Orizontio720X90

Ο Αγριόχοιρος (Sus scrofa)

Βασίλειο: Animalia
Φυλή:  Chordata
Υποφυλή:  Vertebrata
Κλάση:  Mammalia
Κατάταξη:  Artiodactyla
Οικογένεια:  Suidae
Υποοικογένεια:  Suinae
Γένος:  Sus
Είδος Sus scrofa

Ο αγριόχοιρος αποτελεί ένα από τα εκλεκτότερα και μεγαλύτερα θηράματα του τόπου μας και όχι μόνο. Το όνομα του προέρχεται από την λατινική λέξη Sus  και η οποία σημαίνει χοίρος, ενώ το δεύτερο συνθετικό scrofa είναι επίσης λατινικά και σημαίνει το "θηλυκό χοίρο αναπαραγωγής"
Εμφανίστηκαν αρχικά στην Ευρώπη, την Ασία, τη βόρεια Αφρική και το αρχιπέλαγος της Μαλαισίας και εισήχθησαν αργότερα σε όλο τον κόσμο ως εξημερωμένα ζώα από τους ανθρώπους. Η εξημέρωση του αγριογούρουνου  άρχισε περίπου πριν από πέντε χιλιάδες χρόνια. Οι ανασκαφές έχουν τοποθετήσει το εξημερωμένο αγριόχοιρο  στο πιο πρόσφατο μέρος της νεολιθικής περιόδου Το αγριογούρουνο  μπορεί να βρεθεί σχεδόν παντού, από τα σπίτια, στις σιταποθήκες, στα ελώδη έλη και τις ορεινές εκτάσεις.

Περιγραφή
Ζει κατά μέσο όρο 10-12 χρόνια το μέγεθος του (σώμα και κεφαλή) κυμαίνεται από 0,90 - 1,8m  το μήκος της ουράς του κυμαίνεται γύρο στους 30 πόντους και το ύψος του στο ακρώμιο από 0,55-1,10μ, ενώ το βάρος του κυμαίνεται από 50 έως και 350 κιλά αν και έχουμε και περιπτώσεις ζώων που πλησιάζουν τα 450 κιλά. Έχει καλά ανεπτυγμένη όσφρηση και σχετικά ασθενέστερη ακοή και όραση ενώ λόγο τις θέσεως τους τα μάτια (στις πλευρές του κεφαλιού), περιορίζουν το μπροστινό πεδίο όραση τους. Χαρακτηριστικό τις γενικότερης όψης του αγριόχοιρου είναι το μεγάλο του κεφάλι με τα επίσης μεγάλα του αυτιά αλλά κυρίως το χαρακτηριστικό ευέλικτο και ισχυρό ρύγχος του με τους τέσσερις ισχυρούς και προεξέχοντες χαυλιόδοντες.
Το δέρμα του καλύπτεται από σκληρές αγκαθωτές τρίχες . Το αγριογούρουνο αλλάζει δύο φορές το χρόνο το τρίχωμα του , μία φορά τον Μάη και την άλλη τον Οκτώβρη . Το χρώμα του αγριόχοιρου ποικίλλει ανάλογα τις εποχές και τον τόπο από καφετή στο Μαύρο το δε σώμά του δεν διαφέρει ουσιαστικά από τον κοινό  οικόσιτο χοίρο έχει όμως κάποιες διαφορές οι οποίες τον διαφοροποιούν από τον οικόσιτο. Ο άγριος χοίρος είναι γενικά λεπτύτερος, έχει πιο χοντρή τρίχα, και μακρύτερα κυνοειδή δόντια, τους χαυλιόδοντες.

Διατροφικές συνήθειες
Ο αγριόχοιρος είναι γνωστός για την παμφάγη και μερικές φορές άνευ διακρίσεως διατροφή του γι' αυτό και από πολλούς κατατάσσεται στα σχετικά «ακάθαρτά» ζώα. Τρώει σχεδόν τα πάντα κυρίως όμως η τροφή του αποτελείται από βολβούς, ρίζες, βλαστούς, βελανιδιά, φρούτα, μούρα, γαιοσκώληκες. Αλλά και ζωικές πρωτεΐνες που προέρχονται από ερπετά( σαύρες, φίδια κλ), τρωκτικά (ποντίκια) άλλα και μικρά ή νεογέννητα θηράματα. Αυτό ακριβώς το ευρύ φάσμα πηγών τροφής είναι αυτό που έχει επιτρέψει στον αγριόχοιρο να επιζεί σε όλα τα γεωγραφικά ανάγλυφα, από τις έρημους έως και τις πλέων αφιλόξενες ορεινές εκτάσεις. Όμως εξαιτίας αυτής της αδιάκριτης λήψης τροφής ο αγριόχοιρος μπορεί να φέρνει ορισμένες παρασιτικές μολύνσεις μεταδιδόμενες στους ανθρώπους μέσω της κατανάλωσης χοιρινού κρέατος, όπως η τριχινίαση, κυστικερκοσής, και η βρουκέλλωση.

Βιότοπος
Αν και όπως παραπάνω είπαμε η γενικότερη εξάπλωση του αγριόχοιρου είναι μεγάλη ο χαρακτηριστικός άγριος βιότοπος του είναι τα υγρά δάση και οι θαμνώδεις περιοχές, ειδικά δρύινα δάση και ελώδεις περιοχές όπου οι κάλαμοι είναι άφθονοι.  Λόγο τις μεγάλης ευαισθησία του αγριόχοιρου στις αλλαγές θερμοκρασίας είναι σχεδόν  απαραίτητο το νερό και ειδικά τα λασπόνερα στο οποία κυλίεται για την προστασία του από τις ακτίνες του ηλίου και από τα παράσιτα. Σε περίπτωση έλλειψης νερού ο αγριόχοιρος κάνει τα λασπόλουτρα του με λάσπη που δημιουργεί από τα ούρα του. 

Αναπαραγωγή
Ο αγριόχοιρος φθάνει σε σεξουαλική ωριμότητα μετά από την ηλικία του ενός έτους και μπορεί να αναπαραγάγει μια φορά το χρόνο. Η περίοδος του ζευγαρώματος αρχίζει τον Δεκέμβριο και κρατάει περίπου ένα μήνα. Τα θηλυκά έχουν οίστρο διάρκειας περίπου 21 ημερών και είναι δεκτικά για 3 ημέρες. Κατά την εποχή του ζευγαρώματος τα αρσενικά μάχονται συνεχώς για να εξασφαλίσουν το ζευγάρωμα με τουλάχιστον οκτώ θηλυκές. Αυτό ακριβώς το διάστημα διεξάγονται βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα στα ενήλικα αρσενικά και οι οποίες είναι αρκετά αιματηρές παρά το ότι ο αγριόχοιρός αναπτύσσει έναν παχύ ιστό γύρω από τους ώμους και την κοιλιάς για να των  προστατεύσει από τις πληγές πληγμάτων από τους χαυλιόδοντες. Οι αρσενικοί αγριόχοιροι ακονίζουν τους χαυλιόδοντές τους τρίβοντας τους πάνω με του κάτω για να είναι πιο αποτελεσματικοί στην «μάχη».
Τα θηλυκά γεννούν την άνοιξη 1 - 7 χοιρίδια. μετά από μια περίοδο κύησης περίπου 115 ημερών. Τα μικρά θηλάζουν περίπου για την διάρκεια 3-4 μηνών. Οι μητέρες είναι εξαιρετικά προστατευτικές με τα νεογνά παρά όμως την ιδιαίτερη προστασία που τους δείχνουν μόνο τα μισά από έρευνες που έχουν γίνει θα επιζήσουν, τα υπόλοιπα θα πέσουν θύματα αρπακτικών και ασθενειών.

Συμπεριφορά.
Οι αγριόχοιροι ζουν σε ομάδές των 10-15 ατόμων και οι οποίες αποτελούνται από τις θηλυκές και τα μικρά τους. Μια θηλύκια συνήθως η γεροντότερη τίθεται επικεφαλής και οργανώνει όλη την υπόλοιπη ομάδα από την βοσκή ως και την διαφυγή σε περίπτωση κινδύνου. Σε περίπτωση επάρκειας τροφής η μετακινήσεις της ομάδας είναι πολύ μικρές αντίθετα με τις ισχνές εποχές που η ομάδα μπορεί να μετακινηθεί ακόμα και σε απόστασή μεγαλύτερη των 80 χιλιομέτρων. Η βοσκή γίνετε καθ΄ όλη την διάρκεια της ημέρας εκτός αν το κοπάδι κρύβεται που τότε γίνετε τις βραδινές ώρες. Γενικά θα λέγαμε ότι ο αγριόχοιρος είναι ένα από τα ευφυή ζώα με μεγάλα περιθώρια ακόμα και εκπαίδευσης δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές χρησιμοποίησης τους ακόμα και σε τσίρκο. Έχει ακόμα διατυπωθεί η άποψη ότι ο αγριόχοιρος χρησιμοποιεί ένα είδος στοιχειώδους γλώσσα που αποτελείται από κραυγές, ρουθουνίσμάτα και σφυρίγμάτα.

Σχόλια
Ο αγριόχοιρος στο διάστημα της ιστορία του έχει προκαλέσει διάφορα συναισθήματα από σεβασμό ως και φόβο. Έχει γίνει αντικείμενο διακόσμησής ακόμα και εκκλησιών και από ορισμένους ευρωπαίους εθεωρείτο ως  σύμβολο γονιμότητας και καλοτυχίας. Άλλοι όμως τον συνέδεαν με το κακό εξ’ ου και η απαγόρευση χοιρινού κρέατος από τους Εβραίους και τους Μουσουλμάνους.
Ότι όμως και αν σήμαινε για άλλους στο παρελθόν, για εμάς τους Έλληνες κυνηγούς ήταν, είναι και θα είναι, ένας από τους μεγαλύτερούς πόθους μας.