Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Αναπλάσεις μεικτών δασών, ανθεκτικά στις πυρκαγιές και πλούσια σε θηράματα.

Το μοντέλο του μέλλοντος…

Γράφει ο Κωνσταντίνος Καλφόπουλος

Σε περίοδο ανάπαυσης από την κυνηγετική δραστηριότητα είναι περίοδος να αναζητήσουμε ιδέες και προτάσεις για το πώς μπορούμε να φτιάξουμε ένα καλύτερο εγχώριο βιότοπο, ώστε η κατάλληλη χλωρίδα να φιλοξενήσει περισσότερο ενδημικό και αποδημητικό θήραμα.
Για να υπάρξει κυνηγετικός σκύλος και η όλη δραστηριότητα, εκτροφή, εκπαίδευση, αγώνες κυνηγετικών ικανοτήτων, Κυνηγετικοί Σύλλογοι και γενικά όλη η βιομηχανία του κυνηγίου πρέπει να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε όλοι μαζί το σύνολο των συνθηκών, για να έχουμε περισσότερο θήραμα εγχώρια.
Κάθε χρόνο όμως το καλοκαίρι η Νότια Ευρώπη αλλά και η χώρα μας αντιμετωπίζουν το φαινόμενο των πυρκαγιών που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι  λόγω αμέλειας και μη σωστής προετοιμασίας π.χ. με αποψιλώσεις, δασικές ζώνες κλπ..
Πολλοί κυνηγετικοί σύλλογοι (όχι όλοι, γιατί είναι και κάποιοι σύλλογοι και Δ.Σ. που ασχολούνται μόνο να αναλάβουν την εξουσία σαν «καρεκλοκένταυροι» και δεν ασκούν σοβαρό έργο στον τομέα τους), προσπαθούν να καλύψουν το κενό της πολιτείας, που λόγω οικονομικής δυσχέρειας αδυνατεί να προστατεύσει τα δάση, λόγω έλλειψης προσωπικού, καυσίμων και προγραμμάτων ανάπλασης. Προσφάτως παραβρέθηκα σε συνδιάσκεψη κυνηγετικών συλλόγων και διαπίστωσα κάτι πολύ σημαντικό: ότι σε κάποιες περιπτώσεις πολλοί κυνηγετικοί σύλλογοι έχουν μεγάλο αποθεματικό, το οποίο μένει ανεκμετάλλευτο.
Ένα από τα σημαντικά κομμάτια είναι οι αναδασώσεις των καμένων εκτάσεων. Η χώρα αποτελείται από μεγάλες εκτάσεις πευκοδάσους  που αποτελούσαν πάντοτε βασικό συστατικό του  εγχώριου τοπίου, λιγότερο ή περισσότερο, ανάλογα με την ανθρώπινη παρέμβαση κατά εποχές. Αν είχε γίνει διαχείριση των πευκοδασών και οι αναγκαίες αραιώσεις, θα αποφεύγαμε ένα μεγάλο αριθμό πυρκαγιών ή όσες εκδηλώνονταν δεν θα είχαν τόσο καταστροφικές συνέπειες.
Το 16,8% του συνόλου των ελληνικών δασών είναι κυρίως τραχεία πεύκη. Ωστόσο, όπως τονίζουν οι επιστήμονες θα μπορούσαμε σε ορισμένα σημεία να δημιουργήσουμε ένα μεικτό δάσος πιο ανθεκτικό στη φωτιά.
Έτσι και αλλιώς σε μεγάλα τμήματα των καμένων εκτάσεων (περίπου 50.000 στρέμματα εκτιμούν οι δασολόγοι) θα χρειαστεί να επέμβουμε με αναδασώσεις εάν θέλουμε να ξαναγίνει δάσος, καθώς πρόκειται για εκτάσεις που έχουν καεί τουλάχιστον δύο φορές σε λιγότερο από 10 χρόνια. Δει δη χρημάτων βέβαια, καθώς τα στρέμματα που αναδασώνονται βαίνουν μειούμενα κάθε χρόνο, λόγω έλλειψης κονδυλίων, πολλώ δε μάλλον που ένα μεικτό δάσος για να φυτευτεί κοστίζει περισσότερο.
Το πεύκο αμέσως μετά τη φωτιά εφόσον είναι αρκετά ώριμο έχει τη δυνατότητα να αναγεννηθεί. Ώρες μόνο μετά την πυρκαγιά τα κουκουνάρια που έχουν σκάσει αφήνουν σπόρους που θα δημιουργήσουν τα νέα πεύκα. Όμως κανονικά θα έπρεπε το νέο δάσος να αραιωθεί, καθώς τα νεαρά δέντρα φυτρώνουν πολύ κοντά το ένα στο άλλο δημιουργώντας πολύ εύφλεκτες συνθήκες. «Αν το πευκοδάσος καθαριστεί και δεν υπάρχει υπόροφος βλάστηση, η πυρκαγιά όταν ξεσπάσει θα μείνει στο έδαφος και δεν θα καταστρέψει τα δέντρα».
Το θέμα της διαχείρισης των δασών είναι βασικά οικονομικό. Εφόσον δεν προκύπτει κέρδος από τις εργασίες εντός του δάσους -όπως παλαιότερα συνέβαινε με τους ρητινοσυλλέκτες- το κράτος πρέπει να καταβάλλει κονδύλια χωρίς άμεσο και εμφανές κέρδος.
Το πεύκο είναι η εύκολη λύση, καθώς αναγεννάται εύκολα μόνο του και επιβιώνει σε ξηροθερμικά και υποβαθμισμένα εδάφη. Οτιδήποτε άλλο απαιτεί σημαντικές παρεμβάσεις τουλάχιστον το πρώτο χρονικό διάστημα.
Ένα μεικτό δάσος, είναι ασφαλώς ανθεκτικότερο στην πυρκαγιά και επίσης δίνει περισσότερη τροφή στην πτερωτή πανίδα.  Χρειάζεται ωστόσο να προηγηθεί μελέτη για τις δυνατότητες του εδάφους σε συγκεκριμένα σημεία να υποστηρίξει αυτά τα φυτά.Να φυτευτούν δέντρα που αποτελούν συστατικά στοιχεία του μεσογειακού τοπίου, όπως η κουκουναριά, η βελανιδιά, η χοώδης δρυς, η αργιά, η ιτιά.
Όσον αφορά τη θαμνώδη βλάστηση, μπορούν επίσης να φυτευτούν πουρνάρι, σχίνο, κουμαριά, γλιστροκουμαριά, πιξάρι, ρείκια, πυράκανθος, και στις υγρότερες θέσεις, πικροδάφνη, λυγαριά, μυρτιά και σπάρτα για σταθεροποίηση του εδάφους. Θα πρέπει ωστόσο να αποφύγουμε το πλατάνι επειδή προσβάλλεται από μια ασθένεια και μπορεί να καταστραφεί εύκολα.
Είναι, λοιπόν, αναγκαίο οι Ομοσπονδίες και οι Κυνηγετικές οργανώσεις να δουν πιο ζεστά το θέμα της συμμετοχής τους στη δασοπροστασία αλλά και να δημιουργήσουν τις συνεργασίες με τις αρχές και να συμβάλλουν από τον οβολό του κάθε κυνηγού, ώστε να δημιουργηθούν νέοι τόποι διαχείμασης θηραμάτων. Έτσι με αυτό τον τρόπο ο κυνηγός θα μπορεί να συμβάλλει έμπρακτα και να αποστομώνει τις αντι-κυνηγητικές οργανώσεις που στις περισσότερες περιπτώσεις μένουν στη θεωρία χωρίς καμία πράξη..

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.