Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Συμμετοχή της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Μακεδονίας – Θράκης στο 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Οικολογίας

Το 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Οικολογίας πραγματοποιήθηκε από την Ελληνική Οικολογική Εταιρεία, την Ελληνική Βοτανική Εταιρεία και την Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία στην Αθήνα από 4-7 Οκτωβρίου 2012, στους χώρους της Πανεπιστημιούπολης Ιλισίων, με θέμα:
«Οικολογική Έρευνα στην Ελλάδα: τάσεις, προκλήσεις και εφαρμογές»
Συμετείχαν επιστήμονες από τα εκπαιδευτικά και ερευνητικά ιδρύματα της χώρας, τη Δασική Υπηρεσία και άλλους δημόσιους φορείς και περιβαλλοντικές οργανώσεις.

.
Η Κυνηγετική Ομοσπονδία Μακεδονίας - Θράκης συμμετείχε με τους επιστημονικούς της συνεργάτες με τέσσερις ανακοινώσεις και διένειμε δωρεάν την ετήσια έκδοση ΠΑΝ-ΘΗΡΑΣ σε περισσότερους από 150 συνέδρους.
Ειδικότερα παρουσιάστηκαν οι εξής εργασίες:
·        Αποτελεσματικότητα των χωρικών απαγορεύσεων θήρας στην πάταξη της λαθροθήρας
·        Προσφορά νερού στην πτηνοπανίδα με τη χρήση ποτίστρων
·        Διερεύνηση των μεθόδων για τη διάκριση ανήλικων – ενήλικων λαγών της Κύπρου
·        Οικολογία και διαχείριση πτηνών σε σύμπλοκο γεωργικού και υγροτοπικού μεσογειακού οικοσυστήματος

Οι περιλήψεις των ανακοινώσεων είναι οι εξής και αν κάποιος ενδιαφέρεται για περισσότερες πληροφορίες μπορεί να επικοινωνήσει με τα γραφεία της ΚΟΜΑΘ στο info@hunters.gr

---------------------------------------------------------------------------------------
Αποτελεσματικότητα των χωρικών απαγορεύσεων θήρας στην πάταξη της λαθροθήρας
Kωνσταντίνος Γ. Παπασπυρόπουλος, Χρήστος Κ. Σώκος, Περικλής Κ. Μπίρτσας

Η λαθροθήρα προκαλεί θνησιμότητα σε είδη της πανίδας, η οποία, σε μερικές περιπτώσεις, μπορεί να έχει επιπτώσεις και στους πληθυσμούς τους. Εκτός από τις οικολογικές, σημαντικές μπορεί να θεωρηθούν και οι κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις. Αυτές μπορούν να αναλυθούν: α) στη δαπάνη μεγάλων κεφαλαίων για θηροφύλαξη, β) στην πρόκληση αντικυνηγετικού αισθήματος στους πολίτες και γ) στην εφαρμογή υπερβολικών και ατεκμηρίωτων περιορισμών θήρας. Στο πλαίσιο αυτό, σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν να εξεταστεί εάν στις περιοχές όπου απαγορεύεται η θήρα, η λαθροθήρα αυξάνεται ή μειώνεται, σε σχέση με τις περιοχές όπου επιτρέπεται η θήρα.
Αυτό διερευνήθηκε με δύο μεθόδους. Στην πρώτη μέθοδο, χρησιμοποιήθηκε το αρχείο μηνύσεων της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Μακεδονίας & Θράκης για τις κυνηγετικές περιόδους 2009-2011 και συγκρίθηκε ο αριθμός των μηνύσεων που υποβλήθηκαν από τους Θηροφύλακες για πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν απώλειες σε πληθυσμούς (θανάτωση απαγορευμένου είδους, λαθροθήρα τη νύχτα, λαθροθήρα με παγίδες-θηλιές) και οι οποίες έλαβαν χώρα σε ελεύθερες και σε απαγορευμένες για τη θήρα περιοχές. Στη δεύτερη μέθοδο εκπονήθηκε και διανεμήθηκε ερωτηματολόγιο στους Ομοσπονδιακούς Θηροφύλακες της Μακεδονίας και Θράκης οι οποίοι κλήθηκαν να απαντήσουν σε ποιες περιοχές εκτιμούν πως η λαθροθήρα είναι υψηλότερη.          .         
Με βάση την πρώτη μέθοδο βρέθηκε πως ο αριθμός των μηνύσεων στις απαγορευμένες για τη θήρα περιοχές είναι ανάλογος με τον αριθμό των μηνύσεων που υποβάλλονται στις ελεύθερες περιοχές. Επιπλέον οι Ομοσπονδιακοί Θηροφύλακες έδωσαν ως κύρια απάντηση πως η λαθροθήρα αυξάνεται όταν μια περιοχή από επιτρεπόμενη γίνεται απαγορευμένη για τη θήρα.
Τα στοιχεία αυτά έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την ευρεία αντίληψη ότι απαγορεύοντας τη θήρα σε μια περιοχή μειώνεται η λαθροθήρα.

Προσφορά νερού στην πτηνοπανίδα με τη χρήση ποτίστρων
Χρήστος Καλαιτζής, Χρήστος Σώκος, Περικλής Μπίρτσας, Μαρία Σταματία Χλειουνάκη, Νίκος Δουλακάκης

Οι ποτίστρες για την άγρια πανίδα αποτελούν ένα διαχειριστικό μέτρο με ευρεία εφαρμογή στα πλαίσια της βελτίωσης των ενδιαιτημάτων σε ξηροθερμικές περιοχές. Στην παρούσα έρευνα εξετάστηκε η σημασία ποτιστρών που κατασκευάστηκαν και χρηματοδοτήθηκαν από κυνηγετικές οργανώσεις για την πτηνοπανίδα.
Η περιοχή έρευνας βρίσκεται εντός καταφυγίου άγριας ζωής στον Νομό Σερρών στην περιοχή του Χρυσού (14.500 στρ.) σε ιδιωτικές γεωργικές εκτάσεις. Το ανάγλυφο είναι ομαλό και το υψόμετρο κυμαίνεται από 68 έως 118. Η περιοχή καλύπτεται κυρίως από ξηρικές καλλιέργειες σιτηρών, μηδικής, ελιάς και αμπέλου. Μεταξύ των αγρών υπάρχουν φυτοφράκτες. Κατά τους θερινούς μήνες δεν υπάρχει επιφανειακό νερό στην περιοχή και κατά την περίοδο από Ιούνιο έως Οκτώβριο του 2011 δεν καταγράφηκαν κατακρημνίσματα, ενω η μέση θερμοκρασία ανήρθε στους 26°C. Οι ποτίστρες τοποθετήθηκαν μεταξύ τους σε απόσταση 250 έως 650 m. Για την αναγνώριση των πτηνών και θηλαστικών που επισκέφτηκαν τις ποτίστρες, τοποθετήθηκε στην περίμετρο των ποτιστρών και σε πλάτος ενός μέτρου μαρμαρόσκονη για να γίνεται εφικτή η αναγνώριση των ιχνών. Πραγματοποιήθηκαν συνολικά 11 επισκέψεις κατά την περίοδο 1/7-9/9/2011 και καταγράφηκαν τα είδη των πτηνών που επισκέφτηκαν 12 ποτίστρες δύο διαφορετικών τύπων (ανοικτού-κλειστού). Πιο συχνοί επισκέπτες ήταν η πεδινή πέρδικα, η καρακάξα, το τρυγόνι και ο κορυδαλλός. Ο τύπος ποτίστρας με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα για κάποια είδη πτηνών, όπως η πεδινή πέρδικα, ήταν ο ανοιχτός. Η μέση θερμοκρασία αέρα δεν βρέθηκε να επηρεάζει την επισκεψιμότητα των πτηνών στις ποτίστρες.
--------------------------------------------------------------------------------------

Διερεύνηση των μεθόδων για τη διάκριση ανήλικων – ενήλικων λαγών της Κύπρου
Μάριος Εύζωνας, Περικλής Μπίρτσας, Χρήστος Σώκος, Kωνσταντίνος Παπασπυρόπουλος

Ο χρόνος οστεοποίησης του χόνδρου της επίφυσης είναι δείκτης ενηλικίωσης του λαγού, ενώ το βάρος του κρυσταλοειδούς φακού είναι δείκτης ηλικίας. Στην έρευνα αυτή βρέθηκε πως η οστεοποίηση του χόνδρου της επίφυσης συμβαίνει σε λαγούς με ελαφρύτερο βάρος φακού σε σχέση με τους λαγούς της ηπειρωτικής Ελλάδας και Ευρώπης. Για τους λαγούς της Κύπρου πρέπει να αναζητηθεί άλλη σχέση ηλικίας και βάρους του φακού του οφθαλμού. Ο λαγός της Κύπρου είναι πιο μικρόσωμος από το λαγό της Ηπειρωτικής Ευρώπης, συνεπώς πρέπει να πραγματοποιηθεί έρευνα με ζώα γνωστής ηλικίας για την κατάρτιση του σχετικού μαθηματικού μοντέλου. 
Το μήκος του ποδιού έχει σαφή σχέση με την οστεοποίηση του χόνδρου της επίφυσης. Συνεπώς μπορεί να αποτελέσει ένα δείκτη αδρομερούς διάκρισης ανήλικων και ενήλικων ζώων, καθώς ο βαθμός οστεοποίησης παρουσιάζει σοβαρές αποκλίσεις από άτομο σε άτομο ως προς την ηλικία. Έρευνα με ζώα γνωστής ηλικίας θα μπορέσει να δώσει μια ακριβέστερη εκτίμηση της σχέσης ηλικίας και μήκους ποδιού.

Οικολογία και διαχείριση πτηνών σε σύμπλοκο γεωργικού και υγροτοπικού μεσογειακού οικοσυστήματος
Χρήστος Σώκος, Δημήτριος Βερεσόγλου, Ανδρέας Μαμώλος

Η καταστροφή και υποβάθμιση των υγροτόπων και η εντατικοποίηση της γεωργίας έχουν αναγνωριστεί ως οι κύριοι παράγοντες μείωσης πολλών ειδών της πτηνοπανίδας. Στην παρούσα έρευνα εξετάστηκε η σημασία ενός αλμυρόβαλτου και των γειτονικών καλλιεργειών για την πτηνοπανίδα. Διερευνήθηκε επίσης η σημασία της αγρανάπαυσης, των χέρσων εκτάσεων, όπως και των διαχειριστικών μέτρων των σπορών για την πανίδα και των φρεζαρισμένων αγρών.
Πραγματοποιήθηκαν απογραφές των πτηνών με τη μέθοδο των λωρίδων και καταγράφηκαν βιοτικοί και αβιοτικοί παράμετροι των οικοτόπων κατά το χειμώνα και την άνοιξη τεσσάρων ετών στο Αγρόκτημα του Α.Π.Θ..
Βρέθηκε ότι η ομοιότητα μεταξύ των περισσότερων οικοτόπων ήταν μικρή και πως ο συνδυασμός διαφορετικών οικοτόπων, αν και μικρής σχετικά επιφάνειας (μερικών εκταρίων), αυξάνει τον αριθμό των ειδών πτηνών στα αγροοικοσυστήματα και στους υγροτόπους. Ο αλμυρόβαλτος, η αγρανάπαυση και το χέρσο είχαν μεγαλύτερο αριθμό ατόμων και ειδών πτηνών σε σχέση με τα σιτηρά. Στον αλμυρόβαλτο ο πλούτος των ειδών οφείλονταν στις ακάλυπτες από βλάστηση κατακλυσμένες θέσεις και στο ποολίβαδο, ενώ η αφθονία οφείλονταν κυρίως στο ποολίβαδο. Η συμβολή της αλοφυτικής βλάστησης ήταν μικρή, καθώς ήταν φτωχή σε είδη και η αφθονία σε πτηνά ήταν η μικρή.
Ο αλμυρόβαλτος είχε τη μεγαλύτερη αξία για τη διατήρηση της πτηνοπανίδας και τη θήρα. Στις ακάλυπτες θέσεις οφείλονταν κυρίως οι αξίες αυτές του αλμυρόβαλτου. Αναλυτικότερα ως προς την αξία για τη διατήρηση, μετά το ακάλυπτο ακολουθεί η αγρανάπαυση και το χέρσο, έπειτα τα σιτηρά και το ποολίβαδο, ενώ τη μικρότερη αξία έχει η αλοφυτική βλάστηση. Ως προς τη θηραματική αξία μετά το ακάλυπτο ακολουθούν η αλοφυτική, η αγρανάπαυση και τα σιτηρά, ενώ τη μικρότερη αξία έχουν το ποολίβαδο και το χέρσο. 
Τα διαχειριστικά μέτρα των σπορών και του φρεζαρισμένου αγρού δεν βρέθηκε να προσέλκυσαν περισσότερο ή λιγότερο την πτηνοπανίδα σε σχέση με τους υπόλοιπους οικοτόπους. Ομοιογενής και πυκνή βλάστηση με μικρό αριθμό φυτικών ειδών δεν δημιουργεί επιθυμητό ενδιαίτημα για τα περισσότερα είδη πτηνών και ασπόνδυλων εδάφους.
 .

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.