Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007

Κυνηγώντας με το παλιό δίκαννο Η λιτή διάσταση του κυνηγιού

Τίποτα δεν συγκρίνετε με έναν απογευματινό καφέ στην βεράντα με θέα κάποια επιβλητικά βουνά πέρα από την καταγάλανη θάλασσα. Βυθισμένο το μάτι στο γαλαζοπράσινο αυτό φόντο και με την σκέψη μου να ανεβαίνει ασθμαίνοντας τις

βραχωτές αυτές πλαγιές, φυσικό είναι στο μυαλό να έρχονται διαφορές στιγμές από βιώματα του πρόσφατου ή μακρύτερου παρελθόντος. Ακριβώς διπλά μου ένα κυνηγετικό περιοδικό διαφήμιζε ένα πανάκριβο δίκαννο το οποίο «σκοτώνει» μόνο του. Ίσως αυτό να ήταν και η αιτία που στο μυαλό μου ήρθε η εικόνα ενός παλιού δίκαννου σχεδόν σκουριασμένου, με το κοντάκι μόλις και με τα βίας να συγκρατείται πάνω του. Παρόλα αυτά πολλοί από μας θα θέλαμε να έχουμε σηκώσει τις κάννες μας έστω και τις μισές φορές απ’ ότι αυτό έχει σηκωθεί στα εξαιρετικότερα θηράματα της χώρας μας.

Και να πως γνώρισα αυτό το όπλο.

Αν και η πρώτη ημέρα του κυνηγίου της πέρδικας της περσινής χρονιάς ήταν σχετικά απλόχερη μαζί μας, όπως η πορεία έδειξε, αποτελούσε μόνο μια μικρή παρένθεση στην κατά γενική ομολογία άσχημη περσινή περδικοχρονιά. Αδίκως περπατήσαμε δεκάδες χιλιόμετρα στα κακοτράχαλα βουνά μας αναζητώντας τις ρήγισσες τους στις βραχώδεις κορυφές τους και στα απρόσιτα γκρέμια τους. Αυτές παρέμεναν άφαντες. Η αισιοδοξία, η υπομονή, όπως και τα κουράγια μας είχαν φτάσει στα όρια τους, ώσπου ένας τσοπανάκος, φίλος του κουμπάρου μου, έβαλε τα γέλια όταν για ακόμα μια φορά μας είδε να κατεβαίνουνε άπραγοι από το βουνό. «Κι όμως οι πέρδικες είναι εκεί» μας είπε χαμογελώντας. «Σας βλέπουν και σας κάνουν πλάκα» συνέχισε. Ευτυχώς κατάλαβε εγκαίρως ότι δεν πρέπει να κάνεις πλάκα σε δυο κυνηγούς μετά από εννιά ώρες στο βουνό, κατάκοπους, διψασμένους και λίγο πριν τα όρια της θερμοπληξίας.

Όλα αυτά 28 Οκτώβρη και έχοντας παρατήσει γυναίκες και παιδία να βλέπουν την παρέλαση από την τηλεόραση. «Αύριο πρωί ελάτε να σας πάω» ήταν τα τελευταία του λόγια και χωρίσαμε περιμένοντας το αυριανό αντάμωμα.

Λίγο η κούραση και περισσότερο η απογοήτευση των προηγουμένων εξόδων, μας έκαναν να ξεκινάμε για να βρούμε τον τσοπανάκο χωρίς την καλύτερη διάθεση.

Η ώρα πέρασε και να που βρισκόμαστε σε έναν γνωστό -όπως νομίζαμε- τόπο, να ετοιμαζόμαστε να ξεκινήσουμε. Ο ήλιος, λες και αυτός να ήταν κουρασμένος, δεν έλεγε να βγει και μέσα στην νύχτα ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε σε μια πλάγια που την μια πλευρά της την έκλεινε ένα πυκνό και μετά από αυτό, κάποια εντυπωσιακά γκρέμια την έκοβαν απότομα. Ευλόγα και εγώ ρώτησα «που πάμε ρε Πετράκη; Τον έχουμε ξανά-πατήσει αυτόν τον τόπο και απ’ εδώ δεν βγαίνει πουθενά», «περπάτα και μην ρωτάς» ήταν η απάντηση του. Και να που μετά από λίγα μέτρα στο πυκνό, ένα σχεδόν «μονοπάτι» φάνηκε μπροστά μας. Το μονοπάτι αυτό οδηγούσε προς την άκρη του γκρεμού, εκεί έκανε ένα ανέβασμα και μετά πίσω από έναν βράχο κάποιες παλιές γιδόστρατες μας περνούσαν μέσα από τα γκρέμια. Μετά από πορεία περίπου μιας ώρας και λίγο πριν ο θεός φωτίσει την μέρα του, βρισκόμασταν με ένα μέρος που μεγάλες καθαρές πλάγιες και κάποιες φυσικές τάπιες απλώνονταν μπροστά μας. Εμείς καθίσαμε σε ένα καραούλι και μετά από λίγη ώρα το «αναπάντεχο» συνέβη. Δεν υπήρχε τάπια, δεν υπήρχε βράχος και καραούλι, να μην το λεν οι πέρδικες. Όπως ο χαμένος στην έρημο βλέπει μπροστά του μια όαση, έτσι και εμείς αισθανόμασταν αυτές τις στιγμές. Μετά από λίγο και ενώ το πρώτο κοπάδι έφυγε μόλις λίγα μέτρα κάτω από εμάς, ξεκινήσαμε ένα

υπέροχο κυνήγι και αν και «διψασμένοι» όπως είπα, φροντίσαμε να πιούμε όσο νερό έπρεπε, χωρίς υπερβολές. Άλλωστε το μέρος αυτό μας κράτησε «ζεστούς» σχεδόν για όλο το υπόλοιπο διάστημα μέχρι και την λήξη του κυνηγίου της πέρδικας.

Κάποια στιγμή σταματήσαμε για να ξεκουραστούμε σκυλιά και άνθρωποι. Ο Πετράκης κάθισε σε έναν βράχο, δίπλα του ακούμπησε το όπλο του και πάνω σε αυτό τις 2 πέρδικές που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε πάρει. Το μάτι μου εστίασε στον περήφανο Κότσο που έγερνέ πλέον το κεφάλι του πάνω στις κάννες του όπλου του Πετράκη. Η περήφανη πέρδικα αποσπούσε όπως ήταν φυσικό όλη την προσοχή μου, όμως το φόντο κάποια στιγμή άρχισε να γίνεται πιο καθαρό και σιγά σιγά να αποκαλύπτεταί κάνοντας με, σχεδόν να γουρλώσω τα μάτια μου. Μπροστά μου ήταν ακουμπισμένο ένα σχεδόν σκουριασμένο όπλο το οποίο φοβόσουν ακόμα και να ακουμπήσεις. Οποιαδήποτε ομοιότητα με ασφαλή όπλο ήταν ατυχής σύμπτωση. Κι όμως, επειδή ο χρόνος μου εμφάνισε το κυνηγετικό προφίλ του Πετράκη, μόνο ελέφαντα δεν είχε σημαδέψει το όπλο αυτό.

Δεκάδες πέρδικες, λαγοί, όλων των λογιών τα φτερωτά θηράματα και τα τελευταία χρόνια πολλά αγριογούρουνα, είχαν χτυπηθεί από αυτό το τόσο ταλαιπωρημένο όπλο. Δεν ήταν όμως μόνο το όπλο, αλλά και ο κάτοχος του, δεν είχε ιδέα για ορειβατικά παπούτσια, σκληρές σόλες, αναπνέοντα ρούχα και όλα αυτά που όλοι εμείς οι «γνώστες» κυνηγοί χρησιμοποιούμε κατά κόρον. Ένα ζευγάρι παλιά, σχεδόν σχισμένα άρβυλα με σόλα από λάστιχο αυτοκινήτου, ένα χιλιοτριμμένο παλιό τζιν παντελόνι, γερά όμως πόδια, καθαρά πνευμόνια και προπάντων γνώση του τόπου και του θηράματος, αρκούν και με το παραπάνω σε ανθρώπους σαν τον Πετράκη για να κυνηγήσουν.

Μια άλλη διαφορετική λιτή, απέριττη διάσταση του κυνηγιού, ανοίγεται μπρος στα μάτια σου γνωρίζοντας τέτοιους ανθρώπους.

Φεύγοντας από τις θύμησες αυτού του μοναδικού κυνηγίου ξανακοίταξα την ιλουστρασιόν διαφήμιση του πανάκριβου αυτού όπλου. Έκλείσα το περιοδικό, ένα μειδίαμα σχηματιστικέ στο πρόσωπο μου και η ματιά μου ξανά-βυθίσθηκε στον γαλαζοπράσινο φόντο της γαλήνιας θάλασσας.

Υ.Γ.

Σε κανέναν δεν θα πρότεινα να κρατάει στα χέρια του ένα ανάλογο όπλο. Απλά με το παραπάνω αφήγημα το οποίο σίγουρα αποτελεί μια ιδιαίτερη «υπερβολή», προσπάθησα να σας δείξω και την άλλή, την απλή, λιτή, απέριττη πλευρά του παραδοσιακού κυνηγίου. Η οποία αν συνδυαστεί και με την απαιτούμενη ασφάλεια, μπορεί να μας δώσει εξαιρετικές συγκινήσεις.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.