμα κυνηγόσκυλα.

με τη εξέταση εργασίας.

ΓΕΝΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ : Σωστής κατασκευής κυνηγόσκυλο, δυνατό, αλλά ελαφρύ, εμπρόσθια άκρα ισχυρότερα από τα οπίσθια.

ΚΕΦΑΛΙ : Αρκετά ωραίο, σφριγηλό, μέσου μήκους.

ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΚΡΑΝΙΟΥ:

Κρανίο : Μέτωπο ελαφρώς θολωτό, όχι πολύ ευρύ, με αισθητή την ινιακή εξοχή.

Μετωπιαίο στοπ : Σωστά καθοριζόμενο.

ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ:

Μύτη : Καλά αναπτυγμένη, μαύρη ή καφετο-κόκκινη.

Ρύγχος : Σχετικά τετραγωνισμένο. Ρινικός κάλαμος αρκετά ευρύς, αρχικά ίσιος, έπειτα ελαφρώς κεκλιμένος, συγκρατημένα μακρύ.

Χείλια : Ελαφρώς ή καθόλου κρεμαστά, το ανώτερο χείλος καλύπτει το κατώτερο χωρίς να φαίνεται διογκωμένη η σάρκα, η γωνία των χειλιών συχνά ορατή.

Μάτια : Άγρυπνα, αρκετά ανοικτά και σκούρα, βλέφαρα μαύρα ή καφετί.

Αυτιά : Μέσου μεγέθους, τοποθετημένα σχετικά ψηλά για ένα γαλλικό κυνηγόσκυλο, σχετικά επίπεδα, στο χαμηλότερο μέρος τους στρέφουν ελαφρώς προς τα μέσα.

ΛΑΙΜΟΣ : Μέσου μήκους, σχετικά στρογγυλός, αρκετά ισχυρός, μικρό λωγάνιον ανεκτό.

ΣΩΜΑ :

Πλάτη : Σχετικά ευρεία, ισχυρή, ελαφρώς κεκλιμένη.

Οσφυϊκή χώρα : Ευρεία, ελαφρώς κεκλιμένη.

Καπούλια: Κεκλιμένα.

Στήθος : Αρκετά βαθύ και αρκετά στενό.

Πλευρές : Επίπεδες.

Πλευρά : Αρκετά μακριά, με ελαφρές πτυχές.

ΟΥΡΑ : Μακριά, δυνατή, μερικές φορές ελαφρώς επενδυμένη με κροσσούς.

ΑΚΡΑ

ΕΜΠΡΟΣΘΙΑ ΑΚΡΑ: Ισχυρά, σε κάθετη θέση, επίπεδα οστά.

Ώμοι : Αρκετά μακριοί, κοντά στο στήθος.

ΟΠΙΣΘΙΑ ΑΚΡΑ :

Μηροί : Συγκρατημένα μυώδεις.

Ταρσός: Ελαφρώς κεκλιμένος, ευρύς και ισχυρός.

Πέλματά : Καλά αναπτυγμένα, σχετικά στρογγυλά δάχτυλα σφιχτά.

ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΣ-ΚΙΝΗΣΗ : Εύκολος καλπασμός.

ΔΕΡΜΑ : Λευκό, μερικές φορές με σκούρα καφετί ή σχεδόν μαύρα στίγματα, ωραίο και εύπλαστο.

ΤΡΙΧΩΜΑ

ΤΡΙΧΑ : Κοντή, σκληρή στην αφή, συχνά ελαφρώς τραχιά.

ΧΡΩΜΑ : Αμιγές λευκό ή λευκό-καφετί, ή λευκό με ανοικτά πορτοκαλί ή κιτρινωπά μπαλώματα ή μανδύα.

ΜΕΓΕΘΟΣ : αρσενικά: 60-70 εκατ.

θηλυκά : 58-62 εκατ.

ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ: Οποιαδήποτε απόκλιση από τα προηγούμενα σημεία πρέπει να θεωρηθεί ελάττωμα και η σοβαρότητα με την οποία το ελάττωμα αυτό θα πρέπει να αξιολογηθεί, πρέπει να είναι στην ακριβή αναλογία με τον βαθμό απόκλισης του.

ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ :

· επιθετικός ή υπερβολικά ντροπαλός

· ρινική κάλαμος πάρα πολύ κοντός, πάρα πολύ μακρύς ή πάρα πολύ λεπτός.

· Έντονος προγναθισμός, σκυλιά με προγναθισμό πρέπει να αυστηρώς να αποκλείονται, εντούτοις ένα σκυλί με ένα ελαφρό προγναθισμό (1/2 εκατ.) δεν πρέπει να αποβάλλεται.

· μαύρη ή κόκκινη τρίχα.

Οποιοδήποτε σκυλί που παρουσιάζει σαφείς φυσικές ή ανωμαλίες συμπεριφοράς θα πρέπει να αποκλείετε.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τα αρσενικά ζώα πρέπει να έχουν δύο εμφανείς κανονικούς όρχεις που κατεβούν πλήρως στο οσχέων.

Billy-Μπιλλυ

Ο γάλλος αριστοκράτης

Γράφει ο Θανάσης Κυριτσάκας

Το Μπίλλυ είναι ένας καθαρόαιμος γαλλικός ιχνηλάτης, όπως δείχνει και το χρώμα του, με πολύ παλιά αίματα. Δημιουργήθηκε το 1880 στην περιοχή του Πουατού απ’ τον M. Gaston Hublot du Rivault, ο οποίος του έδωσε το όνομα του κάστρου που κατοικούσε.

Ο Gaston Hublot du Rivault χρησιμοποίησε τρεις άσπρες σκύλες «Ceris» και ένα σκύλο «Laryes», δημιουργώντας τη βάση των ντόπιων ιχνηλατών της περιοχής του Πουατού, συμπληρώνοντας στη συνέχεια με αίματα σκύλου της Σαιντόνζης και «Montemboeuf».

Οι ιχνηλάτες «Ceris», «Laryes και «Montemboeufs», «Saintongeois», ήταν οι αρχαίες γαλλικές ράτσες που διατηρούσαν οι βασιλιάδες και ευγενείς, είχαν μεγάλη φήμη για τις εξαιρετικές κυνηγετικές τους ικανότητες εκείνη την εποχή και αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία των σημερινών «μεγάλων» ιχνηλατών.

Το Μπίλλυ έχει κοινή καταγωγή με το Πουατεβέν, το οποίο δημιουργήθηκε και αυτό στην ίδια περιοχή και περίπου την ίδια εποχή, αλλά από το Μπίλλυ λείπουν τελείως τα αγγλικά αίματα, είναι καθαρόαιμος γαλλικός σκύλος, που αναπτύχθηκε και διατηρήθηκε με αυστηρές προδιαγραφές τόσο μορφολογικά όσο και στη γραμμή αίματος των γαλλικών ιχνηλατών.

Το χρώμα του Μπίλλυ είναι λαμπερό άσπρο και πορτοκαλί και μερικές φορές στις αποχρώσεις του «καφέ με γάλα», πολύ ξεπλυμένες. Τα μάτια περικλείονται με μαύρο χρώμα, που το ίδιο έχει και η μύτη. Όλα τα παραπάνω χρωματικά χαρακτηριστικά είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη ράτσα.

Το Μπίλλυ έδωσε αίματα και στο Πορσελέν, που φαίνονται χαρακτηριστικά ιδιαίτερα στα χρώματα που έχει το Πορσελέν.

Αν και έχει κοινή καταγωγή με το Πουατεβέν, εν τούτοις το Μπίλλυ, σήμερα είναι διαφοροποιημένο: έχει πιο δυνατό σκελετό, μπροστινά πόδια πιο δυνατά, το κεφάλι είναι πιο στεγνό, με ένα βλέμμα πολύ χαρακτηριστικό αλλά ανεξήγητο. Η μουσούδα πιο κοντή, ο λαιμός πιο δυνατός και περισσότερο στρογγυλός. Σε γενικές γραμμές είναι λιγότερο κομψό και χαριτωμένο απ’ το Πουατεβέν.

Αν και γνώρισε μια ελάττωση στη δεκαετία του 1970-80, σήμερα η ράτσα βρίσκεται σε πολύ μεγάλη ανάπτυξη και ζήτηση.

Το Μπίλλυ έχει εξαιρετική μύτη, μεγάλη ικανότητα στο πλησίασμα του λαγού ή του αγριογούρουνου, με δυνατή και καθαρή φωνή. Είναι γρήγορο, θαρραλέο απέναντι στα μεγάλα ζώα, με επιμονή και μεγάλη αντοχή στις πολύωρες καταδιώξεις.

Αρχικά, στην παλιά εποχή, χρησιμοποιήθηκε για το κυνήγι του λαγού και στη συνέχεια στο ζαρκάδι, ελάφι και αγριογούρουνο. Τα σημερινά Μπίλλυ χρησιμοποιούνται περισσότερο απ’ τους κυνηγούς που κυνηγούν με το όπλο, το λαγό και το αγριογούρουνο (Chasse à tir) και λιγότερο για το έφιππο «μεγάλο κυνήγι» του ελαφιού ή του ζαρκαδιού.

Το ύψος στα αρσενικά είναι 60-70 εκατοστά και στα θηλυκά 58-62 εκατοστά.

Ο Θανάσης Κυριτσάκας Απαντά 1/5/07

Από κ Aristo

Πληροφορίες για beagles.

Αγαπητέ κύριε Κυριτσάκα. Θα ήθελα να μου δώσετε κάποιες πληροφορίες για τους ιχνηλάτες Beagles. Πως αυτοί εργάζονται; Αν είναι κατάλληλοι για τα δικά μας εδάφη; Και αν μπορούν να εργαστούν μόνοι τους χωρίς να είναι ομάδα;

Σας ευχαριστώ.

Απάντηση

Το Beagle στην πατρίδα καταγωγής του, την Αγγλία, χρησιμοποιείται στο κουνέλι, στο λαγό και στην αλεπού, σε ομάδα πολλών σκύλων. Παρόμοια χρησιμοποιείται και στη Γαλλία, το Βέλγιο και στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, στις οποίες συνήθως το κυνήγι των τριχωτών γίνεται με ομάδα ιχνηλατών και σπάνια με ένα ή δυο σκυλιά. Βέβαια κυνηγάει και μόνο του χωρίς κανένα πρόβλημα, ανάλογα πως θα μάθει από τη μικρή ηλικία.

Το κυνήγι του λαγού με ένα ή δυο ιχνηλάτες είναι πρακτικό σε μικρές και περιορισμένες περιοχές, αλλά στην Ελλάδα γενικώς οι εκτάσεις που κυνηγάμε είναι πολύ μεγάλες και ανοιχτές χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς, οπότε το ιδανικότερο θα ήταν η χρήση ομάδας ιχνηλατών με ελάχιστο αριθμό τα τέσσερα σκυλιά κατά την άποψή μου.

Το κυνήγι με ομάδα ιχνηλατών έχει άλλη κυνηγετική διάσταση, για τον κυνηγό, για τα σκυλιά και το λαγό. Είναι πιστεύω ο άριστος συνδυασμός ποιότητας και πρακτικής, που προσφέρει τη μέγιστη ικανοποίηση σε όλους, εκτός απ’ το λαγό βέβαια και κάνει το κυνήγι τέχνη και όχι μια απλή διαδικασία.

Το Beagle έχει άριστες σωματικές αναλογίες στο μέτρο του ύψους του, είναι γεροδεμένο, αθλητικό, δραστήριο, ενεργητικό με τάσεις εκρηκτικές ιδιαίτερα στην καταδίωξη, αλλά και στη συμπεριφορά. Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 37-42 cm για το αρσενικό και το θηλυκό. Το βάρος κυμαίνεται στα 17 kg. Υπάρχει και πιο μικρό μέγεθος 30-36 cm, τα λεγόμενα «Beagle της βασίλισσας Ελισάβετ»

Είναι στοργικός σκύλος, πανέξυπνος, τολμηρός, περίεργος, φιλικός, αλλά και φασαριόζος, άγριος όταν ενοχληθεί, ερεθίζεται εύκολα και αλητεύει εύκολα όταν ξεφύγει τον έλεγχο. Παρ’ όλα αυτά, γυμνάζεται πολύ εύκολα και στην υπακοή και στο κυνήγι.

Εχει πολύ καλή μύτη, είναι θετικός στον ντορό με επιμονή και υπομονή και διακρίνεται για το κυνηγετικό του πάθος. Μέση ταχύτητα λόγω της σωματικής διάπλασης, αλλά φοβερή αντοχή και ακούραστος στην καταδίωξη. Κυνηγάει σ’ όλα τα εδάφη χωρίς κανένα πρόβλημα.

Μια και το΄φερε η κουβέντα, στην Αγγλία γίνεται το παραδοσιακό κυνήγι του λαγού με Beagle, χωρίς όπλο, το ονομαζόμενο “Beagling”.

Χρησιμοποιούνται 30–40 σκυλιά, τα οποία ελέγχει ομάδα κυνηγών που τα ακολουθεί με τα πόδια, καθώς επίσης και πολλοί κάτοικοι της περιοχής που τους αρέσει να παρακολουθούν το κυνήγι, μερικές φορές 200 και πλέον άτομα. Τα σκυλιά όταν σηκώσουν το λαγό πρέπει να τον καταδιώξουν τόσες ώρες μέχρι να τον πιάσουν και μάλιστα το συγκεκριμένο λαγό που σήκωσαν πρώτο. Αυτό το κυνήγι διαρκεί ανάλογα 2 – 3 ώρες ή και παραπάνω και είναι πολύ δημοφιλές στους Άγγλους της επαρχίας.

Από κ Κώστα

Βαλκανικοί ιχνηλάτες

Κύριε Κυριτσάκα. Εδώ και αρκετά χρόνία αρκετοί φίλοι μου έχουν φέρει από διάφορες βαλκανικές χώρες διαφόρους βαλκανικούς ιχνηλάτες. Αυτό που έχω παρατηρήσει είναι ότι πολλοί λίγα από αυτά τα ζώα έχουν ευχαριστήσει τους κατόχους τους. Ειδικά όταν αυτά είναι μεγάλα σε ηλικία. Που αυτό οφείλεται; Είναι μήπως θέμα ηλικίας;

Απάντηση

Από τις βαλκανικές χώρες κ. Κώστα, οι μόνες που έχουν αναπτυγμένη κυνολογία και κυνοφιλία είναι όλα τα κράτη της πρώην ενωμένης Γιουγκοσλαβίας. Έχουν σε σύνολο εφτά καθαρόαιμες ράτσες ιχνηλατών αναγνωρισμένες επίσημα από τη Διεθνή Κυνολογική Ομοσπονδία (FCI) και διοργανώνουν τακτικά διεθνείς εκθέσεις μορφολογίας και αγώνες ιχνηλατών στο λαγό κυρίως.

Τα παραπάνω κράτη έχουν πολύ καλά καθαρόαιμα λαγόσκυλα και γουρουνόσκυλα, αλλά δεν τα πουλάνε εύκολα ή αντίθετα οι τιμές τους είναι πολύ τσουχτερές. Στην Ελλάδα ήρθαν κυρίως φτηνά σε τιμή σκυλιά και μέτριας κυνηγετικής ποιότητας, ημίαιμα κυρίως, χωρίς χαρτιά καθαροαιμίας κ.λ.π. Η μεγάλη ζήτηση από μέρους των Ελλήνων, αυτομάτως δημιούργησε ένα ανεξέλεγκτο σκυλεμπόριο, που εισήγαγε στη χώρα μας ότι χειρότερο και άχρηστο υπήρχε στα Βαλκάνια. Μόνο στην τύχη μπορούσε να βρει κανείς καλό ιχνηλάτη, σύμφωνα με τις κυνολογικές και κυνηγετικές προδιαγραφές, δηλαδή pedigree FCI, standard μορφολογίας, standard εργασίας, που συνθέτουν μια ισορροπημένη ράτσα ιχνηλάτη, με κυνηγετική ποιότητα.

Το θέμα ηλικίας που αναφέρετε ισχύει σαν κανόνας για όλα τα κυνηγόσκυλα. Ένα κυνηγόσκυλο, είτε πουλόσκυλο είναι, είτε ιχνηλάτης, ολοκληρώνεται κυνηγετικά στα 3-4 χρόνια της ηλικίας του και μόνο εφ’ όσον εκπαιδευτεί μεθοδικά όλα αυτά τα χρόνια κι επίσης αν διαθέτει ατομικές ικανότητες.

Ενας σκύλος με καλές προδιαγραφές, σχεδόν πάντα γίνεται καλός ή άριστος ιχνηλάτης, όμως μπορεί να καταστραφεί κυνηγετικά ή να αργήσει πολύ να ολοκληρωθεί, αν δεν εκπαιδευτεί σωστά, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα φταίει ο σκύλος και δεν χρειάζεται παραπάνω προσπάθεια, είναι καθαρά θέμα DNA.

Στατιστικά και πρακτικά οι καθαρόαιμες ράτσες, βγάζουν καλά και άριστα σκυλιά σε ποσοστό 80-90%, ενώ αντίθετα τα ημίαιμα βγάζουν καλά σκυλιά σε ποσοστό 10-20% και πολύ βάζω.

Δεν χρειάζεται μεγάλη φιλοσοφία για να καταλάβουμε το συμφέρον μας, το θέμα είναι απλό και φανερό.

Κοιτάξτε δίπλα μας τα πουλόσκυλα, υπάρχει κυνηγός στην Ελλάδα που να μην έχει καθαρόαιμο πουλόσκυλο;

Εμείς γιατί να μην έχουμε καθαρόαιμους ιχνηλάτες;

Από κ Σάκη

Καθαρόαιμα και ημίαιμα

Κύριε Κυριτσάκα θα ήθελα να σας ρωτήσω αν θα μπορούσα να βάλω μαζί με τα σκυλιά που ήδη έχω (ημίαιμα) και κάποια άλλα καθαρόαιμα μιας και είναι δύσκολο να αφήσω 2 έτοιμα σκυλιά. Και αν ναι πια ράτσα είναι η πιο κατάλληλη για να ταιριάσει με 2 τεσσάρων χρονών (γκέκικα);

Απάντηση

Ο βασικός κανόνας κ. Σάκη είναι ότι κάθε ράτσα ταιριάζει απόλυτα με τη ράτσα της. Υπάρχουν ράτσες που συγγενεύουν σε ορισμένα χαρακτηριστικά, αλλά πάντα έχουν διαφορές μεταξύ τους, οι οποίες συνοψίζονται στα παρακάτω στοιχεία.

· Σωματική και σκελετική δομή με διαφορετικό βάδισμα και ταχύτητα.

· Μύτη με διαφορές στην ικανότητα όσφρησης

· Φωνή και γάβγισμα με διαφορετική ένταση και χροιά.

· Ψυχολογία και φυσιολογία

· Γενική συμπεριφορά

· Τρόπος εργασίας διαφορετικός (ψάξιμο, πλησίασμα, ξεσήκωμα, καταδίωξη)

Όπως είναι φανερό είναι πολύ δύσκολο να ταιριάξουν όλα τα παραπάνω στοιχεία σε δυο διαφορετικές ράτσες, μόνο κατά προσέγγιση μπορούμε να βρούμε κάποια κοινά γνωρίσματα.

Στα ημίαιμα γενικώς έχουμε διαφορές από σκύλο σε σκύλο, γιατί δεν έχουν συγκεκριμένο standard εργασίας και μορφολογίας, ο καθένας είναι διαφορετικός και λειτουργεί σαν μεμονωμένο άτομο, οπότε είναι πιο δύσκολο να γίνει κάποιο ταίριασμα. Με αυτή την έννοια προσωπικά δεν μπορώ να σας προτείνω κάποια καθαρόαιμη ράτσα γιατί απλούστατα δεν γνωρίζω τον τρόπο εργασίας των 2 σκύλων σας, για να έχω μια βάση σύγκρισης. Γνωρίζω τον τρόπο εργασίας πολλών καθαρόαιμων φυλών, αλλά δεν γνωρίζω των 2 δικών σας, οπότε δεν μπορώ να προτείνω κάτι.

Όμως εσείς ο ίδιος γνωρίζεται καλά πως εργάζονται τα 2 σκυλιά σας και στην ηλικία των τεσσάρων ετών που είναι, σίγουρα έχουν σταθεροποιήσει τον τρόπο εργασίας τους και έχουν μια γενική κυνηγετική ισορροπία ενεργειών και συμπεριφοράς, οπότε πρέπει να δείτε ορισμένες καθαρόαιμες ράτσες σε DVD, για να βγάλετε τα συμπεράσματά σας, έστω και θεωρητικά, ποιες ταιριάζουν με τα 2 γκέκικα.

Στα καλογυρισμένα DVD, φαίνονται όλα τα μορφολογικά και κυνηγετικά στοιχεία της κάθε ράτσας, οπότε πιστεύω ότι θα σας βοηθήσουν πολύ.